Ένα από τα πιο κεντρικά ζητήματα του Μικρασιατικού ζητήματος (1919-22) είναι κατά πόσο ήταν ορθή η απόφαση Βενιζέλου για τη στρατιωτική, πολιτική και διπλωματική εμπλοκή της Ελλάδας στη Μικρά Ασία. Το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου προκάλεσε ανακατάξεις στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Οι νικητές επεξεργάζονταν σχέδια, των οποίων το περιεχόμενο απέβλεπε στην ισχυροποίηση της θέσης τους και την αντίστοιχη εξασθένιση ή ακόμη και εκμηδένιση των ηττημένων. Ωστόσο, κάθε κράτος – μέλος της Αντάντ, μετά τη λήξη του πολέμου, αντιμετώπισε πλέον τους συμμάχους του ως εν δυνάμει ανταγωνιστές στην προσπάθειά του να διασφαλίσει τα συμφέροντά του στη μεταπολεμική εποχή. Ειδικότερα, η κατάρρευση της παραπαίουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας είχε ως αποτέλεσμα να στραφεί το ενδιαφέρον στην Ανατολία, κομβικό σημείο για τον έλεγχο της Μέσης Ανατολής. Μέσα στα πλαίσια αυτά, ο Βενιζέλος διείδε την ευκαιρία ολοκλήρωσης της Μεγάλης Ιδέας, βασικού πολιτικού στόχου της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής από την ίδρυση του ελληνικού κράτους.
Η επιτυχία των ελληνικών διπλωματικών προσπαθειών θεωρείτο από τον Βενιζέλο αδύνατη χωρίς την ενεργότερη ανάμειξη της σε υποθέσεις πολύπλοκης γεωπολιτικής υφής, πέραν του άμεσου ελληνικού ενδιαφέροντος, όπως η στρατιωτική επέμβαση στην Ουκρανία. Η αποστολή 30.000 ανδρών στην Ουκρανία για την αντιμετώπιση της επανάστασης της Μπολσεβίκης αποσκοπούσε στην ενίσχυση της ελληνικής διπλωματικής γραμμής στις συνομιλίες που διεξάγονταν στο Παρίσι, μέσω της πρόσθεσης της Ελλάδας στο άρμα της Μ. Βρετανίας και της Γαλλίας. Ο Βενιζέλος θεώρησε ότι το κόστος της ελληνικής στρατιωτικής εμπλοκής που ήταν δυσανάλογα χαμηλό σε σχέση με τα εδαφικά ανακοινωθέντα στη Θράκη και την ανατολή που θα απέρρεαν απ' αυτή. Κατά συνέπεια, η κίνησή του αυτή κινήθηκε μέσα σε ορθολογικά πλαίσια. Φυσικά, η Αντάντ καλωσόρισε την ελληνική συμμετοχή αφού αυτή συνεπαγόταν τη μείωση του δικού της κόστους σε έμψυχο υλικό και πόρους.
Οι θετικές συνέπειες αυτής της κίνησης φάνηκαν λίγο αργότερα στη Διάσκεψη της Ειρήνης του Παρισιού, καθώς άμβλυνε τις αντιρρήσεις ή τις αμφιβολίες κάποιου από τους συμμάχους και βοήθησε στην εξουδετέρωση των προϊόντων της ιταλικής πλευράς.
Ο Βενιζέλος εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία, που απέρρεε από την εφαρμογή της διεθνής αρχής των εθνοτήτων, μέρος των δεκατεσσάρων σημείων του Αμερικανού προέδρου Ουίλσον. Το δωδέκατο σημείο προέβλεπε τη διατήρηση του τουρκικού τμήματος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας παράλληλα με τη δυνατότητα αυτοδιοίκησης των μη-τουρκικών εθνοτήτων. Το ενδιαφέρον της ελληνικής πλευράς εστιάστηκε στη Θράκη, τη δυτική και βόρεια Μικρά Ασία και τον Πόντο, όπου ζούσαν συμπαγείς μάζες ελληνικών πληθυσμών.
