Σύνδεση

Σύνδεση

Η Συνθήκη των Παρισίων (1856), ζωγραφικό έργο του Édouard Louis Dubufe (30 Απριλίου 1820 – 11 Αυγούστου 1883)

Η Κρητική Επανάσταση του 1866-69 προκάλεσε αναταράξεις στο ολόενα ανοικτό Ανατολικό Ζήτημα. Η εξέγερση των Κρητών εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έδινε την ευκαιρία στη Ρωσία να προωθήσει τα συμφέροντά της στην Βαλκανική χερσόνησο και τη Μαύρη Θάλασσα με τη συμπαράσταση της Γαλλίας. Σε αντάλλαγμα, ο Τσάρος Αλέξανδρος Β΄ θα υποστήριζε τα σχέδια του Ναπολέοντα Γ΄ για προσάρτηση της Ρηνανίας, του Σάαρ και του Λουξεμβούργου. Για τους παραπάνω λόγους η Γαλλία και η Ρωσία ήταν σχετικώς ευνοϊκά διακείμενοι στην Κρητική Επανάσταση. Σε αυτή την εξίσωση όμως υπήρχε ο παράγοντας Βρετανία, μία δύναμη που δεν ήθελε επ' ουδενί μια αλλαγή στο status quo της Ανατολικής Μεσογείου. Ο δρόμος προς τις Ινδίες έπρεπε να παραμείνει πάσει θυσία και αποκλειστικά μια βρετανική υπόθεση.

Χάρτης της Ευρώπης, 1860

Κατά τη δεκαετία του 1860 υπήρξαν ευρείες ανακατατάξεις στον συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρώπη. Μία αναδυόμενη δύναμη, η Πρωσία του Βίσμαρκ, εισερχόταν ορμητικά στο γεωπολιτικό προσκήνιο, αμφισβητώντας την πρωτοκαθεδρία των τεσσάρων παραδοσιακών Μεγάλων Δυνάμεων (Αυστρία, Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία). Στις 3 Ιουλίου 1866, η νίκη των Πρώσων επί των Αυστριακών στη Σάντοβα, άνοιγε τον δρόμο προς την ανυπεράσπιστη Βιέννη. Με τους Πρώσους προ των πυλών, η αυστριακή αυτοκρατορική δυναστεία των Αψβούργων δεν είχε περιθώρια αντιδράσεων. Έσπευσε να ζήτησει ανακωχή, την οποία ο Βίσμαρκ δέχθηκε χωρίς την απαίτηση εδαφικών ή άλλων ανταλλαγμάτων. Για τον Πρώσο ηγέτη αρκούσε η υποβάθμιση της Αυστρίας σε δεύτερη γερμανική δύναμη μετά την ταπεινωτική στρατιωτική ήττα στη Σάντοβα. Παράλληλα, οι Αυστριακοί, παρά τις νίκες τους επί των Ιταλών στην Κουστότζα και στην Αίσα, ήταν υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουν τον οίκο της Σαβοϊας ως τον νόμιμο βασιλικό οίκο της Ιταλίας και να παραχωρήσουν στην Ιταλία τη Βενετία.

Πλέον, δύο νέες δυνάμεις αναδεικνύονταν στην Ευρώπη: η Πρωσία και η Ιταλία. Η άνοδός τους σήμαινε την παράλληλη εξασθένιση της Αυστρίας αλλά και της Γαλλίας, που έπαιζε καθοριστικό ρόλο στα ιταλικά πράγματα. Οι Γάλλοι τώρα δεν θα ήταν σε θέση να επεμβαίνουν τόσο ανοικτά στην Ιταλία και συνάμα, θα είχαν έναν θανάσιμο κίνδυνο εξ Ανατολάς: την Πρωσία. Δεν ήταν λίγοι οι Γάλλοι, που διαβλέποντας τον μελλοντικό κίνδυνο, συνέστησαν στον Ναπολέοντα Γ΄ να κηρύξει αμέσως τον πόλεμο στην Πρωσία. Οι εισηγήσεις τους δεν εισακούστηκαν – λίγα χρόνια αργότερα, το 1870, οι Πρώσοι θα παρέλαυναν στο Παρίσι. Οι ανακατατάξεις στη Δυτική Ευρώπη προκάλεσαν κινητικότητα και στην Ανατολή. Οι Ρώσοι διαρκώς αναζητούσαν τρόπους ανατροπής των επαχθών όρων που τους είχαν επιβληθεί με τη συνθήκη του Παρισίου το 1856 μετά το τέλος του Πολέμου της Κριμαίας (π.χ. ουδετερότητα του Ευξείνου Πόντου). Ένας γαλλορωσικός άξονας δημιουργήθηκε με στόχο τη συμπίεση της Πρωσίας.

