Σύνδεση

Σύνδεση

Ρωμαϊκά νομίσματα αναπαριστούν την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ

Ιουδαίοι και Εθνικοί: Διαφορές & Ομοιότητες

Αν και η γενική πεποίθηση στις μέρες μας είναι ότι υπήρχε αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στους Ιουδαίους και τους Εθνικού, όσον αφορά τις θρησκευτικές παραδόσεις και τη θεολογική θεώρηση του κόσμου, αυτό δεν ευσταθεί. Υπήρχαν ορισμένα πεδία, στα οποία υπήρχε σύμπτωση απόψεων και μοιράζονταν ίδιες αξίες σε αρκετά θέματα, αποτέλεσμα των επαφών και διεργασιών που λάβαιναν χώρα στον ευρύτερο μεσογειακό χώρο και πολιτισμό. Για παράδειγμα, όλοι οι μεσογειακοί λαοί πίστευαν στην ύπαρξη θεοτήτων (μίας ή πολλών), η λατρεία οριζόταν από αυστηρά προσδιορισμένους τελετουργικούς κώδικες, γίνονταν θυσίες ζώων κλπ. Επίσης, σε όλους τους μεσογειακούς πολιτισμούς ο φόνος, η μοιχεία, η κλοπή, η ληστεία και ο σεβασμός προς τα θεία αντιμετωπίζονταν με ιδιαίτερη αυστηρότητα.

Ωστόσο, υπήρχαν πολλά σημεία στα οποία υπήρχαν μεγάλες διαφορές ανάμεσα στους Ιουδαίους και στους Εθνικούς.

Πιο αναλυτικά, η ιουδαϊκή θρησκεία ήταν μονοθεϊστική, σε αντίθεση με τις θρησκείες των Εθνικών που ήταν πολυθεϊστικές. Αν και οι Ιουδαίοι παραδέχονταν την ύπαρξη αγγέλων και δαιμόνων, θεωρούσαν ότι κάτι τέτοιο δε σήμαινε την παραδοχή πολυθεϊστικών αντιλήψεων. Αυτές οι υπερφυσικές οντότητες υποτάσσονταν στην ύπαρξη του ενός και μοναδικού Θεού. Για τους Ιουδαίους, οι παγανιστικές θεότητες ήταν δαιμονικές και συνδέονταν με τον Σατανά.

Οι Ιουδαίοι πίστευαν ότι ήταν ο εκλεκτός λαός του Θεού, ο οποίος τους καθοδηγούσε και τους προστάτευε στον οποίον όφειλαν πίστη και υπακοή και στον οποίον όφειλαν αδιαμφισβήτητη πίστη και υπακοή. Ο Θεός είχε φανερώσει την προτίμησή του προς τους Ιουδαίους μέσα από τρία καθοριστικά γεγονότα της εβραϊκής ιστορίας: την κλήση του Αβραάμ, την έξοδο από την Αίγυπτο και την αποκάλυψη του θείου Νόμου στον Μωυσή στο όρος Σινά μέσα από τις Δέκα Εντολές. Η Παλαιά Διαθήκη ήταν, στην ουσία, η υπόσχεση του Θεού ότι θα προστατεύει το έθνος των Ιουδαίων, θα το αναδείξει εκλεκτό και πρώτο έναντι των υπόλοιπων εθνών επί της Γης και θα το λυτρώνει από τα δεινά του επίγειου κόσμου. Αντίθετα, οι Εθνικοί δεν θεωρούσαν τον εαυτό τους εκλεκτό κάποιων θεοτήτων επί της γης και δεν υπάρχουν αναφορές αποκάλυψης της θέλησης των θεοτήτων αυτών, στον βαθμό που να ορίζει αυστηρά τις αξίες τους και τον τρόπο διαβίωσης. Για τους Ιουδαίους, ο θείος Νόμος ήταν η πεμπτουσία της κοινωνικής ζωής τους, ρύθμιζε τα πάντα με ακρίβεια και αυστηρή λεπτομέρεια.

