Σύνδεση

Σύνδεση

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος

Η αυτοδιάλυση του Στρατιωτικού Συνδέσμου

Τρεις μέρες μετά το διάγγελμα του Γεωργίου Α΄ στην ελληνική Βουλή, στις 20 Μαρτίου 1910, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος ανακοίνωσε επισήμως τη διάλυση του. Ωστόσο, στο διάστημα που μεσολάβησε από την άνοδο της κυβέρνησης Δραγούμη στις 18 Ιανουαρίου ως το βασιλικό διάγγελμα της 17ης Μαρτίου, η ομαλή πορεία προς τη συμφωνημένη διάλυση του Συνδέσμου απειλήθηκε. Διάχυτη ήταν η ανησυχία μεταξύ των κατώτερων αξιωματικών και των υπαξιωματικών λόγω του γεγονότος ότι δεν είχαν ακόμη επικυρωθεί οι προαγωγές τους.

Επίσης, μέσω επιστολής τους στις 7 Φεβρουαρίου προς τον Ν. Ζορμπά, τότε υπουργό Στρατιωτικών, οι κατώτεροι αξιωματικοί απαιτούσαν την εκκαθάριση του στρατού από ανίκανους – κατά τη γνώμη τους – αξιωματικούς. Την απαίτηση αυτή συνόδευαν με μια σειρά άλλων αιτημάτων, σχετικών με την εκπαίδευση και τις προαγωγές των αξιωματικών, απειλώντας για τη λήψη «αυθαίρετων διαβημάτων». Ο Ζορμπάς υποχώρησε στις πιέσεις τους παρουσιάζοντας στη Βουλή σχετικό νομοσχέδιο που ικανοποιούσε όλα τα παραπάνω αιτήματά τους. Ξεχωριστά κινήθηκαν οι υπαξιωματικοί, οι οποίοι βλέποντας την επικείμενη διάλυση του Στρατιωτικού Συνδέσμου, ήθελαν να διασφαλίσουν ευνοϊκές, γι' αυτούς, ρυθμίσεις. Έτσι, απαίτησαν την επίσπευση των εξετάσεων για την εισαγωγή στη Σχολή Υπαξιωματικών. Μετά τη διάλυση του Συνδέσμου εισήχθησαν 55 υπαξιωματικοί στη Σχολή Υπαξιωματικών χωρίς εξετάσεις – ως ανταμοιβή για τη δράση τους κατά τη διάρκεια του κινήματος. Προηγουμένως, η διοικούσα επιτροπή του Συνδέσμου είχε ζητήσει την κατάργηση της Σχολής Υπαξιωματικών και την απευθείας εισαγωγή υπαξιωματικών στη Σχολή Ευελπίδων μετά από εξετάσεις. Παρόμοιες ήταν οι ανησυχίες και στη χωροφυλακή, που επιζητούσαν τη ψήφιση νομοσχεδίων σύμφωνων προς τα συντεχνιακά συμφέροντά τους και αύξηση των συντάξεών τους.

Φήμες ότι ο αντιστράτηγος πυροβολικού Κωνσταντίνος Σμολένσκης, ήρωας του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, ετοίμαζε αντικίνημα, προκάλεσαν έντονη ανησυχία στα μέλη του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Σε συνέντευξη που παραχώρησε σε εφημερίδα δήλωσε έτοιμος να επέμβει για να τερματιστεί η ανώμαλη κατάσταση. Ωστόσο, μετά από συνάντησή του με τον Βενιζέλο στις 9 Φεβρουαρίου διέψευσε τις φήμες και έδωσε διαβεβαιώσεις για τη νομιμοφροσύνη του και τη στήριξή του στην Αναθεωρητική Εθνοσυνέλευση.

Διαφωνίες προέκυψαν και για τον χρόνο διεξαγωγής των εκλογών. Ο Θεοτόκης πρότεινε να διεξαχθούν οι εκλογές τον Ιούλιο ώστε να τερματιστεί το έργο της Εθνοσυνέλευσης τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο και να εκλεγεί τακτική Βουλή, της οποίας οι εργασίες θα άρχιζαν την 1η Νοεμβρίου. Με αυτόν τον τρόπο, θα τηρούνταν οι σύμφωνες με το Σύνταγμα διαδικασίες. Ο Ράλλης διαφώνησε στην πρόταση αυτή, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί μια συμβιβαστική λύση που όριζε την έναρξη των εργασιών της Βουλής τον Σεπτέμβριο. Όμως η κύρια πηγή διαφωνίας όσον αφορά στον χρόνο διεξαγωγής των εκλογών ήταν ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος. Οι στρατιωτικοί υποστήριζαν το σενάριο διεξαγωγής των εκλογών έξι μήνες μετά τη διάλυση της Βουλής. Αν συνέβαινε αυτό θα είχαν στη διάθεσή τους αρκετό χρόνο για την οργάνωση εκλογικού μηχανισμού, που θα αναδείκνυε υποψήφιους – υποστηρικτές του Συνδέσμου. Επίσης, στις 19 Φεβρουαρίου ζήτησε τη διεξαγωγή εκλογών με το σύστημα της στενής εκλογικής περιφέρειας για να αυξηθούν οι πιθανότητες εκλογής των πολυάριθμων ανεξάρτητων υποψηφίων – υποστηρικτών του Συνδέσμου.