Αλέξανδρος Β΄ Νικολάγεβιτς (29 Απριλίου 1818 –13 Μαρτίου 1881), γνωστός ως Αλέξανδρος ο Ελευθερωτής, ήταν τσάρος της Ρωσίας από τις 3 Μαρτίου 1855 έως τη δολοφονία του το Μάρτιο του 1881. Είχε επίσης τον τίτλο του βασιλέα της Πολωνίας και του Μεγάλου Δούκα της Φινλανδίας.

Η Κρητική Επανάσταση του 1866-69 προκάλεσε αναταράξεις στο ολόενα ανοικτό Ανατολικό Ζήτημα. Η εξέγερση των Κρητών εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έδινε την ευκαιρία στη Ρωσία να προωθήσει τα συμφέροντά της στην Βαλκανική χερσόνησο και τη Μαύρη Θάλασσα με τη συμπαράσταση της Γαλλίας. Σε αντάλλαγμα, ο Τσάρος Αλέξανδρος Β΄ θα υποστήριζε τα σχέδια του Ναπολέοντα Γ΄ για προσάρτηση της Ρηνανίας, του Σάαρ και του Λουξεμβούργου. Για τους παραπάνω λόγους η Γαλλία και η Ρωσία ήταν σχετικώς ευνοϊκά διακείμενοι στην Κρητική Επανάσταση. Σε αυτή την εξίσωση όμως υπήρχε ο παράγοντας Βρετανία, μία δύναμη που δεν ήθελε επ' ουδενί μια αλλαγή στο status quo της Ανατολικής Μεσογείου. Ο δρόμος προς τις Ινδίες έπρεπε να παραμείνει πάσει θυσία και αποκλειστικά μια βρετανική υπόθεση. Αυτονομία της Κρήτης ή ένωση της με την Ελλάδα σήμαινε την ανάδυση ενός νέου εν δυνάμει ανταγωνιστή των βρετανικών συμφερόντων και αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μια τέτοια εξέλιξη θα έχει ως συνέπεια την ενίσχυση της Ρωσίας στη Μεσόγειο Θάλασσα και την αμφισβήτηση της βρετανικής πρωτοκαθεδρίας. Η επικείμενη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ στην Αίγυπτο καθιστούσε ακόμη πιο σημαντικό το ζήτημα του ελέγχου της Κρήτης για ευνόητους λόγους. Επομένως, η Βρετανία ήταν εξ' αρχής αρνητική απέναντι στην εξέγερση των Κρητών. 

Χαρακτηριστική της βρετανικής στάσης η θέση του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών Κλάρεντον, που προέβαλε κάποια παράπονα μιας μερίδας πολιτών των Ιονίων νήσων μετά την Ένωση με την Ελλάδα. Την παρομοίαζε με «κατάκτησιν των Αθηνών». Ωστόσο, αυτά τα παράπονα δεν θα έπρεπε να σε καμία περίπτωση να εκληφθούν ως μια γενικότερη αντίδραση στην ένωση των Ιονίων νήσων με την Ελλάδα. Επρόκειτο κυρίως για διαψεύσεις προσδοκιών εκ μέρους γεωργών που ανέμεναν τη διαγραφή χρεών τους, δυσαρεστημένους γαιοκτήμονες για τις απώλειες προνομίων ή κάποιους μητροπολίτες, ιδίως τον της Κεφαλληνίας, διότι πλέον υπάγονταν στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδας και όχι στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης.

Ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Κλάρεντον (12 Ιανουαρίου 1800 - 27 Ιουνίου 1870)

Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον Κλάρεντον, οι Επτανήσιοι είχαν μετανιώσει για την ένωση με την Ελλάδα και τυχόν ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα θα είχε παρόμοιες συνέπειες για τους Κρήτες. Έδινε δηλαδή μια στρεβλή εικόνα για την κατάσταση στα Επτάνησα, παρουσιάζοντας τα συνήθη παράπονα πολιτών προς την κεντρική κυβέρνηση ως ένα καθεστώς γενικευμένης απογοήτευσης και ριζικής μεταστροφής της γνώμης του επτανησιακού λαού για την ένωση. Ωστόσο, το πατριωτικό αίσθημα τόσο των Κρητών όσο και όλων των Ελλήνων ήταν υψηλό και τέτοιου είδους επιχειρήματα δεν έβρισκαν γόνιμο έδαφος. Επιπλέον, οι Κρήτες βρίσκονταν υπό την στυγνή οθωμανική κυριαρχία, σε αντίθεση με τους Επτανήσιους, που προηγουμένως υπάγονταν στην προστασία της Μεγάλης Βρετανίας.

Μέσα στα πλαίσια αυτών των διεθνών περιορισμών κινήθηκε ο αγώνας του Κρητικού λαού και η ελληνική εξωτερική πολιτική. Η ανένδοτη στάση της Βρετανίας και ο καιροσκοπισμός της Γαλλίας και της Ρωσίας στένευαν τα περιθώρια για μια ευτυχή κατάληξη του αγώνα των Κρητών. Αναπόφευκτα, η τύχη του υπομνήματος της Ελληνικής κυβερνήσεως, εμπνευσμένο από τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, δεν είχε καμία τύχη. Παρόμοια ήταν και η κατάληξη της έκκλησης των επαναστατών της Γενικής Συνέλευσης των Σφακίων στις 21 Αυγούστου 1866.

Ο τουρκικός στρατός, αποτελούμενος από 15.000 τακτικό στρατό και υποστηριζόμενος από τριάντα κανόνια, υπό τον Μουσταφά Ναϊλή Πασά, μπροστά απ' την Ιερά Μονή ΑρκαδίουΩστόσο, το τραγικό ολοκαύτωμα του Αρκαδίου προκάλεσε τεράστια συγκίνηση στην Ευρώπη και την Αμερική. Ένα νέο ρεύμα φιλελευθερισμού και υποστήριξης του αγώνα των Κρητών δημιουργήθηκε στους λαούς της Ευρώπης. Εθελοντές ξένοι κατέφτασαν στην Κρήτη για να πολεμήσουν στο πλευρό των επαναστατών, όπως ο Γάλλος Γκουστάβ Φλοράνς και ο Αμερικανός Σάμιουελ Χάου, ακόμη και Ούγγροι, Σέρβοι και Γαριβαλδίνοι. Οι διανοούμενοι, φυσικά, δεν έμειναν ασυγκίνητοι, με προεξέχοντα τον Βίκτορα Ουγκώ να γράφει φλογερά άρθρα υπέρ των Κρητών και να πρωτοστατεί στην υπεράσπιση του σκοπού της. Σε άρθρο της εφημερίδας London Times της 18ης Δεκεμβρίου το Αρκάδι εξομοιωνόταν με το Μεσολόγγι και αναφερόταν χαρακτηριστικά: «...δεν αμφιβάλλομεν ότι ο Κρητικός αγών θα δρέψη του φρικαλέου τούτου κατορθώματος...Καίπερ διαρκώς ποθούντες την όσον το δυνατόν επί μακρότερον χρόνον αναβολήν του Ανατολικού ζητήματος, πάντες ουχ ήττον ημείς οι εν Αγγλία είμεθα φιλέλληνες μάλλον ή φιλότουρκοι και ουδείς ημών εύχεται να παραταθή αιωνίως η Τουρκική κυριαρχία...».

