Σύνδεση

Σύνδεση

του Christopher Berg, ιστορικού

μετάφραση Στεργιανής Παπαλάμπρου

Η μάχη του Saintes, 12 Aπριλίου 1782

Το Βρετανικό Ναυτικό ήταν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της προστασίας και της εξάπλωσης του εμπορίου εκτός των συνόρων κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα. Η βρετανική ναυτική παρουσία διασφάλιζε, κατά κάποιο τρόπο, την αμείωτη συνέχιση της άνθισης του εμπορίου από τον Νέο Κόσμο παρά τις γαλλικές και τις ισπανικές προσπάθειες να δεσμεύσουν τις μεταφορές και να κατάσχουν τα εμπορεύματα. Οι Γάλλοι και οι Ισπανοί ήταν αμείλικτοι στην προσπάθειά τους να εμποδίσουν την εξάπλωση της βρετανικής κυριαρχίας στον Ατλαντικό και την Καραϊβική, αλλά η βρετανική ναυτική υπεροχή αποδείχθηκε ότι ήταν τρομερή πρόκληση, ακόμη και για μια ενωμένη Γαλλο-Ισπανική συμμαχία δυνάμεων. Ο εννιαετής πόλεμος είδε την έναρξη του εθνικού χρέους ως έναν μηχανισμό διατήρησης της ρευστότητας που υπήρχε στους πολεμικούς κόλπους του στέμματος και τον πόλεμο της Ισπανικής διαδοχής να φέρνει τη Βρετανία μία θέση πάνω από τους εχθρούς της. Ο Lawrence James παρατηρεί: "Στο χρονικό διάστημα που οι αντίπαλοι και οι Ολλανδοί ήταν αποδυναμωμένοι από τις δωδεκαετείς συγκρούσεις, το βρετανικό εμπόριο εκτός των συνόρων γνώρισε ουσιαστική άνθιση." Η Βρετανία είχε να αντιμετωπίσει το ραγδαία αναπτυσσόμενο διεθνές εμόριο και οι νομοθετικές διατάξεις του 1708 περί ρύθμισης της Ναυσιπλοΐας και των εμπορικών μεταφορών προστάτευαν αυτή την ζωτικής σημασίας οικονομική σφαίρα επιρροής στον Νέο Κόσμο. Το Βασιλικό Ναυτικό έγινε ένα δυνατό όπλο κατ' επιλογή και διοικούνταν πολύ αποτελεσματικά από τους κυβερνήτες και τους ναυάρχους του, οι οποίοι είχαν ως βάση τους την αποκεντρωμένη μορφή διοίκησης στη θάλασσα. Οι υψηλοί αυτοί αξιωματούχοι χρεώθηκαν, στην ουσία, τη μοίρα της χώρας τους και των πλουτοπαραγωγικών πηγών της και η ευθύνη αυτή ήταν τεράστια. Η μοναδική στο είδος της μορφή διοίκησης που επέλεξαν, η βαθιά αίσθηση του καθήκοντος και το όραμά τους για τη χώρα οδήγησαν στην υπεροχή του Βρετανικού Ναυτικού και στην εδραίωση της Βρετανικής ηγεμονίας εκτός των συνόρων.

Ο συντονισμός εκατοντάδων πλοίων ήταν ένα τιτάνιο έργο, ακόμη και για τις καταλληλότερες οργανωτικές διοικήσεις. Η υπεροχή σε αριθμούς και το στοιχείο του αιφνιδιασμού ήταν σαφώς χρήσιμα όπλα, αλλά από μόνα τους ανίκανα να καθορίσουν το αποτέλεσμα. Το παλιροϊκό κύμα του πολέμου μπορούσε να αλλάξει ρότα, εν ριπή οφθαλμού, αν η αλυσίδα της διοίκησης έχανε έστω κι έναν κρίκο, λόγω της μη ορθής κατανόησης των διοικητικών εντολών, της μη έγκαιρης εκτέλεσής τους ή λόγω των άσχημων καιρικών συνθηκών. Για την αποφυγή αυτών των ναυτικών παγίδων, το Βρετανικό Ναυαρχείο καθιέρωσε το "ναυτικό δόγμα" και τις "μαχητικές οδηγίες". Οι πλέον έμπειροι καπετάνιοι και το Ναυαρχείο συνέταξαν μία σειρά επεξηγηματικών κανόνων για το πως έπρεπε να ενεργήσουν στην εκάστοτε περίπτωση οι πλοίαρχοι και οι υφιστάμενοί τους. Το "ναυτικό δόγμα" δεν προορίζονταν ως ο πρακτικός οδηγός τσέπης του κυβερνήτη ή του ναυτικού, το οποίο θα συμπεριελάμβανε μακροσκελή σενάρια και συνιστώμενες στρατηγικές μάχης. Σύμφωνα με τους Brian Tunstall και John Creswell, συγγραφείς του έργου Naval Warfare in the Age of Sail (Ο Ναυτικός Πόλεμος στην Εποχή του Ιστίου), το δόγμα μπορούσε να ερμηνεύεται διασταλτικά από τον κάθε κυβερνήτη ενός πλοίου, ο οποίος κάθε φορά είχε να αντιμετωπίσει μια μοναδικά διαφορετική περίπτωση. Συνηθιζόταν, μάλιστα, οι Ναύαρχοι, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν οι πλέον αρμόδιοι και τους ζητούνταν να βελτιώσουν τα μέσα ελέγχου των στόλων τους κατά τη διάρκεια της μάχης, να ερμηνεύουν το ως άνω δόγμα κατά το δοκούν.