Στο επίκεντρο της ιουδαϊκής θρησκείας βρίσκονταν οι έννοιες της μετάνοιας, της τιμωρίας, της συγχώρεσης και της λύτρωσης, που ρύθμιζαν τη σχέση τους με τον Θεό. Για αρκετά παραπτώματα, υπήρχε η δυνατότητα της επαναφοράς του παραβάτη στον «ίσιο δρόμο» μέσα από τη μετάνοια ή την προσφορά θυσιών. Αυτό ίσχυε ειδικά στις περιπτώσεις που ο παραβάτης δεν στράφηκε εναντίον της ζωής, της τιμής ή της περιουσίας κάποιου άλλου. Εκτός από την τιμωρία που προέβλεπε ο θείος Νόμος, ο παραβάτης, ειδικά αυτός που δεν μετανοούσε έμπρακτα, κινδύνευε να υποστεί τις συνέπειες της οργής του Θεού, π.χ. προσβαλλόταν από κάποια αρρώστια, αυτός ή κάποιο / κάποια συγγενικά πρόσωπά του. Ωστόσο, αν ο παραβάτης αναγνώριζε και αποδεχόταν τη θεία προέλευση της τιμωρίας, τότε απολάμβανε εκ νέου την ευεργεσία του θείου Νόμου. Το σχήμα αυτό επεκτεινόταν και σε συλλογικό / εθνικό επίπεδο. Η σκλαβιά των Εβραίων στην Αίγυπτο και η αιχμαλωσία τους από τους Βαβυλώνιους ερμηνευόταν ως θεία τιμωρία για τις αμαρτίες που είχαν υποπέσει ως έθνος. Όμως η σκληρή δοκιμασία της σκλαβιάς ή της αιχμαλωσίας, μέσα από τη μετάνοια, οδηγούσε τελικά στην ελευθερία και τη σωτηρία, χάρη στην παρέμβαση του Θεού. Τέλος, η έννοια της λύτρωσης έπαιρνε και αυτή ατομικό ή εθνικό χαρακτήρα. Στην πρώτη περίπτωση, οι πιστοί Ιουδαίοι περίμεναν τη λύτρωση τους μετά θάνατον ενώ στη δεύτερη, το έθνος των Ιουδαίων περίμενε την έλευση του Μεσσία, ενός συνταρακτικού γεγονότος που θα ανέτρεπε την καθεστηκυία τάξη επί της Γης και θα το αναδείκνυε σε ξεχωριστή, πρωτεύουσα θέση επί των Εθνικών. Δηλαδή, η πρώτη περίπτωση εμπεριείχε το στοιχείο της ατομικής, συνειδησιακής και μεταφυσικής εξύψωσης ενώ η δεύτερη περίπτωση το στοιχείο της συλλογικής, πολιτικής, κοσμικής εξύψωσης.

Τα ερείπια των Σκαλιών της Ανύψωσης, τα οποία αποκαλύφθηκαν από τον αρχαιολόγο Μπέντζαμιν Μαζάρ, στη νότια είσοδο της αυλής του Ναού. Οι πιστοί προσέρχονταν από αυτή την κατεύθυνση για να κάνου θυσίες στο Ναό

Σημαντικές ήταν και οι διαφορές μεταξύ Ιουδαίων και Εθνικών στο πεδίο των θρησκευτικών πρακτικών και της λατρείας.