Ο σερ Ρίτσαρντ Τσωρτς με ελληνική φορεσιά

Στις πρωτοβουλίες των Ευρωπαίων και Αμερικανών πολιτών ξεχωρίζουν οι επιτροπές ενίσχυσης της Κρητικής Επανάστασης και περίθαλψης των προσφύγων, με κυριότερη αυτή του Λονδίνου υπό την προεδρία του αρχιεπίσκοπου Υόρκης και την «Αγγλοελληνική Επιτροπή» του παλαίμαχου φιλέλληνα στρατηγού R. Church. Παρόμοιες κινήσεις πραγματοποιήθηκαν στις Γαλλία, ΗΠΑ και Ελβετία. Μάλιστα, στην Ελβετία ιδρύθηκαν δύο παραρτήματα, χάρη στην ενεργητικότητα της χήρας του φιλέλληνα Εϋνάρδου, ο οποίος είχε παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας και τη γενικότερη οικονομική ανόρθωση του νεογέννητου ελληνικού κράτους, στο πλευρό του Ιωάννη Καποδίστρια. Στη Ρωσία, με προσωπική εντολή του Τσάρου, οργάνωσαν οι μεγάλοι δούκες και δούκισες φιλανθρωπικές εκδηλώσεις υπέρ των Κρητών. Ο αρχιδούκας Νικόλαος δήλωνε: «Πρέπει να ενθυμηθώμεν εκείνους, οίτινες κατά τον Κριμαϊκόν πόλεμον υπήρξαν οι μόνοι σύμμαχοί της Ρωσίας. Εις υγείαν των γενναίων Ελλήνων εθελοντών οίτινες συνεπολέμησαν μεθ' ημών εν Σεβαστουπόλει. Εις υγείαν των αδελφών αυτών, οίτινες κατά την στιγμήν ταύτη πάσχουσι, μάχονται και αποθνήσκουσι ηρωϊκώς».

Ωστόσο, το θερμό φιλελληνικό κύμα στο εξωτερικό δεν στάθηκε αρκετό για να αμβλύνει την ψυχρότητα με την οποία αντιμετώπιζαν οι κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων το Κρητικό Ζήτημα. Ο αγώνας των Κρητών για την Ένωση με την Ελλάδα δεν ταίριαζε με τους υπολογισμούς τους και τα ευρύτερα συμφέροντά τους. Παρόλα αυτά, το Αρκάδι ακολούθησε κινητικότητα σε διπλωματικό επίπεδο. Ο νέος Βρετανός υπουργός Εξωτερικών λόρδος Στάνλεϋ από το 1867 παρουσίασε θέσεις υπέρ της αυτονομίας της Κρήτης, αλλά όχι της ένωσής της με την Ελλάδα. Αντίθετα, ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών μαρκήσιος de Mourtier πήγαινε ακόμη παραμέρα υποστηρίζοντας την ένωση όχι μόνο της Κρήτης αλλά και της Ηπείρου και της Θεσσαλίας με την Ελλάδα. Η πρόταση αυτή συνάντησε την άρνηση της Ρωσίας, η οποία είχε ως προτεραιότητα τη διασφάλιση της αυτονομίας των σλαβικών λαών των Βαλκανίων. Προηγουμένως το 1866 ο Ρώσος πρωθυπουργός Γκορτσακώφ σε υπόμνημά του προς τις ρωσικές πρεσβείες σε Λονδίνο και Παρίσι ζητούσε τη διερεύνηση των προθέσεων της Βρετανίας και της Γαλλίας σχετικά με το ενδεχόμενο άμεσης εμπλοκής των τριών Μεγάλων Δυνάμεων στο Κρητικό Ζήτημα. Η απάντηση των Βρετανών και Γάλλων ήταν η απόλυτη σιωπή.

 Κάρολος Λουδοβίκος Ναπολέων Βοναπάρτης ή Ναπολέων Γ΄ (1808-1873), ανιψιός του Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Εκλέχτηκε πρόεδρος της Δεύτερης Γαλλικής Δημοκρατίας, (1848-1852) την οποία κατέλυσε με πραξικόπημα στις 2 Δεκεμβρίου 1851, και έγινε δικτάτορας. Στη συνέχεια αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας (1852-1870) και ονομάστηκε Ναπολέων ο Γ', ξεκινώντας την Δεύτερη Γαλλική Αυτοκρατορία

