Σύνδεση

Σύνδεση

Ιερά Μονή Αρκδίου, Ελαιογραφία του ιταλού ζωγράφου Γκαττέρι. 9 Νοεμβρίου 1866, Ο Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης βάζει φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και ανατινάζει την ανατολική πτέρυγα της μονής, καταπλακώνοντας Χριστιανούς και Τούρκους.

Λόγω γεωγραφικής θέσης, η Κρήτη ανέκαθεν κατέχει δεσπόζουσα θέση από στρατηγική άποψη. Αποτελεί κομβικό σημείο της θαλάσσιας οδού προς τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Φυσικά, οι Μεγάλες Δυνάμεις του 19ου αιώνα, η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία και η Ρωσία δεν αποτελούσαν εξαίρεση, είχαν επίγνωση της στρατηγικής σπουδαιότητας της Μεγαλονήσου αλλά και της διαρκούς αποδυνάμωσης του «Μεγάλου Ασθενούς», της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Χαρακτηριστική είναι η ρήση του Βρετανού ναύαρχου Μάλκολμ: «H Κρήτη είναι το ωραιότερον βασίλειον του κόσμου σύμπαντος» και το δόγμα του Γάλλου αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ' «H Κρήτη αποτελεί την οδόν την άγουσαν εις Κωνσταντινούπολιν».

Συνεπώς, τον 19ο αιώνα, ο έλεγχος της Κρήτης ισοδυναμούσε με το μπήξιμο ενός ξιφιδίου στα πλευρά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ωστόσο, η δεδομένη ισορροπία δυνάμεων δεν επέτρεπε την κατοχή της Κρήτης από οποιαδήποτε εκ των τριών Μεγάλων Δυνάμεων. Παράλληλα, κάθε σκέψη για ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα ήταν απαγορευτική, καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα αναβάθμιζε σημαντικά την Ελλάδα και θα την καθιστούσε δυναμικό παίκτη στην Ανατολική Ευρώπη. Η Επανάσταση του 1821 είχε αναδείξει ένα νέο, δυναμικό και φιλόδοξο έθνος, με μακρά παράδοση, το οποίο, υπό κατάλληλες συνθήκες, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ισχυρή περιφερειακή δύναμη και ναυτικό κράτος. Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε ως αποτέλεσμα την ανατροπή ισορροπιών εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την παρεμπόδιση των ιμπεριαλιστικών σχεδίων των Μεγάλων Δυνάμεων στην ευρύτερη γεωπολιτική περιοχή. Σ' αυτή την εξίσωση όμως έμπαιναν τρεις σημαντικοί παράγοντες που περιέπλεκαν την κατάσταση: ο πόθος των Κρητών για ένωση με τη μητέρα Ελλάδα, η αμέριστη συμπαράστασή στο σκοπό αυτό εκ μέρους του Ελληνισμού και η παρουσία ισχυρής μουσουλμανικής μειονότητας Τουρκοκρητικών στη Μεγαλόνησο, που αντιτίθετο σφοδρώς στο ενδεχόμενο της ένωσης. Υπό μία έννοια και τηρουμένων των αναλογιών, το Κρητικό Ζήτημα του 19ου αιώνα θα μπορούσε να συγκριθεί με το Κυπριακό Ζήτημα που εξακολουθεί να ταλανίζει τον Ελληνισμό ως τις μέρες μας.