Ο Κωνσταντίνος Σμολένσκη σε λαϊκή εικόνα της εποχής

Πέντε μέρες αργότερα κατέθεσε υπόμνημα στη κυβέρνηση Δραγούμη με μια σειρά απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων ξεχώριζαν αυτές για τη χρήση του συστήματος της στενής εκλογικής περιφέρειας, την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών της Θεσσαλίας, την εκκαθάριση του στρατεύματος και των ανώτερων δημοσίων υπαλλήλων, το ασυμβίβαστο βουλευτή με τη θέση συμβούλου εταιρίας ή τράπεζας και την ίδρυση του υπουργείου Γεωργίας. Τόσο η κυβέρνηση όσο και η αντιπολίτευση απέρριψαν τις απαιτήσεις του Συνδέσμου, και ιδιαίτερα την εφαρμογή του συστήματος της στενής εκλογικής περιφέρειας. Ωστόσο, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος παρέμενε ανένδοτος όσον αφορά στην υιοθέτηση του υπομνήματος. Στις αρχές Μαρτίου επανήλθε με κύρια αιτήματα την εφαρμογή του συστήματος της στενής εκλογικής περιφέρειας και την εκκαθάριση του στρατεύματος. Όμως συνάντησε τη σθεναρή άρνηση του πρωθυπουργού Σ. Δραγούμη και των Γ. Θεοτόκη και Δ. Ράλλη. Ωστόσο, στις 8 Μαρτίου ο Ζορμπάς ζήτησε από τη Βουλή τη ψήφιση του νομοσχεδίου για την εκκαθάριση του στρατεύματος, η οποία το υπερψήφισε. Πλέον, ο Σύνδεσμος έστρεψε την προσοχή του στο θέμα της επαναφοράς της στενής εκλογικής περιφέρειας. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού οργάνωσε συλλαλητήριο στις 9 Μαρτίου, αλλά η συμμετοχή δεν ήταν υψηλή. Ο Δραγούμης επέμεινε στην αρχική θέση του περί εφαρμογής της ευρείας. Λίγες μέρες αργότερα έλαβε χώρα η τυπική διάλυση του Συνδέσμου χωρίς περαιτέρω αξιοσημείωτη δράση εκ μέρους του. Τον Απρίλιο συνεδρίασε το Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο, το οποίο προχώρησε στην απόταξη σχεδόν 70 αξιωματικών, σύμφωνα με τον πρόσφατα ψηφισθέντα νόμο περί εκκαθάρισης του στρατεύματος. Επιπλέον, με τη μείωση του όρου ηλικίας συνταξιοδοτήθηκαν πρόωρα πολλοί ικανοί αξιωματικοί ανοίγοντας τον δρόμο σε άλλους - μέλη του Συνδέσμου.

Ωστόσο ήταν κοινό μυστικό ότι ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος είχε διαλυθεί μόνο τύποις. Τόσο ο Γεώργιος όσο και η πολιτική ηγεσία και ο Βενιζέλος γνώριζαν ότι ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος υπήρχε στο παρασκήνιο. Ήταν κατανοητό απ' όλους ότι με την πρώτη αφορμή θα επενέβαινε στην πολιτική ζωή, αυτή τη φορά χρησιμοποιώντας απροκάλυπτη βία.

Μετά τη διάλυση της διοικούσης επιτροπής συστάθηκε το εκτελεστικό τμήμα, απαρτιζόμενο από τους Σάρρο, Κονταράτο και Πάγκαλο, μέλη της πιο αδιάλλακτης μερίδας του Συνδέσμου. Το εκτελεστικό τμήμα φρόντισε να υπενθυμίσει προς όλους τους πολιτικούς αντιπάλους τους ότι «...αν δεν σωφρωνισθούν... θα λάβη αποτελεσματικότερα μέτρα». Άτυπος αρχηγός του εκτελεστικού τμήματος αναδείχθηκε ο Ζυμβρακάκης. Το «φάντασμα» της στρατιωτικής δικτατορίας πλανιόταν πλέον πάνω από την ελληνική πολιτική πραγματικότητα. Επρόκειτο να κάνει την εμφάνιση του αρκετές φορές στις μετέπειτα δεκαετίες.

Αφίσα αφιερωμένη στην αγροτική εξέγερση στο Κιλελέρ

Οι εκλογές της 8ης Αυγούστου 1910 – Η άνοδος του Ελευθερίου Βενιζέλου στην πρωθυπουργία

Η κυβέρνηση Δραγούμη σημείωσε αξιόλογο έργο κατά τη διάρκεια της ολιγόμηνης θητείας της. Συνέχισε με αμείωτο ζήλο τις προσπάθειες της προηγούμενης κυβέρνησης Κ. Μαυρομιχάλη στους τομείς της στρατιωτικής εκπαίδευσης και εξοπλισμού. Ανάμεσα στις ενέργειες αυτές ξεχωρίζουν η κλήση προς εκπαίδευση των απαλλαγέντων, η κατασκευή οχυρωματικών έργων στην ελληνοτουρκική παραμεθόριο, η αγορά όπλων, ίππων και πυρομαχικών και η κλήση γαλλικής στρατιωτικής αποστολής για την εκπαίδευση του στρατού.

Κατά την περίοδο της κυβέρνησης Δραγούμη σημειώθηκαν τα αιματηρά επεισόδια στο Κιλελέρ (6 Μαρτίου 1910), αποκορύφωμα του αγώνα των αγροτών της Θεσσαλίας για την επίλυση του αγροτικού ζητήματος. Τουλάχιστον τέσσερις (ή έξι) αγρότες σκοτώθηκαν και δεκαπέντε τραυματίστηκαν από πυρά της παρευρισκόμενης στρατιωτικής δύναμης στον σιδηροδρομικό σταθμό του Κιλελέρ. Οι συμπλοκές μεταξύ στρατού και αγροτών επεκτάθηκαν στη Λάρισα. Οι στρατιωτικές αρχές προέβησαν σε αθρόες συλλήψεις, αλλά οι περισσότεροι αφέθηκαν ελεύθεροι, ενώ όσοι προήχθησαν σε δίκη αθωώθηκαν. Ο ίδιος ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος που είχε απαιτήσει πριν από λίγες μέρες την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών υπέρ των αγροτών, τώρα κτυπούσε αλύπητα τις αγροτικές κινητοποιήσεις υπέρ του σκοπού αυτού. Το Κιλελέρ όμως υπήρξε ένα γεγονός – ορόσημο στο αγροτικό ζήτημα. Σύσσωμη σχεδόν η χώρα τάχθηκε στο πλευρό των Θεσσαλών αγροτών υποστηρίζοντας τις απαλλοτριώσεις. Η κυβέρνηση Βενιζέλου του 1911 πήρε κάποια θετικά μέτρα, αλλά η πορεία του ζητήματος ανακόπηκε λόγω της αναταραχής που δημιουργήθηκε εξαιτίας των Βαλκανικών πολέμων, του Εθνικού Διχασμού και της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Εν τέλει, το ζήτημα των τσιφλικιών λύθηκε αναγκαστικώς από την κυβέρνηση Πλαστήρα το 1923 λόγω των έκτακτων αναγκών που επέβαλλε το πρόβλημα των Μικρασιατών προσφύγων.

