Σύνδεση

Σύνδεση

Η μεταφορά του Μενορά από τον Ναό της Ιερουσαλήμ στη Ρώμη, απόσπασμα από ανάγλυφο στην Αψίδα του Τίτου στο Forum Romanum

Η ρωμαϊκή Ιουδαία

Μια από τις πιο ταραχώδεις επαρχίες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η Ιουδαία προκάλεσε τεράστια προβλήματα στους Ρωμαίους διοικητές της. Οι εξεγέρσεις ξεσπούσαν συνήθως όταν επικρατούσε αστάθεια στην ηγεσία της περιοχής ή οι Ιουδαίοι κάτοικοι αισθάνονταν ότι προσβάλονταν η θρησκεία τους. Τρανταχτά παραδείγματα είναι η, κατόπιν εντολής του Πόντιου Πιλάτου, είσοδος του ρωμαϊκού στρατού στην Ιερουσαλήμ, φέροντας τα λάβαρά του – τα οποία θεωρήκαν «είδωλα» από τους Ιουδαίους και η διαταγή του ανισόρροπου αυτοκράτορα Γάιου «Καλιγούλα» να στηθεί άγαλμά του μέσα στον Ναό της Ιερουσαλήμ. Στην πρώτη περίπτωση, πλήθος Ιουδαίων έσπευσε στην Καισάρεια να διαμαρτυρηθεί στον Πιλάτο για την ασέβεια προς τον Ιουδαϊκό Νόμο. Ο Ρωμαίος έπαρχος διέταξε τους λεγεωνάριους να τους περικυκλώσουν αλλά οι Ιουδαίοι πρόβαλαν τους λαιμούς τους λέγοντας ότι προτιμούσαν να τους θανατώσουν παρά να δεχτούν τέτοια ταπείνωση. Στη δεύτερη περίπτωση, οι Ιουδαίοι διαμαρτυρήθηκαν στον Ρωμαίο ανθύπατο της Συρίας και δήλωσαν ότι ήταν έτοιμοι να θανατωθούν παρά να ζήσουν τέτοια ασέβεια. Τελικά, προς ανακούφιση όλων, ο Γάιος «Καλιγούλας» δολοφονήθηκε και το θέμα έληξε εκεί. Αξίζει να σημειωθεί ότι στον ιδεολογικό πυρήνα πολλών εξεγέρσεων βρισκόταν η προσδοκία για την έλευση του Μεσσία, που θα απήλασσε τον λαό του από τα δεσμά. Εκεί βασιζόταν ο φόβος του Ηρώδη Αντύπα για τον ρόλο του Ιωάννη του Βαπτιστή και από κει πήγαζε η ανησυχία των Ρωμαίων για τον ρόλο του Ιησού. Η μεγάλη εξέγερση των Ιουδαίων το 66 μ.Χ., που τελικά συνετρίβη από τις ρωμαϊκές λεγεώνες, εδραζόταν σε αυτή την γενικευμένη πεποίθηση της μεσσιανικής παρέμβασης.

Η αποτυχία του Αρχέλαου οδήγησε τον Οκταβιανό Αύγουστο στην απόφαση να διορίσει Ρωμαίο κυβερνήτη από τις κατώτερες τάξεις της ρωμαϊκής αριστοκρατίας, τους ιππείς. Δύο μεγάλα θέματα όφειλε να αντιμετωπίσει ο Ρωμαίος διοικητής, ο οποίος κατείχε τον βαθμό του έπαρχου. Το πρώτο ήταν ότι μεγάλα πλήθη κόσμου συνέρεαν συχνά στην Ιερουσαλήμ για διάφορους λόγους, όπως θρησκευτικές εορτές, με αποτέλεσμα η πρωτεύουσα της επαρχίας να γίνεται εστία επαναστατικών διεργασιών. Η ανάφλεξη του λαού της Ιερουσαλήμ ήταν συχνό φαινόμενο, ιδιαίτερα όταν θεωρούσε ότι οι Ρωμαίοι δεν σέβονταν αρκετά τη θρησκεία τους. Το δεύτερο θέμα ήταν ότι υπήρχε έντονη διαμάχη μεταξύ Ιουδαίων και Σαμαρειτών, που όχι σπάνια κατέληγε σε συγκρούσεις μεταξύ τους. Η αντιπαλότητα αυτή βασιζόταν στο γεγονός ότι η πλειοψηφία των κατοίκων της Σαμάρειας δεν ήταν ιουδαϊκός. Το ίδιο ίσχυε και σε μεμονωμένες πόλεις της επαρχίας. Ένα συχνό φαινόμενο κακοδιοίκησης ήταν η προσπάθεια των εκάστοτω Ρωμαίων επάρχων να ιδιοποιηθούν τα έσοδα της επαρχίας προς δικό τους όφελος. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Πόντιου Πιλάτου που δέσμευσε για λογαριασμό του μέρος των χρημάτων του Ναού που προοριζόταν για την κατασκευή υδραγωγείου. Η εξέγερση του λαού της Ιερουσαλήμ καταπνίγηκε εν τη γενέσει της από ομάδες Ρωμαίων λεγεωνάριων κρυμμένων ανάμεσα στο πλήθος.