Ένας άλλος παράγοντας που συνέβαλε στην επίσπευση της ελληνικής απόβασης στη Σμύρνη ήταν η δράση των Ιταλών στην Ανατολία, που προσπαθούσαν να δημιουργήσουν τετελεσμένα στην περιοχή, αποβιβάζοντας στρατεύματα στην Αττάλεια. Οι ιταλικές κινήσεις φανέρωναν τη διάθεση της Ρώμης να διασφαλίσουν όσα είχαν συμφωνηθεί κατά τις μυστικές συνθήκες που συνάφθηκαν ενώ ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μαινόταν. Οι συνθήκες εκείνες όριζαν την παραχώρηση της Σμύρνης και του Αϊδινίου στην Ιταλία.
Η Βρετανία και η Γαλλία, σε μια προσπάθεια ανάσχεσης της ιταλικής ενίσχυσης στην περιοχή, όχι μόνο θα δουν ευνοϊκά την ελληνική εμπλοκή στην περιοχή της Σμύρνης αλλά και τη δυνατότητα παραχώρησης ακόμη και της Κωνσταντινούπολης στην Ελλάδα. Ο Βενιζέλος πίστευε ότι, αν η Σμύρνη περιερχόταν στην Ελλάδα, η Κωνσταντινούπολη είχε παρόμοια τύχη αργότερα, διότι θα βρισκόταν ανάμεσα σε δύο ελληνικές περιοχές, τη Σμύρνη και τη Θράκη. Η προσθήκη της Κωνσταντινούπολης τη δεδομένη στιγμή που ήταν πρόωρη και θα συνεπαγόταν την οριστική εγκατάλειψη της δυτικής Μικράς Ασίας. Η δημιουργία ενός συμπαγούς τουρκικού κράτους στην Ανατολία δεν επέτρεπε ψευδαισθήσεις για τη διατήρηση της ελληνικής παρουσίας στην περιοχή και θα λειτουργούσε αποτρεπτικά σε μελλοντικές ελληνικές προσπάθειες για επέκταση στον νότο.
Χαρακτηριστική των αντιλήψεων του Βενιζέλου για την προσάρτηση της Κωνσταντινούπολης είναι η συνομιλία του με τη στενή του συνεργασία: «Θα καλέσωμεν τους Τούρκους και δεν ενώνονται, έχω την εντολή να καταλάβω ουσιαστικά την Κωνσταντινούπολη. Τώρα δε που η Ρωσία δεν μπορεί να επέμβη, εμείς θα την καταλάβωμεν ανενόχλητοι [...]. Όταν πλέον τα επιτύχωμεν αυτά, θα προσαρτήσωμεν την Ελλάδα εις το Κράτος της Κωνσταντινουπόλεως με έδρα την πόλιν αυτήν. Και όταν γίνουν αυτά, θα ζητήσωμεν από τους γείτονές μας να έλθωμεν εις συνεννόησιν δια μίαν Βαλκανικήν Ομοσπονδίαν, συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκίας». Δηλαδή, ο απώτερος στόχος της υψηλής στρατηγικής Βενιζέλου ήταν η δημιουργία μιας μεγάλης Βαλκανικής Ομοσπονδίας με έδρα την Κωνσταντινούπολη και κυρίαρχο το ελληνικό στοιχείο.
Η συνεπικουρούμενη των ελληνικών διεκδικήσεων ήταν η ισχνή βρετανική στρατιωτική παρουσία στην Ανατολία. Οι Βρετανοί ήλπιζαν ότι η αποστολή ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή που δρούσε εξισορροπητικά.