Η αρχική αδιαφορία των Γάλλων για την τύχη των αμάχων και της Κρητικής επανάστασης αντικαταστάθηκε από μια πιο ενεργή ανάμιξη στην υπόθεση αυτή. Σταδιακά, ένας μυστικός γαλλορωσικός άξονας δημιουργήθηκε με στόχο την επίλυση του Κρητικού ζητήματος. Μάλιστα ο τσάρος Αλέξανδρος Β΄ είχε ήδη θέσει θέμα γενικότερου διαμελισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στον αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ΄ κατά τη συνάντησή τους στην Στουτγκάρδη το 1860. Σε αρμονία με αυτή τη θέση, την 1η Αυγούστου 1866, ο Γκορτσακώφ επανέφερε στο προσκήνιο τις υποχρεώσεις των Μεγάλων Δυνάμεων για προστασία του χριστιανικού πληθυσμού, όπως αυτές απέρρεαν από το πρωτόκολλο του 1830 για την Κρήτη. Την αφορμή για μια τόσο ριζική ρωσική θέση έδωσαν οι τουρκικές ωμότητες εις βάρος των αμάχων. Την 16/28 Νοεμβρίου 1866, σε υπόμνημά του προς τον Γάλλο υπουργό Εξωτερικών ντε Μουτιέ, ο Γκορτσακώφ τόνιζε ότι «...αφού δια της πολιτικής ταύτης ουδέν επετεύχθη, μία μόνον υφίσταται διέξοδος και αύτη είναι η πρσάρτηση της Κρήτης εις της Ελλάδα. Δια του τρόπου τούτου ήθελεν επανορθωθή το σφάλμα, όπερ εποιήσαντο οι Δυνάμεις μη παραχωρήσασαι την Κρήτην εις την Ελλάδα ότε δημιούργησαν το ελληνικό Βασίλειον, επανορθούσαι δε το σφάλμα εκείνο σήμερον ήθελον ισχυροποιήσει την μοναρχίαν εν Ελλάδι και την δυναστείαν του Βασιλέως Γεωργίου και ήθελον καταπραϋνει τουλάχιστον προσωρινώς τα περί μεγάλης ιδέας ονειροπολήματα των Ελλήνων...Αλλ' εάν η λύσις αυτή θεωρηθή ριζική τότε ας ανακηρυχθή η Κρήτη ηγεμονία αυτόνομος υπό την επικυριαρχίαν της Πύλης...λύση αυτή έσται προσωρινή και ότι απλώς θέλει θεωρηθή τρόπος μεταβιβάσεως της Κρήτης εις την Ελλάδα». Σε ξεχωριστό τηλεγράφημα υπενθύμιζε στον Γάλλο αυτοκράτορα τις συνομιλίες του με τον Τσάρο στην Στουτγκάρδη.

Η γαλλική απάντηση δια στόματος του ιδίου του Ναπολέοντα Γ΄ ήταν ότι η διπλωματία είναι εμπόριο και κάθε σχετική με αυτή υπηρεσία πρέπει να αμείβεται. Οι Γάλλοι διερεύνησαν τις διαθέσεις της Υψηλής Πύλης σχετικά με το ενδεχόμενο αυτονομίας της Κρήτης και έφεραν στο προσκήνιο την εφαρμογή της αρχής περί μη ανάμιξης ακόμη και των χριστιανικών βασιλείων των Βαλκανίων (Ελλάδα, Μαυροβούνιο, Ρουμανία και Σερβία).

Συμπερασματικά, μέσα από το υπόμνημα Γκορτσακώφ διαφαίνεται η ανησυχία της Ρωσίας για πιθανή μελλοντική ενίσχυση της Ελλάδας σε τέτοιο βαθμό ώστε να ανατραπούν τα σχέδιά της για απόλυτη κηδεμονία των Βαλκανίων. Οι ρωσικές ανησυχίες δεν ήταν παράλογες – 45 χρόνια μετά η Ελλάδα αναδεικνυόταν σε ισχυρό ανταγωνιστή της Τουρκίας και της Βουλγαρίας. Τα σχέδια της Ρωσίας για την εγκαθίδρυση ενός ισχυρού βουλγαρικού δορυφόρου στα Βαλκάνια ναυάγησαν με τον Μακεδονικό Αγώνα και τον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο. Παράλληλα, οι Γάλλοι δεν ενδιαφέρονταν τόσο για την επιτυχία της Κρητικής επανάστασης όσο για τη σύσφιξη ενός γαλλορωσικού άξονα, που θα τους απέβαινε χρήσιμη σε περίπτωση γαλλοπρωσικού πολέμου.