Ίσως φαίνεται σε πολλούς παράδοξο ότι η κατοικία του έπαρχου δεν ήταν στην Ιερουσαλήμ, την πρωτεύουσα της επαρχίας, αλλά στην Καισαρεία. Αυτό όμως εξηγείται από το γεγονός, ότι οι Ρωμαίοι έπαρχοι δεν ήθελαν να κατοικούν στην καρδιά μιας πόλης τόσο εύφλεκτης όσο Ιερουσαλήμ. Επιπρόσθετα, η Καισάρεια ήταν ουσιαστικά μια ελληνορωμαϊκή πόλη, που κτίστηκε από τον Ηρώδη στα παράλια της Παλαιστίνης και ονομάστηκε έτσι προς τιμή του Καίσαρα Οκταβιανού Αύγουστου. Συνεπώς, η επιλογή της ως μέρος κατοικίας του Ρωμαίου έπαρχου ήταν απόλυτα λογική για τα δεδομένα της εποχής. Η ρωμαϊκή στρατιωτική δύναμη στην Ιουδαία ανερχόταν στους 3.000 άνδρες, οι οποίοι ήταν κατανεμημένοι στο φρούριο Αντωνίνα της Ιερουσαλήμ και άλλα φρούρια της επαρχίας. Η δύναμη αυτή ήταν αρκετή για να τηρεί την τάξη στην επαρχία, αλλά δεν ήταν ικανή να αντιμετωπίσει μια γενική εξέγερση του τοπικού πληθυσμού. Προς ενίσχυσή της έστεργε η στρατιωτική δύναμη της επαρχίας της Συρίας, η οποία ανερχόταν σε 20.000 πεζούς και 5.000 ιππείς (δηλαδή, τέσσερις λεγεώνες).

Σε γενικές γραμμές, οι Ρωμαίοι δεν αναμειγνύονταν στις εσωτερικές υποθέσεις των κατοίκων της Ιουδαίας. Ίσχυε ένα σύστημα αυτόνομης τοπικής αυτοδιοίκησης, όπου οι πρόκριτοι των χωριών και των κωμοπόλεων αποφάσιζαν για τα σημαντικά θέματα των κοινοτήτων τους (π.χ. δικαστικές διαφορές). Αν η κατάσταση ξέφευγε τον έλεγχο, τότε επενέβαινε ο έπαρχος κατόπιν εκκλήσεως των προκρίτων.

Ο αρχιερέας της Ιερουσαλήμ ήταν ο ανώτατος άρχοντας των Ιουδαίων. Μαζί με το συμβούλιό του (Σαχεντρίν) λάμβαναν αποφάσεις σχετικά με δικαστικά, αστυνομικά, εκπαιδυετικά, θρησκευτικά και νομοθετικά ζητήματα, καθώς και τη συλλογή των φόρων υποτέλειας. Το αξίωμά τους ήταν κληρονομικό. Ο αρχιερέας επιλεγόταν από μία από τις τέσσερις ιερατικές αριστοκρατικές οικογένειες. Η αστυνομική δύναμη της Ιερουσαλήμ ήταν η φρουρά του Ναού, που ανερχόταν σε χιλιάδες άνδρες.