Στον τομέα της οικονομικής πολιτικής ψηφίστηκαν οι ευεργετικοί νόμοι «περί αντικατάστασης των κερματικών γραμματίων δι' αργυρών κερμάτων» και «περί δανείου δραχμών χρυσών 240.000.000 κατ' ανώτατον όριον, περί άρσεως της αναγκαστικής κυκλοφορίας της δραχμής και περί τροποποιήσεως των όρων του δια του νόμου ΒΦΙΘ΄ / 1898 περί Διεθνούς Ελέγχου κυρωθέντος κανονισμού των εν αυτώ αναφερομένων χρεωλυτικών και παγίων εις χρυσόν δημοσίων δανείων» που συνέβαλαν στη νομισματική εξυγίανση της χώρας και στην άσκηση ελαστικής νομισματικής πολιτικής. Με την άρση της αναγκαστικής κυκλοφορίας της δραχμής η Εθνική Τράπεζα ήταν σε θέση να εκδίδει για την ίδια τραπεζογραμμάτια χωρίς τους προηγούμενους περιορισμούς με σκοπό την αγορά χρυσού και συναλλάγματος. Σε γενικές γραμμές, η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Δραγούμη βοήθησε και αυτή στη δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος. Τέλος ξεχωρίζει ο νόμος περί Κυριακής αργίας, αν και δεν εφαρμόσθηκε πλήρως. Ωστόσο, ήταν ένα πρώτο θετικό βήμα στις προσπάθειες για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Η κάλπη των σφαιριδίων. Mε αυτού του τύπου την κάλπη διεξάχθησαν οι διπλές εκλογές το 1910

Οι εκλογές της 8ης Αυγούστου διεξήχθησαν μέσα σ' ένα πρωτόγνωρο κλίμα. Ένας άνεμος ριζοσπαστισμού και μεταρρυθμιστικής αναγέννησης έπνεε σε όλη τη χώρα, καθώς ριζοσπαστικοί ανεξάρτητοι υποψήφιοι αντιπαρατάσσονταν στους υποψηφίους των «παλαιών» πολιτικών κομμάτων. Πολλοί απ' αυτούς είχαν λάβει το χρίσμα και την επίσημη υποστήριξη επαγγελματικών συλλόγων και συντεχνιών. Κύριος πόλος έλξης όλων αυτών των – συχνά με εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις, αλλά με αμείωτο αναγεννητικό ζήλο – υποψηφίων ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο Κρητικός πολιτικός είχε υποδειχθεί ως υποψήφιος βουλευτής στην Αττικο-Βοιωτία, παρά την παραμονή του στην Ελβετία εκείνη την περίοδο. Τα «παλαιά» κόμματα των Ράλλη, Θεοτόκη και Ζαΐμη σχημάτισαν ενιαίο μέτωπο απέναντι στις ριζοσπαστικές δυνάμεις. Ο Κ. Μαυρομιχάλης κατήλθε με ανεξάρτητους υποψηφίους σε ορισμένες μόνο εκλογικές περιφέρειες.