Οι Ιουδαίοι λάτρευαν τον Θεό μόνο σ' έναν ναό, στο Ναό της Ιερουσαλήμ, όχι στην ύπαιθρο ή σε άλλους ναούς και ήταν υποχρεωμένοι να τον επισκέπτονται τρεις φορές τον χρόνο. Για πρακτικούς λόγους, κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον για όλους τους Ιουδαίους, διότι πολλοί απ' αυτούς ζούσαν σε απομακρυσμένες περιοχές του Ισραήλ ή σε άλλες χώρες. Ωστόσο, όλοι πλήρωναν τον φόρο για τις θυσίες που προσφέρονταν στο Ναό εκ μέρους όλης της κοινότητας. Κάθε Ιουδαίος ήταν υποχρεωμένος να προσεύχεται δύο φορές την ημέρα στο σπίτι του, απαγγέλλοντας τις Δέκα Εντολές και σημαντικά εδάφια του Δευτερονομίου, όταν ξυπνούσε και πριν κοιμηθεί. Επίσης, όλες οι ιουδαϊκές κοινότητες είχαν ομαδικούς χώρους προσευχής, τις «συναγωγές», όπου οι πιστοί συγκεντρώνονταν τα Σάββατα για να μελετήσουν το Νόμο και να προσευχηθούν. Οι Ιουδαίοι έκαναν περιτομή στα αρσενικά βρέφη, όπως επίτασσε η διαθήκη του Αβραάμ. Το Σάββατο, η έβδομη μέρα της εβδομάδας, ήταν μέρα ιερή και απόλυτης αργίας. Μια σειρά από τροφές, όπως το χοιρινό και τα οστρακόδερμα, αλλά και αρπακτικά ή τρωκτικά απαγορεύονταν. Διάφορα σωματικά υγρά, όπως το αίμα της περιόδου, το σπέρμα, τα υγρά του τοκετού και η επαφή με πτώματα θεωρούνταν πηγή ακαθαρσίας. Συνδέονταν με τη θνητή υπόσταση του ανθρώπου, σε αντιδιαστολή με την αθάνατη και αμόλυντη υπόσταση του Θεού. Γι' αυτόν τον λόγο, πριν την είσοδο στο Ναό, ήταν απαραίτητος ο εξαγνισμός, πλένοντας τα χέρια τους και το πρόσωπό τους. Η πρακτική του εξαγνισμού όμως δεν περιοριζόταν μόνο στην ιουδαϊκή θρησκεία αλλά ήταν διαδεδομένη σε όλες σχεδόν τις αρχαίες θρησκείες της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Πολλές απ' αυτές τις πρακτικές φάνταζαν παράξενες ή αδιανόητες στα μάτια των Εθνικών. Η λατρεία των θεοτήτων τους συνέβαινε όχι μόνο σ' έναν ναό αλλά σε πολλούς και οι ναοί τους περιείχαν είδωλα που απεικόνιζαν τους θεούς τους. Πολλοί άλλοι λαοί της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας δεν είχαν πρόβλημα να λατρέψουν και τους θεούς των Ελλήνων και των Ρωμαίων παράλληλα με τους δικούς τους. Η άρνηση των Ιουδαίων να λατρέψουν άλλον θεό από τον δικό τους ερμηνευόταν ως αντικοινωνική συμπεριφορά από τους υπόλοιπους Εθνικούς. Το ίδιο τους ξένιζε και η απαγόρευση του χοιρινού. Οι Εθνικοί δεν έτρωγαν σκύλους, αρπακτικά και τρωκτικά αλλά αυτή η πρακτική δεν πήγαζε ως αποτέλεσμα θείας εντολής. Η απόλυτη αργία του Σαββάτου ήταν πρωτόγνωρη γι' αυτούς. Επίσης αρνητική εντύπωση τους προκαλούσε το γεγονός ότι οι Εβραίοι της Διασποράς δεν υιοθετούσαν στοιχεία από τον πολιτισμό της περιοχής που ζούσαν, αλλά κρατούσαν πάντοτε με αυστηρότητα μια απόσταση από τους γηγενείς πληθυσμούς και τις παραδόσεις τους. Η συμπεριφορά αυτή θεωρούταν από τους Εθνικούς ως αντικοινωνική. Εν κατακλείδι, η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον ιουδαϊσμό και την αρχαία ελληνορωμαϊκή θρησκεία και τις υπόλοιπες θρησκείες του μεσογειακού κόσμου είναι ότι η ηθική, όλες οι εκφάνσεις της ζωής, ιδιωτικής και δημόσιας, ρυθμίζονται από τον Νόμο που έδωσε ο Θεός στον Μωυσή στο όρος Σινά. Τα έθιμα, οι πρακτικές και οι παραδόσεις τους ήταν θεσπισμένα από τον ίδιο τον Θεό, άρα δεν ήταν επιτρεπτή η αφομοίωσή τους από τους Εθνικούς. Ο ιουδαϊσμός άρχιζε και τελείωνε με τη λατρεία του Θεού και την υπακοή στις θείες εντολές.


Ο/Η συγγραφέας Γιάννης Χρονόπουλος έχει γράψει επίσης το βιβλίο:
Τα Cookies μας επιτρέπουν να σας προσφέρουμε μια καλύτερη και ασφαλέστερη εμπειρία κατά τη χρήση του δικτυακού μας τόπου. Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Historical Quest αποδέχεστε τη χρήση Cookies. Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε διαβάστε τους Όρους Χρήσης & Απορρήτου.