Ιωάννης Δασκαλογιάννης (Ανώπολη Σφακίων 1722 ή 1730 - Ηράκλειο, 17 Ιουνίου 1771), Έλληνας αγωνιστής, ήρωας της Κρητικής Επανάστασης του 1770

Οι Κρητικοί είχαν επανειλλημένα επαναστατήσει εναντίον της Οθωμανικής εξουσίας. Σημαντική ήταν η συμβολή τους στον γενικό ξεσηκωμό του 1821 αλλά είχαν πραγματοποιήσει και ξεχωριστές επαναστάσεις, όπως αυτή του 1841. Στον πυρήνα των εξεγέρσεων τους βρισκόταν η σκληρή διοίκηση των Οθωμανών (βαριά φορολογία, καταδιώξεις, φυλακίσεις ακόμη και φόνοι χριστιανών για ασήμαντες αφορμές), η οποία έφερνε σε απόγνωση τον χριστιανικό πληθυσμό και τον ωθούσε σε αναζήτηση ριζοσπαστικών λύσεων. Φαινομενικά, στη Μεγαλόνησο επικρατούσε ησυχία, σε αναμονή της εφαρμογής των όρων του σουλτανικού φιρμανιού Χατί Χουμαγιούν του 1858. Επρόκειτο για μια σειρά φορολογικών και διοικητικών μεταρρυθμίσεων και παραχωρήσεων προς τον χριστιανικό πληθυσμό, που υποτίθετο ότι θα ελάφρυνε τη θέση του και θα διασφάλιζε τα δικαιώματά του. Αρχικά, η σουλτανική κυβέρνηση έδειξε συμβιβαστική διάθεση. Στη συνέχεια όμως μέσω του Γενικού Διοικητή (Βαλή) Ισμαήλ Πασά σκλήρυνε τη στάση της. Ο Ισμαήλ Πασάς εφάρμοσε μια ασφυκτική πολιτική ελέγχου των οικονομικών δραστηριοτήτων και των πολιτικών δικαιωμάτων των Κρητών, δημιουργώντας ένα μαζικό κύμα δυσαρέσκειας σε όλη τη Μεγαλόνησο.

Στο επίκεντρο της διένεξης μεταξύ της τοπικής οθωμανικής διοίκησης και των χριστιανών Κρητών βρέθηκε το λεγόμενο Μοναστηριακό Ζήτημα. Το κύριο πρόβλημα ήταν η χρήση των προσόδων των μονών της ανατολικής Κρήτης. Ο ανώτερος κλήρος, οι ηγούμενοι και η δημογεροντία του Ηρακλείου ζητούσαν τον απόλυτο έλεγχο της οικονομικής διαχείρισης των μονών. Αντίθετα, οι καπετάνιοι και οι προεστοί της ανατολικής Κρήτης, αλλά και γενικότερα η προοδευτική μερίδα του πληθυσμού διεκδικούσε τα έσοδα από τις μονές για την κατασκευή και συντήρηση σχολείων. Ο Ισμαήλ Πασάς δεν έμεινε αμέτοχος σ' αυτή τη διένεξη. Αντίθετα, πήρε σαφή θέση υπέρ του κλήρου και της δημογεροντίας οξύνοντας τα πνεύματα στην Κρήτη.

Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος (1815 - 26 Φεβρουαρίου 1883) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες πολιτικούς του 19ου αιώνα, οπότε και διετέλεσε δέκα φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας για συνολικό διάστημα 7,5 σχεδόν ετών.