Το εκλογικό αποτέλεσμα είχε μικτά μηνύματα: αφενός ο «παλαιός» πολιτικός κόσμος αναδείχθηκε νικητής, καταλαμβάνοντας περίπου το 65% των ψήφων και 200 από τις 362 έδρες, αφ' ετέρου η πανηγυρική εκλογή Βενιζέλου στην Αττικο-Βοιωτία και η εκλογή 165 ανεξάρτητων βουλευτών δημιουργούσαν νέα δεδομένα στο ελληνικό κοινοβούλιο. Στα αστικά κέντρα οι ριζοσπαστικοί υποψήφιοι σάρωσαν, (ο Ελευθέριος Βενιζέλος έλαβε 32.765 ψήφους επί συνόλω 38.800). Αντίθετα, στην επαρχία, οι μετριοπαθείς συντηρητικές δυνάμεις διατήρησαν την κυριαρχία τους. Η επιτυχία τους οφειλόταν, μεταξύ άλλων, και στο γεγονός ότι οι κομματικοί μηχανισμοί τους στην επαρχία ήταν ακόμη ισχυροί. Η υπόθεση ότι το Κίνημα του Γουδή ήταν απόρροια της ανόδου της αστικής τάξης δεν φαίνεται να επαληθεύεται ολικώς από τα εκλογικά αποτελέσματα. Οι παραδοσιακές δυνάμεις παρέμειναν ανθεκτικές στην ριζοσπαστική «επέλαση». Τα αίτια πίσω από τα αποτελέσματα των εκλογών της 8ης Αυγούστου 1910 πρέπει να αναζητηθούν στις μεταβολές σε οικονομικό, κοινωνικό, δημογραφικό και εκπαιδευτικό επίπεδο. Το 1907, το ποσοστό αστικού πληθυσμού στην Ελλάδα έφθανε μόλις το 24% έναντι 18% το 1879. Αντίστοιχα, το ποσοστό των εγγράμματων έφθανε το 33,73% έναντι 17,71% το 1870 (στην Αθήνα ήταν 62%). Ωστόσο, σε οικονομικό επίπεδο συντελούταν ραγδαία ανάπτυξη. Η αύξηση του εξαγωγικού εμπορίου, η αλματώδης ανάπτυξη της εμπορικής ναυτιλίας, η εισροή κεφαλαίων, ξένων και της ελληνικής παροικίας στο εξωτερικό, η παρουσία αξιόλογων δεικτών βιομηχανικής παραγωγής για πρώτη φορά και η εξυγίανση του τραπεζικού και νομισματικού συστήματος ενίσχυσαν σημαντικά τη θέση των μεσοαστικών στρωμάτων. Η «Μεγάλη Ιδέα» αποτελούσε συνεκτικό στοιχείο για την ελληνική κοινωνία των αρχών του 20ου αιώνα. Ο εθνικισμός, βασικό ιδεολογικό όχημα την περίοδο εκείνη, άμβλυνε τις ταξικές αντιθέσεις, συνενώνοντας τη συντριπτική πλειοψηφία του Ελληνισμού στην υπόθεση της απελευθέρωσης των «αλύτρωτων εδαφών». Το αίτημα ριζικής μεταρρύθμισης και εξορθολογισμού των οικονομικών και πολιτικών δομών του ελληνικού κράτους αγκαλιαζόταν από την ευρύτερη ελληνική κοινωνία, από τη μεγαλοαστική τάξη ως τα εργατικά και αγροτικά στρώματα. Υπό προϋποθέσεις, οι εκλογές της 8ης Αυγούστου κατέδειξαν το καθολικό αίτημα της ελληνικής κοινωνίας για μια διευρυνόμενη δημοκρατική διακυβέρνηση της χώρας, σε αντιδιαστολή με την ολιγαρχική διακυβέρνηση που είχε επιβληθεί από την τάξη των Ελλήνων προυχόντων μετά την απελευθέρωση. Βαθμιαία, μετά την έξωση του Όθωνα το 1862 και το Σύνταγμα του 1864, τα ευρύτερα αστικά, αγροτικά και εργατικά στρώματα συνενώνονταν γύρω από το ιδεώδες της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η πτώχευση του 1893 και η ήττα του 1897 επιτάχυναν τις διαδικασίες αποσύνθεσης της ολιγαρχίας των προυχόντων, που εκφραζόταν μέσα από το παλιό πολιτικό κατεστημένο. Ακόμα και εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές, ιδεολογικές ή κοινωνικές δυνάμεις συνασπίζονταν, έστω προσωρινά, απέναντι στην καθεστηκυία τάξη, γύρω από τη σημαία της διευρυμένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Οι εκλογές της 8ης Αυγούστου δεν αποκρυστάλλωσαν αυτό το ρεύμα, όμως αποτελούσαν ένα ισχυρό προμήνυμα για την επερχόμενη άνοδο των ριζοσπαστικών δυνάμεων.

Η Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές της 8ης Αυγούστου χαρακτηριζόταν από μεγάλη ανομοιογένεια και πανσπερμία πολιτικών και ιδεολογικών τάσεων, συχνά αντικρουόμενων μεταξύ τους. Υπό αυτές τις συνθήκες, η κήρυξη των εργασιών της Βουλής από τον βασιλιά την 1η Σεπτεμβρίου έβρισκε το Σώμα διχασμένο. Δύο μέρες αργότερα, κατά τη διάρκεια της ορκωμοσίας των βουλευτών δημιουργήθηκε διένεξη μεταξύ των οπαδών της Αναθεωρητικής (ομάδα Δ. Ράλλη) και της Συντακτικής (ομάδα Κ. Μαυρομιχάλη). Σ' αυτή την κρίσιμη καμπή έκανε την είσοδό του στην πολιτική σκηνή ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο μόνος πολιτικός ηγέτης που έδειχνε ικανός τη δεδομένη στιγμή να συνενώσει τις αντίρροπες δυνάμεις.

Ο Βενιζέλος αφίχθηκε στον Πειραιά στις 5 Σεπτεμβρίου, όπου τον υποδέχτηκε πλήθος κόσμου. Την ίδια μέρα, δείχνοντας τα πρώτα δείγματα των ηγετικών αρετών του και της αποφασιστικότητάς του απευθύνθηκε σε μεγαλειώδη συγκέντρωση του αθηναϊκού λαού στην πλατεία Συντάγματος. Απόσπασμα της ιστορικής ομιλίας του παρατίθενται παρακάτω, ώστε να γίνούν αντιληπτές τόσο οι ιδεολογικές πεποιθήσεις και αρχές του Βενιζέλου αλλά και το περιεχόμενο των αιτημάτων της ελληνικής κοινωνίας:

«Δεν έρχομαι ενταύθα, ως αρχηγός νέου και εσχηματισμένου κόμματος. Έρχομαι απλώς σημαιοφόρος νέων πολιτικών ιδεών και υπό τη σημαία ταύτην καλώ πάντας εκείνους, οίτινες συμμερίζονται τας ιδέας ταύτας, εμπνέονται από τον ιερό πόθον ν' αφιερώσι πάσας τας δυνάμεις της ψυχής και του σώματος, να συντελέσωσιν εις την επιτυχίαν των ιδεών τούτων. Η ιθύνουσα την πολιτεία μου κεντρική αρχή είναι ότι ο πολιτικός ανήρ οφείλει να έχει γνώμονα πάσης αυτού πράξεως το κοινόν συμφέρον και εις το συμφέρον τούτο να υποτάσση άνευ ενδοιασμού το συμφέρον του κόμματος εις ο ανήκει και το των μελών του κόμματος τούτου, ότι οφείλει να έχη πάντοτε το θάρρος των γνωμών αυτού, μηδέποτε διαψεύδων ταύτας δια να γίνεται αρεστός προς τα άνω ή προς τα κάτω, ότι προς την εξουσίαν πρέπει να αποβλέπει ουχί ως σκοπόν, αλλ' ως μέσον προς επιτυχίαν άλλου υψηλότερου σκοπού, μηδέποτε σπεύδων προς ανάληψιν της αρχής, αν πρόκειται τούτο να γίνη επί θυσία μικρή ή μεγάλη των αρχών αυτού, μηδέποτε διστάζων να απορρίπτη ταύτην, αν η διατήρησις αυτή έπρεπε να εξαγορασθή δια θυσίας του προγράμματος προς εφαρμογήν του οποίου εκλήθη υπό του λαού. Αναγνωρίζων την ανάγκην της διαπαιδαγωγήσεως του Ελληνικού Λαού και της χειραφετήσεως αυτού από του προσωπικού κομματισμού, θα εργασθώ μετ' εκείνων προς τους οποίους η εξέλιξις των εργασιών της Βουλής ήθελεν αποδείξει ότι συμπίπτουν αι ιδέαι μου, δια την οργάνωσιν πολιτικού συλλόγου, διακλαδουμένου καθ' όλον το Κράτος και μέλλοντος να αποτελέση την οργάνωσιν του πολιτικού κόμματος, της ανορθώσεως του οποίου την συγκρότησιν αναμένει ο λαός...». Στη συνέχεια διατύπωσε περιληπτικά μια σειρά μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διοίκηση, τη γεωργία, την χάραξη εκσυγχρονιστικής οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής, τη δικαιοσύνη και τον στρατό.

 

Φωτογραφία του Ελ. Βενιζέλου ενώ απευθύνεται στο ελληνικό Κοινοβούλιο

Απ' αυτή την ομιλία – σταθμό της ελληνικής κοινοβουλευτικής ιστορίας ξεχωρίζει η άρνηση του Βενιζέλου να ενδώσει στις απαιτήσεις μεγάλης μερίδας των συγκεντρωμένων για τη σύγκληση Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης. Από τον εξώστη της πλατείας Συντάγματος, αντιτάχθηκε στις αξιώσεις χιλιάδων οπαδών εμμένοντας στην ανάγκη σύγκλησης Αναθεωρητικής Εθνοσυνέλευσης: «Αναθεωρητική!». «Επαναλαμβάνω, Διπλής Αναθεωρητικής Βουλής!». Παρά τις εντεινόμενες εκκλήσεις του πλήθους, δεν δίστασε να διαφωνήσει μαζί του για τρίτη φορά, επιμένοντας στην αρχική ρήση του: «Είπα! Αναθεωρητικής...». Σ' αυτό το σημείο αξίζει να γίνει αναφορά στο σχόλιο του Γ. Δερτιλή σχετικά με τον διάλογο μεταξύ του Βενιζέλου και του αθηναϊκού λαού: «Πως άραγε θ' αντιμετώπιζε η χώρα στο μέλλον τους Βαλκανικούς Πολέμους και την κοσμογονική παγκόσμια σύρραξη αν δεν ήταν ο Βενιζέλος στον εξώστη, αλλά ένας άλλος παράκλητος ηγέτης, εξ' ίσου ικανός, λίγο ή και διόλου χαρισματικός και λιγότερο οξυδερκής; Τι θα γινόταν, π.χ. αν ήταν ένας νεαρός και υπερφιλόδοξος πολιτικός σαν τον τότε ριζοσπαστικό «Ιάπωνα» και αργότερα συντηρητικό Δημήτριο Γούναρη, ή ένας ικανός και ολίγον μονομανής στρατιωτικός σαν τον γερμανόφιλο Ιωάννη Μεταξά; Και σε τι χάος θα βυθιζόταν η χώρα αν ομιλητής ήταν ένας Έλληνας Μπαμπέφ (Babeuf), εξ ίσου χαρισματικός με τον Βενιζέλο, αλλ' ακαλλιέργητος και αστόχαστος; Ελάχιστα βήματα χώριζαν το πλήθος από τη Βουλή – και ακόμη λιγότερα από τα Ανάκτορα» (Δερτιλής 2009).

Η ομιλία της 5ης Σεπτεμβρίου αποτέλεσε την επιβεβαίωση της ηγετικής ακτινοβολίας του Ελευθερίου Βενιζέλου, αλλά και της ευρύτατης λαϊκής συμπαράταξης στο πλευρό του. Το μετριοπαθές πρόγραμμά του και η αποφασιστική στάση του έγειραν την πλάστιγγα οριστικά υπέρ του. Έχοντας ως κύριο μέλημα τον ρεαλιστικό συγκερασμό του επιθυμητού με το εφικτό συνέβαλε στην εξομάλυνση της πολιτικής κατάστασης. Γι' αυτόν τον σκοπό, δεν ακολούθησε τον εύκολο δρόμο της δημαγωγίας αλλά προτίμησε να αντιταχθεί στο λαϊκό θυμικό μέσα από τον παραπάνω συγκλονιστικό δημόσιο διάλογο, αναλαμβάνοντας εξ' αρχής ηγετικό ρόλο.