Πολιορκία και Καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους,  ελαιογραφία του David Roberts, 1850

Λόγω των έκτακτων συνθηκών που ίσχυαν στην επαρχία, ο έπαρχος ήταν ο μόνος που είχε το αποκλειστικό και απόλυτο δικαίωμα επιβολής της θανατικής ποινής σε όλους τους υπηκόους της επαρχίας, Ιουδαίους και μη, λαϊκούς ή στρατιωτικούς και χωρίς καν δίκη σε τοπικό δικαστήριο ή της Ρώμης. Ωστόσο, η θανατική ποινή επιβαλλόταν από την ιουδαϊκή θρησκευτική ηγεσία, χωρίς παρέμβαση της Ρώμης, στην περίπτωση της εισόδου κάποιου Εθνικού στον χώρο του Ναού της Ιερουσαλήμ. Το μέτρο της θανατικής ποινής επιβαλλόταν με σύνεση, αλλιώς ο κίνδυνος της γενικευμένης εξέγερσης παραμόνευε κάθε στιγμή. Οι υπήκοοι της Ιουδαίας μπορούσαν να προσφύγουν στον ανθύπατο της Συρίας, ανώτερο σε ιεραρχία του έπαρχου της Ιουδαίας, και να του ζητήσουν να παρέμβει στον αυτοκράτορα υπέρ τους. Ήταν μάλιστα πιθανό να ανακληθεί ο έπαρχος στη Ρώμη και να λογοδοτήσει στον αυτοκράτορα ή και να καθαιρεθεί από το αξίωμά του. Αυτό έγινε και στην περίπτωση του Πόντιου Πιλάτου.

Σε γενικές γραμμές, οι αριχερείς ήταν σεβαστοί και αποδεκτοί από τον λαό των Ιουδαίων – οι μεσολαβητές ανάμεσα σε αυτόν και την πανίσχυρη Ρώμη. Αυτή η εκτίμηση αντανακλούσε τόσο στο πρόσωπό τους όσο και στο αξίωμά τους. Ωστόσο, υπήρξαν περιπτώσεις αρχιερέων που μισήθηκαν και εξοντώθηκαν στη διάρκεια εξεγέρσεων. Την εποχή του Χριστού, ο Ιωσήφ Καϊάφας θεωρείτο γενικώς ως αξιοσέβαστος ηγέτης από τον λαό του και η συνεργασία του με τους Ρωμαίους ήταν αρμονική κατά τα δεκαεπτά έτη της θητείας του.

Η Ιερουσαλήμ κατοικείτο αποκλειστικά από Ιουδαίους. Οι Εθνικοί κατοικούσαν κυρίως στην ελληνορωμαϊκή Καισάρεια και δεν υπήρχε καμία προσπάθεια εκ μέρους των Ρωμαίων επάρχων να επιβάλλουν τα ελληνορωμαϊκά έθιμα και θεσμούςστους Ιουδαίους. Αν και αποσπάσματα της Καινής Διαθήκης ερμηνεύονται από ορισμένους ερευνητές ως αποδείξεις καταπίεσης του ιουδαϊκού πληθυσμού από τους Ρωμαίους, στην πραγματικότητα, η παρουσία των Εθνικών στην Ιερουσαλήμ ήταν μηδαμινή και ο ρωμαϊκός διοικητικός μηχανισμός και στρατός τηρούσαν αποστάσεις ασφαλείας. Η Ρώμη δεν επιθυμούσε την πολιτισμική προσάρτηση μιας τόσο ιδιάζουσας επαρχίας στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Ούτε προσδοκούσε οικονομικά οφέλη από την επαρχία αυτή μιας και η Ιουδαία ήταν μια φτωχή περιοχή. Της αρκούσε ο πολιτικός έλεγχος λόγω της γεωστρατηγικής θέσης της, καθώς βρισκόταν ανάμεσα στις πολύ πιο πλούσιες και σημαντικές επαρχίες της Συρίας και της Αιγύπτου. Οι πραγματικοί ηγέτες των Ιουδαίων ήταν η τοπική θρησκευτική αριστοκρατία και οι πρόκριτοι.


Ο/Η συγγραφέας Γιάννης Χρονόπουλος έχει γράψει επίσης το βιβλίο:
Τα Cookies μας επιτρέπουν να σας προσφέρουμε μια καλύτερη και ασφαλέστερη εμπειρία κατά τη χρήση του δικτυακού μας τόπου. Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Historical Quest αποδέχεστε τη χρήση Cookies. Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε διαβάστε τους Όρους Χρήσης & Απορρήτου.