Οθωμανικός Χάρτης της Κρήτης

Οι ρωσικές πρωτοβουλίες θορύβησαν τους Βρετανούς οι οποίοι διέβλεπαν ρωσικά σχέδια για ευρύτερη ανατροπή του γεωπολιτικού σκηνικού στην Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Τότε οι Βρετανοί υιοθέτησαν μια αδιάλλακτη στάση απέναντι στο θέμα της ένωσης. Μόνο τον Ιανουάριο του 1867 διαφάνηκε μια αλλαγή στη βρετανική πολιτική, φιλική προς τους Κρήτες και τα ελληνικά συμφέροντα. Συστάσεις έγιναν προς την Υψηλή Πύλη για τον διορισμό χριστιανού κυβερνήτη και μικτού συμβουλίου αποτελούμενου από ίσο αριθμό Χριστιανών και Μουσουλμάνων και την παραχώρηση αυτονομίας υπό την υποτέλεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι Τούρκοι όμως ευελπιστούσαν σε βίαιη κατάπνιξη της Κρητικής επανάστασης και δεν ήθελαν επ' ουδενί μια τέτοια δυσμενή λύση. Η πρόταση της Γαλλίας για διενεργεία δημοψηφίσματος στην Κρήτη προσέκρουσε στην κατηγορηματική άρνηση της Βρετανίας και πνίγηκε εν τη γενέσει της. Η αδιαλλαξία της Βρετανίας ενθάρρυνε την Υψηλή Πύλη στην υιοθέτηση σκληρότερης στάσης. Τον Μάρτιο του 1867 ο Σουλτάνος απέστειλε τον Ομέρ Πασά, έναν εκ των ικανότερων Οθωμανών στρατηγών. Ωστόσο, η αποτυχία του Ομέρ Πασά να καταστείλει την επανάσταση οδήγησε τις Γαλλία, Ρωσία, Πρωσία και Ιταλία να ζητήσουν την τρίμηνη αναστολή των εχθροπραξιών και την αποστολή επιτροπής στην Κρήτη. Οι Οθωμανοί δέχτηκαν μόνο το πρώτο αίτημα. Επιπλέον, η πίεση της Βρετανίας για μεταρρυθμίσεις στην Κρήτη απέδωσαν καρπούς. Ο Σουλτάνος διέταξε την αναστολή των εχθροπραξιών, την χορήγηση αμνηστίας και απέστειλε τον μέγα βεζίρη Ααλή πασά στην Κρήτη με νέο διοικητικό οργανισμό, γνωστό ως «Οργανικό Νόμο».

Μοιραία, η πολεμική εξάντληση των Κρητών αγωνιστών κατέδειξε ως αδύνατη την απελευθέρωση της Μεγαλονήσου με τη δύναμη των όπλων. Ως μόνη λύση προβαλλόταν η επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων. Όμως η διπλωματική κινητικότητα βαθμιαία εξασθενούσε στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Οι επιδιώξεις του Παρισιού για τη δημιουργία μιας γαλλορωσικής συμμαχίας ή έστω σύμπραξης εναντίον της Πρωσίας δεν ευοδώθηκαν. Κατά συνέπεια, η Γαλλία δεν αισθανόταν υποχρεωμένη να υποστηρίζει τις ρωσικές πρωτοβουλίες. Επέστρεψε λοιπόν στη παλιά θέση της περί μη αλλαγής του status quo στην περιοχή, συμπλέοντας με τη Βρετανία. Στις 17/29 Οκτωβρίου 1867, με πρωτοβουλία του Γκορτσακώφ, έλαβε χώρα η τελευταία κοινή διακοίνωση προς την Υψηλή Πύλη υπέρ των επαναστατημένων Κρητών.

Βλέποντας την επιδείνωση των πολεμικών προσπαθειών τους, οι Κρητικοί καπετάνιοι εγκατέλειψαν την ιδέα της ένωσης. Το ενδεχόμενο παραχώρησης αυτονομίας άρχιζε να εξετάζεται ευνοϊκά από τους Κρήτες. Η Βρετανία ήταν μόνη Δύναμη που είχε εκφραστεί σταθερά υπέρ της αυτονομίας σε όλο αυτό το διάστημα. Κατά συνέπεια, ζήτησαν τη μονομερή βρετανική παρέμβαση. Στις 3/15 Απριλίου 1868, ο Κωσταρός Βολουδάκης υπέβαλε το αίτημα περί βρετανικής μεσολάβησης στον Βρετανό πρόξενο στα Χανιά Dickson. Ωστόσο, δεν ήταν όλοι οι Κρητικοί καπετάνιοι υπέρ μιας τέτοιας λύσης. Ο Κόρακας και οι καπετάνιοι των ανατολικών επαρχιών παρέμεναν πιστοί στην υπόθεσης της ένωσης. Αντίθετα, η πλειοψηφία των καπετάνιων των δυτικών επαρχιών τασσόταν υπέρ της αυτονομίας και της βρετανικής μεσολάβησης. Ίσως η αιτία πίσω απ' αυτή τη στάση να ήταν το γεγονός ότι οι δυτικές επαρχίες είχαν δεχθεί τον κύριο όγκο των οθωμανικών επιθέσεων. Το θέμα της βρετανικής μεσολάβησης τέθηκε στη Γενική Συνέλευση στις 2/14 Ιουλίου 1868. Σ' ένα κλίμα φορτισμένο συναισθηματικό, με αντεγκλήσεις μεταξύ των Κρητών αντιπροσώπων, εγκρίθηκε, εν τέλει, ψήφισμα προς τη Βασίλισσα Βικτωρία με αίτημα τη μεσολάβησή της για την ένωση (όχι την αυτονομία) της Κρήτης με την Ελλάδα.