Πλέον, ο Ελευθέριος Βενιζέλος ξεχώριζε ως η μόνη πολιτική μορφή, ικανή να βγάλει τη χώρα από την κρίση και να αναλάβει την πρωθυπουργία. Το μόνο εμπόδιο ήταν ο Γεώργιος, ο οποίος ήταν επιφυλακτικός λόγω του πρωτύτερου αντιδυναστικού βίου του Κρητικού πολιτικού. Ωστόσο, πράττοντας σοφά, κατέληξε στη λύση Βενιζέλου δηλώνοντας ότι: «Δικαίως ή αδίκως, δεν το εξετάζω, εκπροσωπεί σήμερον την ιδέα της αναγεννήσεως, και επ' αυτού στηρίζει όλος ο κόσμος (εκτός της Βουλής) βεβαίως τας ελπίδας της σωτηρίας του τόπου από την αναρχίαν και την κακοδαιμονίαν, εις την οποίαν περιήλθομεν. Εάν ο Βασιλεύς καλέση τον Βενιζέλον εις την αρχήν, ο κόσμος όλος θα φωνάξει: εύγε, ο Βασιλεύς είναι υπέρ της ανορθώσεως και ποθεί την διόρθωσιν των κακώς κειμένων...».

Οι δύο άνδρες ήταν πλέον έτοιμοι για έναν ιστορικό συμβιβασμό. Ο Βενιζέλος, αντιλαμβανόμενος από το εκλογικό αποτέλεσμα της 8ης Αυγούστου ότι ο «παλαιός» πολιτικός κόσμος δεν είχε ηττηθεί, επέλεξε μια στρατηγική πολιτικού ρεαλισμού με γνώμονα το γενικό συμφέρον. Μόνο αν επιτυγχανόταν η εξομάλυνση της πολιτικής ζωής ήταν δυνατή η προώθηση των απαραίτητων ριζικών μεταρρυθμίσεων. Αυτό ήταν εφικτό αν αναδεικνυόταν ο βασιλιάς ως επικεφαλής της ανορθωτικής προσπάθειας. Εξάλλου, οι διεθνείς εξελίξεις υποδήλωναν ότι η αντίστροφη μέτρηση για την οριστική επίλυση του Ανατολικού Ζητήματος είχε ήδη ξεκινήσει και ήταν προς το συμφέρον της Ελλάδας να είναι σε θέση να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο. Δεν υπήρχε περιθώριο για τη διατήρηση ανοικτών εσωτερικών μετώπων. Ο Γεώργιος Α΄, από την πλευρά του, διέγνωσε με ακρίβεια τις απαιτήσεις της ιστορικής συγκυρίας. Παραμέρισε την ανασφάλεια που του προκαλούσε το επαναστατικό, αντιδυναστικό παρελθόν του Βενιζέλου και είδε στο πρόσωπο του τελευταίου, τον πολιτικό άνδρα που θα ικανοποιούσε το μαζικό, κοινωνικό αίτημα για εκσυγχρονισμό της δημόσιας ζωής. Μία αντίθετη επιλογή θα ήταν άφρονος καθώς θα πήγαινε ενάντια στο λαϊκό αίσθημα με ανυπολόγιστες συνέπειες.

Μετά τη δήλωση Βενιζέλου ότι αποδεχόταν την ελλαδική βουλευτική ιδιότητα και έπαυε οριστικά κάθε πολιτική δραστηριότητα στην Κρήτη, εξαλείφονταν και τα τελευταία τυπικά κωλύματα. Ο Γεώργιος Α΄ ανέθεσε στον Ελευθέριο Βενιζέλο την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Η πρώτη κυβέρνηση Βενιζέλου ορκίσθηκε την 6η Οκτωβρίου 1910. Ο Βενιζέλος ανέλαβε τα υπουργεία Στρατιωτικών και Ναυτικών, θέλοντας να επιληφθεί ο ίδιος του επείγοντος θέματος της στρατιωτικής προετοιμασίας αλλά και να επιβλέπει στενά τις κινήσεις των στρατιωτικών. Η σύνθεση της νέας κυβέρνησης απέπνεε ένα άρωμα μετριοπαθούς ριζοσπαστισμού αλλά και οριστικής ρήξης με το παρελθόν. Κανένα από τα μέλη της κυβέρνησης αυτής δεν υπήρξε υπουργός στο παρελθόν, αλλά όλοι είχαν δοκιμαστεί με επιτυχία σε υπεύθυνες θέσεις.

Ωστόσο, το περίπλοκο θέμα του χαρακτηρισμού της Εθνοσυνέλευσης ως Αναθεωρητική ή Συντακτική γνώρισε νέα αναζωπύρωση λόγω της διαμάχης σχετικά με την αρχή και τις προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος της διάλυσής της. Στο επίκεντρο αυτής της διαμάχης ήταν η στρατηγική επιλογή του Βενιζέλου της άμεσης διάλυσης της Βουλής. Ο νέος πρωθυπουργός κατανοούσε ότι η τότε σύνθεση της Βουλής θα επέτρεπε μόνο την προσωρινή ζωή της κυβέρνησής του. Σύντομα, θα έθετε ανυπέρβλητα εμπόδια στο μεταρρυθμιστικό έργο της. Με πρόσχημα τη σχετική επικράτηση της κυβέρνησης (207 υπέρ επί 266 παρόντων και 96 απόντων) σε ψηφοφορία εμπιστοσύνης εισηγήθηκε επιμόνως τη διεξαγωγή εκλογών. Ο βασιλιάς, βλέποντας το διογκούμενο λαϊκό ρεύμα υπέρ του Βενιζέλου έδωσε τη συγκατάθεσή του. Οι αρχηγοί των τριών κύριων πολιτικών κομμάτων αντέδρασαν στην απόφαση της «βίαιης» διάλυσης της Βουλής και δήλωσαν αποχή από τις εκλογές. Επρόκειτο για μια πρόφαση: στην πραγματικότητα φυγομάχησαν αντιλαμβανόμενοι τη μοιραία κατάληξη που επεφύλασσαν οι εκλογές αυτές για τα κόμματά τους.