Ζυμώσεις για ένα νέο επαναστατικό κίνημα ξεκίνησαν εκ νέου μεταξύ των καπετάνιων και των εξέχοντων προσωπικοτήτων της χριστιανικής κοινότητας. Ψυχή των διεργασιών αναδείχθηκε ο Ιωάννης Μιτσοτάκης, υποπρόξενος της Ρωσίας στο Ηράκλειο, ο οποίος οργάνωσε Μυστική Εταιρεία στην πόλη. Ανάμεσα στις δραστηριότητες της Εταιρείας ήταν η δημιουργία ενός δικτύου επαφών με τους εξόριστους Κρητικούς στην Αθήνα για την αποτελεσματικότερη οργάνωση της Επανάστασης. Παράλληλα, οι επαναστατικές πρωτοβουλίες των Κρητικών λάμβαναν θερμή ενθάρρυνση και από την Αθήνα. Η τότε κυβέρνηση του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου ήταν θερμός υποστηρικτής του αιτήματος των Κρητών για ένωση με την Ελλάδα και ήταν διατεθιμένη να τους υποστηρίξει και σε διπλωματικό και σε υλικό επίπεδο. Χωρίς αμφιβολία, το γεγονός της Ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα αναζωπύρωσε τους πόθους των Κρητικών για μια ριζική λύση στο Κρητικό Ζήτημα, που θα περιλάμβανε είτε την ένωση με την Ελλάδα είτε την αυτονόμηση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κίνηση των Κρητικών δεν άργησε να εκδηλωθεί: στις 5 Μαϊου 1866, στη θέση «Περιβόλια» της περιοχής Χανίων συγκεντρώθηκαν οι πρόκριτοι και οι καπετάνιοι των δυτικών επαρχιών καθώς και 4.000 άνδρες. Εκλέχτηκε επιτροπή αγώνος και συντάχθηκε αναφορά προς τον Ισμαήλ Πασά, η οποία περιλάμβανε τα εξής:

«Οι υποσημειούμενοι ευπειθείς υπήκοοι της Ημετέρας Εξοχότητος λαμβάνομεν την τιμήν να ανακοινώσωμεν, ότι οι κάτοικοι της Νήσου μετά ψυχικού άλγους αισθανόμενοι την πολλαπλήν αυτών κακοδαιμονίαν, στηριζόμενοι δε επί της Αυτοκρατορικής γενναιοφροσύνης, παρά της οποίας αναμένουν την θεραπείαν της δυστυχίας των, εθεώρησαν επάναγκες να συνέλθωσιν εις κεντρικήν θέσιν και δι' αναφοράς προς την Α. Μεγαλειότητα τον Σουλτάνον να γνωστοποιήσωσι τας ανάγκας και τα παράπονά των. Συνήλθομεν άοπλοι, ώστε να μη δύναται η ελαχίστη σκιά υπονοίας να βαρύνη επί οιουδήποτε ουδέ να θεωρηθή το διάβημα ημών ως φέρον τον χαρακτήρα της ανταρσίας».

Η μετριοπαθής αναφορά των Κρητών προκάλεσε τη μήνιν του Ισμαήλ Πασά, ο οποίος σε συνάντησή του με τους πρόξενους των Μεγάλων Δυνάμεων δήλωσε τη διάθεσή του για λήψη αυστηρών μέτρων. Εν τέλει, οι πρόξενοι τον απέτρεψαν διατηρώντας προσωρινά την ηρεμία στη Νήσο. Στις 14 Μαϊου 1866, στην Αγία Κυριακή (μετόχι της μονής Χρυσοπηγής) συνευρέθησαν οι αντιπρόσωποι όλων σχεδόν των επαρχιών. Συντάχθηκε ομόφωνα μία νέα αναφορά, αυτή τη φορά απευθυνόμενη στον ίδιο τον Σουλτάνο στην Κωνσταντινούπολη. Τα κύρια αιτήματα των Κρητών αντιπροσώπων ήταν η μείωση της βαριάς φορολογίας, η αλλαγή του συστήματος εκλογής των δημογερόντων, ώστε να αντιπροσωπεύεται πιο ξεκάθαρα η λαϊκή θέληση, η ικανοποίηση του άρθρου που υπήρχε στο φιρμάνι Χατί Χουμαγιούν περί ίδρυσης δανειστικής Τράπεζας, η αναδιοργάνωση του δικαστικού συστήματος και η διασφάλιση της προσωπικής ελευθερίας και αξιοπρέπειας, καθώς και η αρχή της ανεξιθρησκείας, η διευκόλυνση της συγκοινωνίας και του εμπορίου μέσω του ανοίγματος επιπλέον λιμανιών και η αποστολή επιτροπής από την Υψηλή Πύλη για την εξέταση της κατάστασης στη Νήσο.