Όμως η βρετανική πολιτική παρέμεινε αταλάντευτη στην αρχική της θέση περί ουδετερότητας. Η κύρια ανησυχία της ηγεσίας του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών ήταν ότι μία βρετανική μεσολάβηση υπέρ των Κρητών θα προκαλούσε την έντονη δυσαρέσκεια του Σουλτάνου. Επιπλέον, ήταν πιθανό ότι μια τέτοια κίνηση θα προκαλούσε την επέμβαση και των υπόλοιπων Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες δεν θα ήθελαν σε καμία περίπτωση να αφήσουν την πρωτοβουλία στη Βρετανία. Τα εν δυνάμει αποτελέσματα από μία μεγάλης κλίμακας ανάμειξη των τριών Μεγάλων Δυνάμεων θα ήταν μια ριζική αλλαγή των ισορροπιών στην περιοχή, Επομένως, η μεσολάβηση υπέρ των Κρητών τη δεδομένη ιστορική στιγμή ήταν ένα ρίσκο που η Βρετανία δεν ήθελε να αναλάβει. Η απάντηση του Βρετανού προξένου στα Χανιά Dickson κινήθηκε μέσα σ' αυτό το πνεύμα: η βρετανική κυβέρνηση δεν αναγνώριζε προσωρινή επαναστατική διοίκηση ή Γενική Συνέλευση και δεν ήταν διατεθειμένη να μεσολαβήσει υπέρ των επαναστατημένων Κρητών.

Νέο ψήφισμα στις 24 Σεπτεμβρίου / 6 Οκτωβρίου 1868, αυτή τη φορά απευθυνόμενο προς τις έξι Δυνάμεις που είχαν υπογράψει τη συνθήκη του Παρισίου του 1856, με αίτημα την αυτονομία και όχι την ένωση, είχε παρόμοια κατάληξη. Η επανάσταση αργόσβηνε στην Κρήτη και καμία Δύναμη δεν είχε λόγο να εκτεθεί για μία χαμένη υπόθεση.

Ο Σπύρος Καγιαλές (1872 - 1929) υψώνει την Ελληνική Σημαία, Ακρωτήρι - Χανιά, 9 Φεβρουαρίου 1897

Η διάσκεψη του Παρισίου το 1869 έβαλε την «ταφόπλακα» στην Κρητική Επανάσταση του 1866-69 διατηρώντας την τουρκική κυριαρχία στη Μεγαλόνησο. Οι Μεγάλες Δυνάμεις καθ' όλη τη διάρκεια της Κρητικής Επανάστασης ενεπλάκησαν σ' έναν ατέλειωτο γύρο διαβουλεύσεων, ελιγμών, υπομνημάτων και μυστικών επαφών, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα για την υπόθεση των Κρητών. Παρά την ολόθερμη υποστήριξη των λαών και των προοδευτικών διανοούμενων της Ευρώπης, οι κυβερνήσεις τους δεν απέκλιναν από την αρχή της υποστήριξης των γεωστρατηγικών συμφερόντων τους. Οι συσχετισμοί δυνάμεων στην Ευρώπη δεν επέτρεπαν ακόμη την εκκίνηση του Ανατολικού Ζητήματος. Μία λύση που θα περιλάμβανε την ένωση ή την αυτονομία της Κρήτης θα άνοιγε τους ασκούς του Αιόλου στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο. Τα σλαβικά έθνη των Βαλκανίων και η Ελλάδα θα έσπευδαν να εκμεταλλευθούν την απαρχή του διαμελισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας προς όφελός τους. Οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν ενδιαφέρονταν για την ακεραιότητα της παραπαίουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας, του Μεγάλου Ασθενή. Όμως ήθελαν να έχουν υπό τον έλεγχό τους μια τέτοια διαδικασία διαμελισμού όποτε και αν ξεκινούσε. Το 1869 οι συνθήκες δεν ήταν ώριμες για κάτι τέτοιο. Τριάντα χρόνια αργότερα οι ισορροπίες στην Ελλάδα, την Κρήτη και την Ευρώπη είχαν αλλάξει. Ο αγώνας των Κρητών το 1908 για την πολυπόθητη ένωση με την Ελλάδα επιτέλους ευοδώθηκε εξασφαλίζοντας στο τέλος και την αποδοχή και υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων.