Στην πραγματικότητα, η εξωτερική πολιτική του Βενιζέλου κινείται στην κόψη του ξυραφιού. Τα εμπόδια που βλήθηκαν στην προσπάθεια λήψης μιας απόλυτα ορθολογικής απόφασης από τον Ελ. Βενιζέλο ήταν πολλά. Η επιτυχία της ελληνικής στρατιωτικής αποστολής στη Σμύρνη – Αποτέλεσμα της βουλήσεως της Βρετανίας, της Γαλλίας και των ΗΠΑ για ανάσχεση της ιταλικής επιρροής στη Μικρά Ασία - εξαρτιόταν αναπόδραστα όχι μόνο από τη διεθνή αποδοχή και στήριξη αλλά και από την εσωτερική. Οι μη-ελληνικοί πληθυσμοί της περιοχής Σμύρνης θα έπρεπε να αποδεχτούν την ελληνική στρατιωτική παρουσία χωρίς αντιρρήσεις ή να αμβλυνθούν οι ανησυχίες τους για ενδεχόμενες αρνητικές αρνήσεις από μία τέτοια εξέλιξη. Κατά συνέπεια, ήταν απαραίτητη η εγκαθίδρυση ενός αμερόληπτου και αντικειμενικού συστήματος διοίκησης από την ελληνική πλευρά, ένα εγχείρημα υψηλής δυσκολίας, δεδομένης της πληθυσμιακής αντίθεσης των τουρκικών και του τουρκικού εθνικισμού αλλά και της ιταλικής εξωτερικής πολιτικής.
Η προσπάθεια των Ιταλών να φέρουν τους υπόλοιπους Συμμάχους για τετελεσμένους μέσω της απόβασης στην Αττάλεια και συνακόλουθα να απειλήσουν τα ζωτικά ελληνικά συμφέροντα στην περιοχή προκάλεσε, λόγω του έκτακτου χαρακτήρα των στιγμών, την επίσπευση των αποστάσεων του Βενιζέλου. Η στενότητα του χρόνου και το μέγεθος της απειλής αύξησαν τον βαθμό έλλειψης ορθολογισμού στη διαδικασία λήψης απόφασης της Έλλης πρωθυπουργού.
Οι Ιταλοί πρόσβλεπαν στην προσάρτηση εδαφών στη Μικρά Ασία και την κατοχή των Δωδεκανήσων ώστε να δημιουργήσουν ισχυρές βάσεις κυριαρχίας στη Μέση Ανατολή και να παρεμβληθούν ως «σφήνα» στην αγγλογαλλική ηγεμονία. Ο έλεγχος αυτών των εδαφών επέτρεπε, αφενός την πρόσβαση και την εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών και ενεργειακών πηγών και αφετέρου τον έλεγχο θαλάσσιων οδών της ανατολικής Μεσογείου. Στον αντίποδα, η Ελλάδα θεωρούσε ως υψίστης στρατηγικής σημασίας τόσο την ενσωμάτωση των εδαφών της Μικράς Ασίας, όπου κυριαρχούσε πληθυσμιακά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά το ελληνικό στοιχείο όσο και την προστασία των επαπειλούμενων από τον τουρκικό εθνικισμό ελληνικών πληθυσμών στην περιοχή αυτή. Κατά συνέπεια, τα δύο κράτη κινούνταν σε μία τροχιά σύγκρουσης, χωρίς δυνατότητα αποφυγής. Στη συνέχεια, η Ιταλία θα εφαρμόσει με μεθοδικότητα την πολιτική αποδυνάμωση της ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία, εφοδιάζοντας τους κεμαλικούς με οπλισμό, παρέχοντας τους βάσεις εξόρμησης και βοηθώντας τους στην αναδιοργάνωση του στρατού τους. Η κατάσταση θα γίνει πιο πιεστική με την απόβαση ιταλικών στρατευμάτων στη Νέα Έφεσο, παράλληλα με την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη, γεγονός που θα απαιτήσει τη διπλωματική διαχείριση του Βενιζέλου και την αντίστοιχη της στρατιωτικής ηγεσίας.