Την επόμενη μέρα, στις 15 Μαϊου 1866, οι αντιπρόσωποι συνέταξαν και απέδωσαν μυστικό υπόμνημα προς τους προξένους της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, μέσω του οποίου ζητούσαν την ένωση με την Ελλάδα ή έστω να περιέλθει η Κρήτη υπό την κηδεμονία τους: «...Ικετεύομεν λοιπόν θερμώς την Υμετέραν Μεγαλειότητα και τους Μεγαλειότατους Μονάρχας των δύο ετέρων Μεγάλων και Προστατίδων του Ελληνικού Έθνους Δυνάμεων, να πραγματώσι την μόνην ημών έφεσιν, την ένωσιν μετά των αδελφών ημών Ελλήνων...Αν όμως τούτο είναι σήμερα αδύνατον, τουλάχιστον...ευδοκήσατε...να μας χορηγηθή οργανισμός πολιτικός, να μας δοθώσι νόμοι, να συσταθώσι τακτικά δικαστήρια, η βαρεία φορολογία μας να μετριασθή και να τακτοποιηθή... Σύμπας ο χριστιανικός πληθυσμός της Νήσου ταύτης είναι εκ μακράς οδυνηράς πείρας πεπεισμένος, ότι το μόνον μέσον πραγματικής βελτιώσεως της τύχης του θα ήτο η ανάθεσις της Νήσου εις την μέριμναν των τριών Μεγάλων Δυνάμεων, αίτινες παρέχον μέχρι τούδε τόσα δείγματα των δυμπάθειών των προς τους χριστιανικούς λαούς της Ανατολής...».

Το υπόμνημα προς τις τρεις «Μεγάλες Δυνάμεις» φανερώνει, μεταξύ άλλων, την έλλειψη κοινής στάσης και κεντρικού στόχου των επαναστατών. Τα αιτήματά τους για μεταρρυθμίσεις, ένωση και ξένη κηδεμονία κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα πιθανών λύσεων, από την παραμονή υπό οθωμανική κατοχή – έστω ελαφρυμένη από τα έως τότε δυσβάσταχτα βάρη της – ως μια εγγυημένη από τις ξένες Μεγάλες Δυνάμεις αυτονομία και την πλήρη ένωση με την Ελλάδα. Αυτή η ασάφεια σε επίπεδο κεντρικής στρατηγικής έμελλε να παίξει αρνητικό ρόλο στις προσπάθειές τους κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.

Παλαιός Χάρτης της Κρήτης

Η αντίδραση των Μεγάλων Δυνάμεων στο υπόμνημα των αντιπροσώπων του Κρητικού λαού υπήρξε η απόλυτη σιωπή. Οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν ήταν διατεθιμένες να επιτραπούν με τη συγκατάθεσή τους αλλαγές που θα οδηγούσαν στην ριζική ίσως αλλαγή του status quo της Μεγαλονήσου. Η αρνητική ουδετερότητα ενθάρρυνε την σουλτανική κυβέρνηση να υιοθετήσει μια πιο αδιάλλακτη στάση στα αιτήματα των Κρητών. Κατά τους Οθωμανούς η αληθινή επιδίωξη των χριστιανών της Κρήτης δεν ήταν η βελτίωση της θέσης τους αλλά η ένωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα, είτε με διπλωματικά μέσα είτε μέσω μιας γενικευμένης επανάστασης. Η απάντηση του Σουλτάνου, τρεις ολόκληρους μήνες μετά την υποβολή του υπομνήματος των Κρητών, δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνειών για τη μελλοντική στάση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όλα τα αιτήματα των αντιπροσώπων του χριστιανικού πληθυσμού της Κρήτης απορρίφθηκαν, καθώς σύμφωνα με τον Μεγάλο Βεζίρη της Υψηλής Πύλης, Μεχμέτ Ρουσδή «...περισσότερον από όλους τους υπηκόους της Αυτοκρατορίας, οι Κρήτες απολαύουσι των ευεργετημάτων της Κυβερνήσεως...» ενώ επισείονταν βαριές τιμωρίες για τους επαναστάτες, όπως αποκαλούντο οι Κρήτες αντιπρόσωποι: «...εξηγέρθησαν, έκαμαν συγκεντρώσεις και συμπεριεφέρθησαν κατά τρόπον ο οποίος δεν ηδύνατο να χαρακτηρισθή ή ως ανταρσία...Εάν οι επαναστάται δηλώσουν εγγράφως, ότι θα είναι εις το μέλλον ευπειθείς και επανέλθουν έκαστος εις τας εστίας τους και τας εργασίας του, τα πάντα θα λησμονηθούν...Εάν όμως εμμείνουν εις την έκνομον και ποινικώς κολάσιμον στάσιν των, όχι μόνο θα διαλυθούν δια της βίας αλλά και θα τιμωρηθούν αυστηρώς...».