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 28ης Νοεμβρίου 1910 υπήρξε ένας θρίαμβος του Ελευθερίου Βενιζέλου και συντριβή του παλαιού πολιτικού κόσμου. 307 από τους 362 βουλευτές άνηκαν στη βενιζελική παράταξη, ενώ το ποσοστό αποχής μόλις υπερέβαινε κατά 8% αυτό των εκλογών της 8ης Αυγούστου. Μόλις 117 βουλευτές ήταν μέλη και της προηγούμενης Βουλής, ενώ το 90% των βουλευτών δεν είχαν εκλεγεί ποτέ πριν από την 8η Αυγούστου. Η σύνθεση της δεύτερης κυβέρνησης Βενιζέλου ήταν πανομοιότυπη με την πρώτη. Κανένα από τα μέλη της δεν προερχόταν από τα μεγάλα πολιτικά «τζάκια» της Ελλάδας, ενώ ο ίδιος ο Βενιζέλος προερχόταν από μικροαστική οικογένεια. Το αίτημα για ανανέωση είχε εκφραστεί πλήρως στη νέα Βουλή.

Λίγο μετά τις εκλογές, ο Βενιζέλος σχημάτισε το «Κόμμα Φιλελευθέρων», διακηρύσσοντας την ανάγκη ύπαρξης κομμάτων με πολιτικές αρχές και όχι προσωποπαγή. Αν και το «Κόμμα Φιλελευθέρων» αντλούσε δύναμη από την προσωπική ακτινοβολία του Βενιζέλου, εντούτοις ήταν το πρώτο κόμμα που είχε προσήλωση σε σταθερές προγραμματικές αρχές και στηριζόταν σ' έναν κομματικό μηχανισμό «στελεχών». Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ευρύτερης αναγεννητικής ατμόσφαιρας η Β΄ Αναθεωρητική Βουλή ολοκλήρωσε την αναθεώρηση του ισχύοντος Συντάγματος. Δεν μετεβλήθησαν η μορφή του πολιτεύματος ή η οργανωτική δομή του πολιτεύματος. Υπήρξαν όμως ουσιαστικές ρυθμίσεις που αφορούσαν στην κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών και στη θεσμοθέτηση κανόνων στην άσκηση της κρατικής εξουσίας. Επιπλέον, η κυβέρνηση Βενιζέλου πρόσφερε θετικότατο έργο, ανταποκρινόμενο στη γενική απαίτηση για ευρύτερη ανανέωση και αναδιάρθρωση του κράτους και της ελληνικής κοινωνίας. Ο Βενιζέλος, κατορθώνοντας με δεξιοτεχνία να κατευθύνει το ριζοσπαστικό ρεύμα που διέτρεχε όλον σχεδόν τον ελληνικό λαό, δρομολόγησε την εμπέδωση βαθύτατων και αναγκαίων αλλαγών σε όλα τα επίπεδα. Στο κέντρο της στρατηγικής του έθεσε την ισορροπία ανάμεσα στο εφικτό και το επιθυμητό, πραγματοποιώντας τους απαραίτητους συμβιβασμούς, χωρίς την αντίστοιχη μείωση του δημοκρατικού περιεχομένου των θεσμών. Τα αποτελέσματα της πολιτικής αυτής έγιναν απτά μόλις δύο χρόνια αργότερα. Η χώρα ήταν απολύτως έτοιμη σε στρατιωτικό, οικονομικό και διπλωματικό επίπεδο ώστε να αντεπεξέλθει με επιτυχία τη μεγάλη δοκιμασία των Βαλκανικών πολέμων.

 

Πορτραίτο του Ελ. Βενιζέλου

Στρατιωτικός Σύνδεσμος και Ελευθέριος Βενιζέλος – Συνοπτική αποτίμηση του ρόλου τους

Το Κίνημα του Γουδή το 1909, εν τέλει, ήταν απότοκος της συσσωρευμένης δυσφορίας για το παλαιό πολιτικό σύστημα που δεν συμβάδιζε ικανοποιητικά με τις απαιτήσεις σε πολιτικό, οικονομικό και διοικητικό επίπεδο τη δεδομένη ιστορική περίοδο. Στον πυρήνα του ιδεολογικού οπλοστασίου του κινήματος βρίσκονται ισχυρά (αν και όχι ξεκάθαρα) στρατιωτικά, αντικομματικά, φιλολαϊκά και αντιδυναστικά στοιχεία. Μολαταύτα, δεν ήταν αντίθετο γενικά προς τον βασιλικό θεσμό και τον κοινοβουλευτισμό (σε αντιδιαστολή π.χ. προς το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου). Οι εργασίες του κοινοβουλίου δεν ανεστάλησαν σε καμία περίπτωση. Αντίθετα, το Σώμα συνέχισε να λειτουργεί από την πρώτη στιγμή, έστω και υπό την πίεση των στρατιωτικών. Παράλληλα, το κίνημα περιστρεφόταν γύρω από την κυρίαρχη ιδεολογία του ελληνικού κράτους, τον αλυτρωτισμό.

Ωστόσο, το Κίνημα του 1909 δεν κατόρθωσε ή δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να κατευθύνει και να σχηματοποιήσει το ισχυρό ριζοσπαστικό ρεύμα που διέτρεχε τότε την ελληνική κοινωνία. Ο μύθος της αστικής επανάστασης εξακολουθεί μέχρι τις μέρες μας να περιβάλλει το κίνημα αλλά στην πραγματικότητα, για τους λόγους που έχουν αναλυθεί παραπάνω, υποστηρίχθηκε κυρίως από τα μεσαία και κατώτερα στρώματα. Σ' αυτή την εξίσωση εισέρχεται με δυναμικό τρόπο η ακμάζουσα αστική τάξη της διασποράς, η οποία αντιπαραβάλλεται με την εγχώρια κρατικιστική. Έχοντας ως όχημα την ικανοποίηση επαγγελματικών συμφερόντων και ριζικών αλλαγών στη διοίκηση, το πολιτικό και το οικονομικό σύστημα και τον στρατό, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος εξέφρασε την ανάγκη κάθαρσης μετά την επιβολή του Δ.Ο.Ε. και την στρατιωτική ήττα του 1897. Όμως αποδείχθηκε εξίσου επιρρεπής στις ίδιες αρνητικές πρακτικές που χαρακτήριζαν τα παλαιά πολιτικά κόμματα, δηλαδή, αυτούς τους φορείς διακυβέρνησης στους οποίους αντιτέθηκε με σφοδρότητα. Στη νέα πραγματικότητα που δημιούργησε το Κίνημα στο Γουδή ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος υπέκυψε στην ανικανότητα και απροθυμία του να αναλάβει έναν ριζικά πρωταγωνιστικό ρόλο και να διαφοροποιηθεί ουσιαστικά από τη φυσιογνωμία των παλαιών πολιτικών κομμάτων.