Στην εξίσωση εισήλθε και η Γαλλία, της οποίας τα συμφέροντα στη Μέση Ανατολή δεν συνέχισε με την ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία μετά τη λήξη της διασυμμαχικής εντολής. Η διασφάλιση των γαλλικών οικονομικών συμφερόντων προϋπέθετε τη δημιουργία ενός τουρκικού κράτους, ισοδύναμου με το ελληνικό, και φιλικά διακείμενου στη Γαλλία. Η γαλλική θέση που καταστεί σαφής στην ελληνική πλευρά όπως αποδεικνύει επείγον τηλεγράφημα του Έλληνα πρεσβευτή στο Παρίσι Ρωμανού προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο στις 23/09/1920: «Σήμερον με εδέχθη ο Πρωθυπουργός Μιλλεράν. Μοι εδήλωσε ότι [...] δεν δύναμαι να παρασυρθώ εκ της φιλίας μου προς την Ελλάδα, μέχρι του σημείου να διακινήσω τα γαλλικά συμφέροντα [...]. Η Γαλλία, μοί είπεν, είναι δύναμη μουσουλμανική. Έχει βέβαια τα ιδανικά της, δεν δύναται όμως να διακινδυνεύει τα συμφέροντά της δια την απελευθέρωση υποδούλων λαών, διότι στερείται των μέσων, όπως εξαναγκάζει τους Τούρκους να δεχθεί τόσο αυστηρούς όρους [...]». Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η περίφημη δήλωση «Είναι και αυτή (η υπογραφή συνθήκης των Σεβρών) εύθραυστον αντικείμενον, ίσως ραγισμένον άγγελον...» ανήκει στον Γάλλο πρωθυπουργό Πουανκαρέ. Οι Γάλλοι θα σταθούν αρνητικά στην ελληνική στρατιωτική και πολιτική παρουσία στη Μικρά Ασία, θεωρώντας –όχι άδικα, ως έναν βαθμό– την Ελλάδα ως όργανο των Βρετανών.
Μία μεταβλητή που εισήλθε ορμητικά στο διεθνές προσκήνιο ήταν η οριστική επικράτηση των Μπολσεβίκων, των οποίων ένα από τα κύρια μελήματα ήταν η αντιμετώπιση του συνασπισμού των δυτικοευρωπαϊκών δυνάμεων εναντίον τους. Φυσική εξέλιξη, λοιπόν, ήταν η σύμπραξη με τους Κεμαλικούς, που την περίοδο 1919-20 βρίσκονταν αντιμέτωποι όχι μόνο με τους Έλληνες αλλά με το σύνολο σχεδόν των δυτικοευρωπαϊκών δυνάμεων. Η ρωσοτουρκική προσέγγιση δεν εξασφάλιζε μόνο την οικονομική παροχή και τη στρατιωτική αρωγή προς τους Κεμαλικούς και τη διπλωματική στήριξη της Μπολσεβικής Ρωσίας στον αγώνα τους αλλά και τα νώτα τους ώστε να μπορέσουν να αφοσιωθούν στον πόλεμο εναντίον των Ελλήνων και των Δυτικών. Οπωσδήποτε, την περίοδο κατά την οποία έπρεπε να λάβει την κρίσιμη απόφαση ο Βενιζέλος για ενεργότερη ανάμειξη της Ελλάδας στη Μικρά Ασία, οι Μπολσεβίκοι δεν είχαν γίνει ακόμη κύριοι της κατάστασης στη Ρωσία. Ο εμφύλιος πόλεμος μαινόταν, οι Δυτικοί τους πολιορκούσαν στρατιωτικά και είχαν επιβάλλει οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσία. Η έκβαση της σύγκρουσης ήταν ακόμη αμφίρροπη και τίποτα δεν προδίκαζε μια βέβαιη επικράτηση των Μπολσεβίκων.