Σε ξεχωριστή οδηγία προς τον Ισμαήλ πασά οριζόταν η χρήση στρατιωτικής βίας εναντίον των «στασιαστών» αν αυτό κρινόταν αναγκαίο «...Εάν παρ' όλα αυτά επιμένουν εις την ανυπακοήν των, ο στρατός θα βαδίση εναντίον των, θα συλλάβη τους αρχηγούς και θα τους στείλετε υπό αυστηράν φυλακήν εις τα φρούρια, διασκορπίζοντας τους άλλους δια της βίας».

Η αμείλικτη στάση των Οθωμανών ενισχυόταν και από τις εξελίξεις στο Μολδοβλαχικό Ζήτημα, δηλαδή τη στέψη του Κάρολου Χοεντζόλερν ως ηγεμόνα της Ρουμανίας στις 10 Μαϊου 1866 με την υποστήριξη της Ρωσίας. Κατά συνέπεια, οι Οθωμανοί εγκατέλειψαν τα σχέδια τους για στρατιωτική εισβολή στη Μολδοβλαχία. Οι αρχικές σκέψεις για μια μετριοπαθή στάση απέναντι στα αιτήματα των Κρητών εγκαταλείφθηκαν, καθώς το ενδεχόμενο ενός διμέτωπου αγώνα απομακρύνθηκε οριστικά. Πλέον η Υψηλή Πύλη μπορούσε να ασχοληθεί απερίσπαστη με την κατάπνιξη των αποσχιστικών τάσεων του χριστιανικού πληθυσμού της Κρήτης. Παράλληλα με την απόρριψη των αιτημάτων των Κρητών απεστάλλησαν οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις στην Κρήτη τον Ιούνιο του 1866. Στα μέσα Ιουλίου κατέφτασαν 4.600 Αιγύπτιοι στρατιώτες υπό την ηγεσία του Σαχίν Πασά στη Σούδα, προς ενίσχυση των Οθωμανών και κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του Σουλτάνου και του Αντιβασιλέα της Αιγύπτου.

Η αυστηρή απάντηση του Σουλτάνου δεν υπέσκαψε το μαχητικό πνεύμα του λαού της Κρήτης. Τα μηνύματα δε από την Αθήνα ήταν θετικά. Η κυβέρνηση Βούλγαρη – Δεληγιώργη εμφανιζόταν φιλικά διακείμενη στο ενδεχόμενο μιας επανάστασης εναντίον της οθωμανικής εξουσίας, σε αντίθεση με την προηγούμενη κυβέρνηση Αλ. Κουμουνδούρου. Στις 21 Αυγούστου, στο χωριό Ασκύφου των Σφακίων, οι καπετάνιοι και οι προεστοί της Μεγαλονήσου συνήλθαν σε Γενική Συνέλευση και κήρυξαν την κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας στην Κρήτη και την ένωση με την Ελλάδα. Το επαναστατικό ψήφισμα – το οποίο κοινοποιήθηκε και στους προξένους των τριών Μεγάλων Δυνάμεων - όριζε τα εξής:

«Η Γενική Συνέλευσις των Κρητών...1ον Καταργεί δια παντός επί της νήσου Κρήτης και παντών των εξαρτημάτων αυτής την Τουρκικήν εξουσίαν. 2ον Κηρύττει την αδιάσπαστον και παντοτεινήν ένωσιν της Κρήτης και παντών των εξαρτημάτων αυτής μετά της Μητρός Ελλάδος υπό το σκήπτρον της Α. Μεγαλειότητος του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου Α΄. 3ον Την εκτέλεσιν του Ψηφίσματος...ανατίθησιν εις την ανδρείαν του γενναίου λαού της Κρήτης, εις την συνδρομήν των ομοφύλων και ομοεθνών και παντών των φιλελλήνων, εις την κραταιάν μεσολάβησιν των Προστάτιδων και Εγγυητριών Μεγάλων Δυνάμεων και εις την παντοδυναμία του Υψίστου Θεού».

Η σημαία τού Οπλαρχηγού Αντωνίου Σήφακα κατά την Κρητική Επανάσταση του 1866.

Η έναρξη μιας νέας Κρητικής Επανάστασης ήταν γεγονός. Η Ελληνική σημαία κυμάτιζε σε όλη την Κρήτη ενώ οι συμπλοκές με τους Οθωμανούς είχαν ήδη ξεκινήσει από τις 17 Αυγούστου στην επαρχία Σελίνου των Χανίων. Επαναστατικός και πολεμικός πυρετός κατέλαβε όχι μόνο την Κρήτη αλλά και την ελεύθερη Ελλάδα. Έρανοι διεξήχθησαν για την οικονομική ενίσχυση των επαναστατών και εθελοντικά στρατιωτικά σώματα κατέφτασαν στην Κρήτη, έτοιμα να πολεμήσουν στο πλευρό των Κρητών. Οι Έλληνες εθελοντές ήταν υπό τη διοίκηση αξιωματικών του ελληνικού στρατού, που είχαν προτύτερα παραιτηθεί από τις θέσεις τους για να είναι σε θέση να συμμετάσχουν στην Επανάσταση χωρίς να εκθέτουν το ελληνικό κράτος. Μεταξύ αυτών των αξιωματικών ξεχωρίζουν οι Ιωάννης Ζυμβρακάκης (κρητικής καταγωγής) και Παναγιώτης Κορωναίος. Οι δύο αξιωματικοί τέθηκαν επικεφαλής των αρχηγείων των Κυδωνιών και της Ρεθύμνης αντίστοιχα. Ένα τρίτο αρχηγείο συστάθηκε στην περιοχή Ηρακλείου, του οποίου αρχηγός ετέθη ο Κρητικός καπετάνιος Κόρακας. Η Σύρος αποτέλεσε το κέντρο συλλογής και αποστολής εφοδίων προς τους επαναστατημένους Κρήτες. Ταχύπλοα ελληνικά πλοία, όπως τα ατμόπλοια «Πανελλήνιον» και«Ύδρα», καθώς και τα καταδρομικά «Αρκάδι», «Κρήτη» και «Ένωσις» πραγματοποίησαν αμέτρητα επικίνδυνα ταξίδια για την ενίσχυση των επαναστατών, διασπώντας τον ασφυκτικό κλοίο του οθωμανικού στόλου. Οι πολεμικές συγκρούσεις εξαπλώθηκαν σε όλη τη νήσο. Οι Κρήτες μαχόμενοι με ενθουσιασμό σημείωσαν τις πρώτες νίκες στις Βρύσες του Αποκόρωνα Χανίων, στην Πλαταρά του Σελίνου και στην πεδιάδα Χανίων εναντίον των οθωμανικών και αιγυπτιακών στρατευμάτων. Αντίθετα, στο Ρέθυμνο και στο Ηράκλειο οι συγκρούσεις είχαν είτε αμφίρροπα αποτελέσματα είτε έληξαν με υποχώρηση των επαναστατών σε ασφαλέστερες θέσεις.