Εξίσου σημαντικό, όμως, είναι να σημειώσουμε ότι οι κυβερνήτες έπλεαν ακολουθώντας τις πιο γενικές εντολές και μόνον, καθώς σε στρατηγικό και επιχειρησιακό επίπεδο, το Βασιλικό Ναυτικό είχε άψογες αποδόσεις. Οι πιο ικανοί κυβερνήτες και ναύαρχοι του βασιλικού ναυτικού ήταν σε θέση να κατανοήσουν πλήρως και σε βάθος "τα μύρια προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι ναυτικοί αξιωματούχοι –από την επάνδρωση μέχρι και το ηθικό των ανδρών– ." Αυτή η φιλοσοφία υιοθετήθηκε από τους περισσότερους αξιωματούχους ναυαρχίδων, ξεκινώντας από τον Ναύαρχο Edward Vernon και τον διάδοχό του Αντιναύαρχο George Anson. Αμφότεροι υπήρξαν πολύ έμπειροι στο θέμα της αποκεντρωμένης φιλοσοφίας διοίκησης, κατά την οποία ο κυβερνήτης είχε την απόλυτη εξουσία να αντιμετωπίσει τον αντίπαλο κατά τη βούλησή του και να παραχωρήσει στους υφιστάμενούς του το περιθώριο εκτέλεσης των εντολών του, χωρίς συνεχείς και άμεσες διαταγές.

Η κατάληψη του Puerto Bello, 21 Noεμβρίου 1739. Πίνακας του George Chambers, Senior 1836.  National Maritime Museum, Greenwich, London, Greenwich Hospital Collection

Ο Michael Palmer χρησιμοποιεί την περίπτωση της μάχης του Cape Finisterre το 1747, για να υπερτονίσει την πολυπλοκότητα των περιπτώσεων που είχε να αντιμετωπίσει ο αξιωματούχος Anson, την επιθετική του τακτική και την ακλόνητη αποφασιστικότητά του. Τα καθήκοντα του Anson, σύμφωνα με τις εντολές που είχε λάβει από τη Διοίκηση ήταν πολλά, αλλά το ένστικτο και η διαίσθησή του ήταν αυτά που καθοδηγούσαν κάθε του κίνηση και που τελικά τον οδήγησαν στη νίκη. Οι ιστορικοί, συνεχίζει, δεν πρέπει να υποτιμούν τα στρατηγικά κατορθώματα ενός κυβερνήτη, που μέσω της επιχειρησιακής του δεξιότητας καταφέρνει να υπερέχει σημαντικά και να επιβληθεί έναντι του εχθρού. Επιπλέον, ενώ ο Anson είχε ένα καθοριστικό πλεονέκτημα των δύο έναντι ενός in weight-of-metal, οι καινοτόμες τακτικές του, οι οποίες ενισχύονταν από την αποκεντρωμένη μέθοδο διοίκησης και ελέγχου του στόλου του, του επέτρεπαν να μετατρέπει αυτή την υπεροχή σε σαρωτική νίκη, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των συναδέλφων του, οι οποίοι σε παρόμοιες περιπτώσεις επέλεγαν απλώς την εκτέλεση των άνωθεν διαταγών. Η φιλοσοφία του Anson ήταν γνωστή στους υφιστάμενούς του, οι οποίοι αντιλαμβάνονταν απόλυτα την πολεμική τακτική του ανωτέρου τους. Ο ίδιος είχε μελετήσει τη στρατηγική αυτή και είχε μοιραστεί τις απόψεις και τους προβληματισμούς του με τους κυβερνήτες του. Ως εκ τούτου, η ενδεχόμενη αλλαγή των δυναμικών σε μία μάχη ή η παλιροϊκή τροπή των θέσεων ισχύος, δεν προμήνυε την καταστροφή, αλλά έδινε την ευκαιρία στους ανώτερους αξιωματούχους του να εξασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια στην πρόκληση για νέα υπερίσχυση. "Επιπλέον, χάρη στις προκαταρκτικές της μάχης ενέργειες του Anson, ο στόλος του είχε αγγίξει τόσο υψηλά επίπεδα επαγγελματικής τακτικής που οι αντιπλοίαρχοί του δεν συγχέονταν με τις, κατά κάποιον τρόπο, αντισυμβατικές τακτικές των ναυάρχων τους."