Όμως θα ήταν άδικο να μείνει κανείς με την εντύπωση ότι η Επανάσταση του 1866-69 ήταν μια αδικοχαμένη υπόθεση, ότι οι θυσίες του κρητικού λαού ήταν μάταιες. Ο ηρωικός αγώνας και η αυτοθυσία των Κρητών προκάλεσαν τριγμούς στην εξωτερική πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων. Σε διάφορες φάσεις του αναζητήθηκαν από τις ξένες κυβερνήσεις λύσεις που θα ικανοποιούσαν τους πόθους των Ελλήνων και των Κρητών, φυσικά υπό την προϋπόθεση ότι τέτοιες λύσεις θα ικανοποιούσαν τα συμφέροντά τους. Μία εξ' αρχής πιο τολμηρή και ευέλικτη ελληνική εξωτερική πολιτική, ταγμένη σθεναρά στην ιδέα της ένωσης, θα ήταν σε θέση να εκμεταλλευθεί τις ρωγμές στην αρχική θέση των Μεγάλων Δυνάμεων για διατήρηση του status quo στην περιοχή. Οι διαφορές και οι ανταγωνισμοί των Μεγάλων Δυνάμεων αποτελούσαν ένα πεδίο μέσα στο οποίο θα μπορούσε να κινηθεί προσεκτικά η Ελλάδα και να αποκομίσει σημαντικά οφέλη. Όμως η ελληνική κυβέρνηση και ο Βασιλιάς Γεώργιος δεν πολιτεύθηκαν με τέτοιο τρόπο για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω. Το κυριότερο όφελος της Κρητικής Επανάστασης του 1866-69 ήταν ότι αποτέλεσε τη «μαγιά» για μια επόμενη γενιά αγωνιστών, πιο ώριμων πολιτικά και με ξεκάθαρους στρατηγικούς στόχους, οι οποίοι κατέστησαν πραγματικότητα την απελευθέρωση της Κρήτης το 1898 κα την ένωση με την Ελλάδα το 1909. Μάλιστα μέσα από τις τάξεις τους αναδείχθηκαν σημαντικές προσωπικότητες όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος που έμελλε να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ελληνική και διεθνή πολιτική σκηνή για δύο και πλέον δεκαετίες.

Βιβλιογραφία

1) Εκδοτική Αθηνών, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. ΙΓ΄, Αθήνα 1977
2) Γ. Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, Εκδόσεις 20ος αιώνας, Αθήνα 1956-59
3) Σπ. Β. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα 1966
4) Γ. Ρούσσος, Νεώτερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους 1826-1974, Τόμος Δ΄, η εποχή του Γεωργίου Α΄, Εκδόσεις Ελληνική Μορφωτική Εστία, Αθήνα 1975
5) Γ. Παπαντωνάκης, Η διπλωματική ιστορία της Κρητικής Επαναστάσεως του 1866, Εκδόσεις Τύποις "Σφενδόνης, Αθήνα 1926


Ο/Η συγγραφέας Γιάννης Χρονόπουλος έχει γράψει επίσης το βιβλίο:
Τα Cookies μας επιτρέπουν να σας προσφέρουμε μια καλύτερη και ασφαλέστερη εμπειρία κατά τη χρήση του δικτυακού μας τόπου. Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Historical Quest αποδέχεστε τη χρήση Cookies. Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε διαβάστε τους Όρους Χρήσης & Απορρήτου.