Ο συσχετισμός δυνάμεων ήταν σαφώς υπέρ των Οθωμανών και των Αιγυπτίων συμμάχων τους. Παρέτασσαν τακτικά σώματα στρατού, άρτια εξοπλισμένα, των οποίων η συνολική δύναμη έφθανε γύρω στις 45.000 στρατιώτες (15.000 Αιγύπτιοι), καθώς και άτακτα σώματα Τουρκοκρητικών, συνολικής δύναμης 10.000 ανδρών. Επιπλέον, ο οθωμανικός στόλος είχε περιζώσει την Μεγαλόνησο, εφοδιάζοντας αδιαλείπτως τα οθωμανικά στρατεύματα και παρεμποδίζοντας τις ενισχύσεις που κατέφταναν από την ελεύθερη Ελλάδα. Οι επαναστάτες Κρήτες αντέτασσαν περίπου 20.000 άνδρες, που συγκροτούσαν πολλά μικρά τμήματα διασκορπισμένα σε όλα τα μέρη της Κρήτης. Επρόκειτο για άτακτες μονάδες, φτωχά εξοπλισμένες, των οποίων το μεγαλύτερο όπλο ήταν ο ενθουσιασμός και το υψηλό φρόνημα, η υποστήριξη του τοπικού πληθυσμού και η γνώση των γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων της περιοχής ευθύνης τους.

Το Ολοκαύτωμα της Ιεράς Μονής Αρκαδίου το 1866 ξεσήκωσε τα φιλελληνικά αισθήματα της Ευρώπης

Ωστόσο, αυτά τα πλεονεκτήματα δεν στάθηκαν αρκετά για να ανατρέψουν τα δεδομένα και να επιτευχθεί η πολυπόθητη ένωση με την Ελλάδα. Παρά τις ηρωικές θυσίες του Κρητικού λαού και τον ολομέτωπο αγώνα για τρία ολόκληρα χρόνια, η Επανάσταση απέτυχε. Στο τελικό αποτέλεσμα μεγάλο ρόλο έπαιξαν όχι μόνο οι επιτυχίες των στρατευμάτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και η αδράνεια της πολιτικής ηγεσίας στην Ελλάδα και η αρνητική θέση των Μεγάλων Δυνάμεων, ιδιαίτερα της Βρετανίας, στην υπόθεση των αγωνιζόμενων Κρητών.

Βιβλιογραφία

1) Εκδοτική Αθηνών, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. ΙΓ΄, Αθήνα 1977
2) Γ. Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, Εκδόσεις 20ος αιώνας, Αθήνα 1956-59
3) Σπ. Β. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα 1966
4) Γ. Ρούσσος, Νεώτερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους 1826-1974, Τόμος Δ΄, η εποχή του Γεωργίου Α΄, Εκδόσεις Ελληνική Μορφωτική Εστία, Αθήνα 1975
5) Γ. Παπαντωνάκης, Η διπλωματική ιστορία της Κρητικής Επαναστάσεως του 1866, Εκδόσεις Τύποις "Σφενδόνης, Αθήνα 1926


Ο/Η συγγραφέας Γιάννης Χρονόπουλος έχει γράψει επίσης το βιβλίο:
Τα Cookies μας επιτρέπουν να σας προσφέρουμε μια καλύτερη και ασφαλέστερη εμπειρία κατά τη χρήση του δικτυακού μας τόπου. Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Historical Quest αποδέχεστε τη χρήση Cookies. Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε διαβάστε τους Όρους Χρήσης & Απορρήτου.