Η αποκεντρωμένη διοίκηση συνέχισε να πρωταγωνιστεί στις πολεμικές επιχειρήσεις και στον επταετή πόλεμο. Ο υποναύαρχος Edward Hawke μάλιστα, ήταν ο ενσαρκωτής της άψογης διοίκησης του Βασιλικού Ναυτικού, αφού υιοθέτησε με αριστεχνικό ταλέντο καινοτόμες πρακτικές και καλούσε σε διαβουλεύσεις εντός του πλοίου ακόμη και τους υφιστάμενούς του. Αυτό, κατά την άποψη του Palmer, ήταν για τον Hawke το κλειδί της επιτυχία του στον επταετή πόλεμο. Οι καπετάνιοι του Hawke είχαν αναπτύξει ένα τόσο υψηλά μαχητικό πνεύμα κατά τον επιμήκη αποκλεισμό τους που ο Tunstall γράφει χαρακτηριστικά ότι "δεν είχαν ανάγκη από ειδικά σήματα για να ριχτούν στη μάχη". Οι διαταγές εκτελούνταν με ακρίβεια και οι υφιστάμενοι κατανοούσαν σε τέτοιο βαθμό τα κελεύσματα των ανωτέρων τους, που ήταν σε θέση να προβλέψουν τις ενέργειες συντονισμού των τελευταίων χωρίς να είναι αναγκαία καμία επικοινωνία! Η αποκεντρωμένη επιχειρησιακή διοίκηση απέδειξε την αποτελεσματικότητά της κατ' επανάληψη, αλλά παρά την ευεργετική της σημασία, εγκαταλείφθηκε παντελώς μετά τον Επταετή Πόλεμο, για χάρη του, πιο επιστημονικά μορφοποιημένου, Γαλλικού συστήματος οπτικών σημάτων. Σύμφωνα με τον Palmer, αυτό αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα αινίγματα στην ιστορία των ναυτικών πολέμων. Ο William Cormack, στην αναθεώρηση του πρόσφατου βιβλίου του Michael Palmer παρατηρεί ότι ο Palmer ισχυριζόταν πως "αυτού του είδους οι τεχνολογίες, από τα σινιάλα της σημαίας, τη ραδιοεπικοινωνία και αργότερα τα δορυφορικά συστήματα, απέτυχαν να εξαλείψουν τη σταθερά της αβεβαιότητας, άλλως την "ομίχλη του πολέμου", ενώ η αποκεντρωμένη διοίκηση, που ενθάρρυνε την πρωτοβουλία στους καλά εκπαιδευμένους και γαλουχημένους με το ναυτικό δόγμα υφιστάμενους, αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο του ναυτικού θριάμβου.Το ερώτημα, επομένως, που τίθεται είναι το εξής: " Γιατί το Βασιλικό Ναυτικό υιοθέτησε το Γαλλικό σύστημα οπτικών σημάτων; Γιατί, σύμφωνα με τον Palmer "προφανώς εξυπηρετούσε την επιλογή του (αντίθετης λογικής) συστήματος του κεντρικού ελέγχου.

Γιατί η δοκιμασμένη και αντικειμενικά αποτελεσματική μέθοδος της αποκεντρωμένης διοίκησης αυτοβυθίστηκε για χάρη του πιο ορθολογιστικού και εκλεπτυσμένου γαλλικού συστήματος, που αποδείχτηκε ανίσχυρο του Βασιλικoύ Ναυτικού για σχεδόν έναν αιώνα;

Αυτό εξακολουθεί να παραμένει ένα αίνιγμα.


Τα Cookies μας επιτρέπουν να σας προσφέρουμε μια καλύτερη και ασφαλέστερη εμπειρία κατά τη χρήση του δικτυακού μας τόπου. Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Historical Quest αποδέχεστε τη χρήση Cookies. Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε διαβάστε τους Όρους Χρήσης & Απορρήτου.