Αναπόφευκτα, η σπουδαιότερη μεταβλητή που έπρεπε να λάβει υπόψη του ο Ελευθέριος Βενιζέλος εκείνη την περίοδο ήταν η αντίδραση των Τούρκων εθνικιστών. Συνεχίζεται η πολιτική των Νεότουρκων για την εξέταση των χριστιανικών (κατά συνέπεια, και των ελληνικών) πληθυσμών από τη Μικρά Ασία δεν δημιουργούσαν καμία ψευδαίσθηση στους Βενιζέλους και άλλο Έλληνα πολιτικό όσον αφορά τις ενδεχόμενες επικράτησής τους. Καθιστούσαν μείζονα απειλές για τη ζωή, την τιμή και την περιουσία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και τα ελληνικά ζωτικά συμφέροντα. Άλλωστε το πολιτικό πρόγραμμα του Μουσταφά Κεμάλ, όπως αυτό αποσαφηνίστηκε στα συνέδρια του Ερζερούμ (23/7/1919) και της Σεβάστειας (04/09/1919), πρόσφερε στη σύσταση ενός ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους με τουρκική ταυτότητα και όπου δεν υπήρχε θέση για τους χριστιανούς. Αργά αλλά σταθερά, αναδυόταν η απειλή των κεμαλικών, αρχικά, μέσα από την αντίσταση ατάκτων αρχών και αργότερα, με την οργανωμένη αντίσταση του αναδιοργανωμένου (πρώην) οθωμανικού στρατού.
Η μόνη μεταβλητή, φιλική διακείμενη στην Ελλάδα την περίοδο 1919-20 ήταν η Μεγάλη Βρετανία, καθώς τα συμφέροντά της στην ανατολική Μεσόγειο ταυτίζονταν με τα ελληνικά. Η Βρετανία ενδιαφερόταν άμεσα για την προστασία και τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών προς τη Μέση Ανατολή και την Ινδία, την εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων και την ελεύθερη διακίνηση και την ανάσχεση της παρουσίας των υπολοίπων δυνάμεων στην περιοχή (Γαλλία, Ιταλία και Ρωσία). Ο Βρετανός πρωθυπουργός Λόυντ Τζωρτζ επιφύλλασε για τους Έλληνες τον ρόλο της προστασίας των θαλασσίων οδών, έχοντας σε υψηλή εκτίμηση την μαχητική αξία του ελληνικού στρατού.
Η απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη δεν έμεινε αναπάντητη από τους Τούρκους εθνικιστές. Εφαρμόζοντας τακτικές ανταρτοπόλεμου, επηρεάζουν ασφυκτική πίεση στα ελληνικά στρατεύματα, που πρέπει να αντιμετωπιστούν μεταξύ των εχθρικών διαθέσεων του μουσουλμανικού πληθυσμού. Η κατάληψη της Περγάμου και η καταστροφή του Αϊδινίου στο θέμα του 1919 φανερώνουν το μέγεθος της σοβαρότητας της κατάστασης. Όχι μόνο οι Έλληνες αλλά και οι Δυτικοί αντιλαμβάνονται ότι ο κεμαλικός εθνικισμός που έχει δυσθεώρητο εμπόδιο, ειδικότερα μετά την επικράτηση του τελευταίου κατά την εμφύλια σύγκρουση με τις σουλτανικές δυνάμεις.
Η οικονομική και στρατιωτική εξασθένιση της Βρετανίας αποδυνάμωσε τη δυνατότητα των όρων της συνθήκης των Σεβρών. Αυτή η αδυναμία της εξέλαβε ο Βενιζέλος ως ευκαιρία επικράτησης των ελληνικών συμφερόντων στη Μικρά Ασία, αναλαμβάνοντας τη δέσμευση για χρήση αποκλειστικά της ελληνικής στρατιωτικής ισχύος, με στόχο την επιβολή των όρων της συνθήκης των Σεβρών. Η κίνηση Βενιζέλου είχε διττό σκοπό: αφ' ενός, την οριστική εκμηδένιση του κεμαλλικού εθνικιστικού κινδύνου και την ανάσχεση της γαλλικής και ιταλικής παρουσίας και αφ' ετέρου, τη δημιουργία τετελεσμένων πριν τη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων μέσω της επιβολής ουσιαστικού στρατιωτικού και πολιτικού ελέγχου στη δυτική και βία. Μόλαταύτα, η κίνηση Βενιζέλου εμπεριείχε στοιχεία υψηλού κινδύνου αλλά και μεγάλων κερδών – «όλα ή τίποτα». Η επιτυχία της πολιτικής του προσέκρουε σε τρία εμπόδια. Η ελληνική οικονομία δεν ήταν σε θέση να στηρίξει μια μακρόχρονη στρατιωτική σύγκρουση, χωρίς εξωτερική βοήθεια. Παρομοίως, ο ελληνικός στρατός βρισκόταν σε πολεμική εγρήγορση από το 1912 και ήταν αμφίβολο κατά πόσο θα μπορούσε να συνεχίσει να πολεμήσει με την ιδία μέσα, μακριά από τις γραμμές ανεφοδιασμού του και μέσα σε εχθρικό έδαφος για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τέλος, το ελληνικό εγχείρημα είχε να αντιμετωπίσει την εχθρική στάση της Γαλλίας και της Ιταλίας, που έβλεπε την ελληνική παρουσία ως άμεση απειλή για τα δικά τους ζωτικά συμφέροντα. Η Ελλάδα θα εισερχόταν στο πεδίο του διεθνούς ανταγωνισμού, ολομόναχη, στηριζόμενη κυρίως στη διπλωματική στήριξη της Βρετανίας – όχι όμως, την στρατιωτική και οικονομική.