Μοιραία, απευθύνθηκε στον μόνο πολιτικό ηγέτη που έδειχνε ικανός να απαγκιστρώσει το αίτημα για ανόρθωση με τρόπο ουσιαστικό και αποτελεσματικό: τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο χαρισματικός Κρητικός πολιτικός ηγήθηκε της προσπάθειας για αναγέννηση της Ελλάδας τόσο σε υλικό (οικονομία, εκσυγχρονισμός στρατού, δημόσιας διοίκησης και υποδομών) όσο και σε πνευματικό – ψυχολογικό επίπεδο, κατά την περίοδο 1910-1915. Φυσικά, θα ήταν υπεραπλουστευτικό και συνάμα επικίνδυνο να αποδοθεί στον Βενιζέλο ο χαρακτηρισμός του «Εθνοσωτήρα». Ο Βενιζέλος αποτέλεσε μέρος ενός ευρύτερου συνόλου παραγόντων. Ορισμένοι απ' αυτούς διέτρεχαν το ελληνικό κράτος εκ σύστασής του, ενώ άλλοι ήταν γέννημα της ιστορικής συγκυρίας, όπως διαμορφώθηκε αυτή κατά την περίοδο 1893-1910. Ο αναδυόμενος πολιτικός ηγέτης αποδείχθηκε η καίρια μεταβλητή που μετέτρεψε τη λαϊκή επιθυμία για ριζοσπαστικές αλλαγές σε ειρηνική αστική επανάσταση. Αποτέλεσε τον καταλύτη που διευκόλυνε τον αστικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας, καθοδηγώντας την ελληνική αστική τάξη προς αυτή την κατεύθυνση. Στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας του βρισκόταν η ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής και η επίτευξη εθνικής ομοψυχίας, όροι απαραίτητοι για την ολοκλήρωση των εθνικών, αλυτρωτικών πόθων. Οι κόποι αυτής της προσπάθειας καρποφόρησαν την επόμενη κρίσιμη δεκαετία 1910-1920 (ωστόσο ακυρώθηκαν σε κάποιο βαθμό από τις συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής το 1922).

Επιστρέφοντας στο αρχικό ερώτημα σχετικά με την αποτίμηση του Κινήματος στο Γουδή, ως αυτόνομο γεγονός κρίνεται αρνητικά. Οι στρατιωτικοί απέτυχαν να προσδώσουν ένα περιεχόμενο που ξεπερνούσε τα γενικευτικά και συντεχνιακά πλαίσια. Αποτελούσε ένα ακόμη παράδειγμα απειθαρχίας προς απρόσωπους θεσμούς, μία νόσο από την οποία πάσχει ως σήμερα η ελληνική κοινωνία. Επιπλέον, αποτέλεσε ένα κακό προηγούμενο στην ελληνική πολιτική ζωή. Μετέπειτα στρατιωτικά κινήματα / δικτατορίες ανέτρεχαν στις βασικές αρχές του κινήματος του 1909 για να προσδώσουν στο δικό τους περιεχόμενο στοιχεία νομιμοποίησης. Η προσφορά του κινήματος κρίνεται θετική μόνο εκ του αποτελέσματος, δηλαδή, ότι επέτρεψε την είσοδο του Ελευθέριου Βενιζέλου στην ελληνική πολιτική ζωή και την αναγεννητική πολιτική που εφάρμοσε στη συνέχεια.

 

Βιβλιογραφία

1) Γιώργος Δερτιλής, Κοινωνικός Μετασχηματισμός και στρατιωτική επέμβαση 1880-1909, Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1985.
2) Εκδοτική Αθηνών, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. ΙΔ΄, Αθήνα 1977.
3) Χριστίνα Κουλούρη, 1909, Γουδί: Καταλύτης επαναστατικών αλλαγών, 1909 εκατό χρόνια από το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί,
4) Νίκη Μαρωνίτη, Το Κίνημα στο Γουδί – εκατό χρόνια μετά – Παραδοχές, ερωτήματα, νέες προοπτικές, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010.
5) Νίκος Μουζέλης, Κοινοβουλευτισμός και εκβιομηχάνιση στην ημι-περιφέρεια, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1987.
6) Βίκτωρ Παπακοσμάς, Ο στρατός στην πολιτική ζωή της Ελλάδας, Εκδόσεις Εστία, Αθήνα 1981.
7) Βασίλειος Τσίχλης, Το Κίνημα του Γουδή και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, Εκδόσεις Πολύτροπον, Αθήνα 2007.


Ο/Η συγγραφέας Γιάννης Χρονόπουλος έχει γράψει επίσης το βιβλίο:
Τα Cookies μας επιτρέπουν να σας προσφέρουμε μια καλύτερη και ασφαλέστερη εμπειρία κατά τη χρήση του δικτυακού μας τόπου. Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Historical Quest αποδέχεστε τη χρήση Cookies. Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε διαβάστε τους Όρους Χρήσης & Απορρήτου.