Συμπερασματικά, ο Ελευθέριος Βενιζέλος έπρεπε να κινηθεί ανάμεσα σε «συμπληγάδες πέτρες» εκείνη την κρίσιμη περίοδο. Σαφώς, εκ των υστέρων είναι εύκολο να κρίνει κανείς αρνητικά ή θετικά μία απόφαση. Εκ του αποτελέσματος η κίνηση Βενιζέλου κρίνεται αρνητικά, όμως η δεδομένη στιγμή ήταν πολύ δύσκολη για τον ίδιο να πάρει μια διαφορετική απόφαση και να προβλέψει τη δράση αστάθμητων παραγόντων (π.χ. την επικράτηση των Μπολσεβίκων και τη σύμπραξή τους με τους Κεμαλικούς). Ο Κανένας Έλληνας πρωθυπουργός δεν θα ήταν τότε σε θέση να αρνηθεί το ενδεχόμενο απελευθέρωσης και προστασίας του υπόδουλου ελληνισμού της Ιωνίας, την ολοκλήρωση του οργάνου της Μεγάλης Ιδέας με την οποία είχαν γαλουχηθεί γενιές Ελλήνων, την ενίσχυση της Ελλάδας ως περιφερειακή δύναμη στην ανατολική δύναμη του Μεσόγειου. Κανένας Έλληνας πρωθυπουργός δεν θα ήταν τότε σε θέση να δεχτεί την προσωρινή έστω κατάληψη της Σμύρνης από ιταλικά στρατεύματα. Παρά τις κατηγορίες των αντιπάλων του για τυχοδιωκτισμό, οι ίδιοι, μόλις ανέλαβαν την εξουσία, συνέχισαν την πολιτική του με την αμείωτη ένταση και παρά τις δυσμενέστερες για τις ελληνικές θέσεις μεταβολές στο διεθνές προσκήνιο μετά την ανάληψη της εξουσίας απ' αυτούς. Η απόφαση για την απόβαση στη Σμύρνη ήταν η φυσική εξέλιξη της πολιτικής Βενιζέλου κατά την τελευταία δεκαετία αλλά η στρατηγική που είχε επιλέξει ο ελληνισμός από τη σύσταση του ελληνικού κράτους το 1830.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1) Π. Ήφαιστος: ΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΩΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ, Αθήνα, Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα, 2003.
2) Α. Α. Μαζαράκης (στρατηγός), ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ, Αθήνα, 1948.
3) Ξ. Στρατηγός, Η ΕΛΛΑΣ ΕΝ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ, Αθήνα, 1925.
4) Δ. Τσιριγώτης: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΣΤΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ 1919-1922, Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα, 2010.
5) Δ. Φωτιάδης: ΣΑΓΓΑΡΙΟΣ – ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ, Εκδόσεις Φυτράκη – ΤΑ ΝΕΑ, Αθήνα, 2011.




















