Σύνδεση

Σύνδεση

ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

O Χίτλερ με μέλη του NSDAP σε εκδήλωση του κόμματος το 1930

Για να γίνει καλύτερα κατανοητό το υπό μελέτη αντικείμενο, είναι σκόπιμο να γίνει προσπάθεια ν' απαντηθούν τα εξής ερωτήματα:

1. Τι είδους κόμμα ήταν η NSDAP και ποια η δομή του;

2. Ποια ήταν η εκλογική του βάση;

3. Πώς εξηγείται η εξέλιξή του;

4. Ποιες οι διαφορές με άλλα ολοκληρωτικά συστήματα (κομμουνισμό, φασισμό);

1. Ο ρόλος του Χίτλερ ήταν αδιαμφισβήτητος. Απόδειξη ότι μετά τον θάνατο του Χίντεμπουργκ (1934) έφερε τον τίτλο ηγέτης και καγκελλάριος (Führer und Reichskanzer). Πρώτα απ' όλα η γενικόλογη και αφηρημένη έννοια του ηγέτη. Ο προβληματισμός που αναπτύχθηκε και αναλύθηκε ανωτέρω (ιντενσιοναλιστές – δομιστές), όπως προειπωώθηκε, αφορούσε το αν υπήρχαν κάποιες αποφάσεις, στις οποίες δεν είχε συμμετοχή ή -τουλάχιστον- κυρίαρχο ρόλο (όπως ισχυρίζονται οι δομιστές).

2. Άλλο χαρακτηριστικό υπήρξε ο υπερβάλλων εθνικισμός. Η Άρια Φυλή έπρεπε να κυριαρχήσει παγκόσμια, με κάθε μέσο. Στο όνομα της λαϊκής κοινότητας (VOLKSGEMEINSCHAFT), η οποία -σημειωτέον- μόνο στα πλαίσια του εθνικού κράτους μπορούσε να γίνει πραγματικότητα, ήταν θεμιτές και οι πιο απάνθρωπες πράξεις. Σ' αυτό το σημείο δέον να τονισθεί ότι – όπως ειπώθηκε ανωτέρω – η γερμανική εθνική συνείδηση είχε ταπεινωθεί πολύ βαθιά από την ήττα του Α' Παγκόσμιου. Έτσι τα εθνικιστικά συνθήματα που ο Χίτλερ καλλιεργούσε, βρήκαν λίαν πρόσφορο έδαφος και κατάφερε να πείσει τη μεγάλη πλειοψηφία, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης, ν' ακολουθήσει ένα κόμμα, το οποίο -υποτίθεται- ότι κύρια εξέφραζε τους μη προνομιούχους. Αυτός ο πρωταρχικός χαρακτήρας του έθνους, αποτελεί μια βασική διαφορά με τον κομμουνισμό, όπου κυρίαρχο ρόλο διαδραμάτιζε η κοινωνική τάξη. Λ.χ. στην πρώην Αν. Γερμανία τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, απαραίτητη προϋπόθεση για την εισαγωγή κάποιου στα Α.Ε.Ι., ήταν να προέρχεται από εργατική οικογένεια. Βέβαια, ορισμένα από αυτά τα καθεστώτα συνέχισαν και μετά τη σταλινική εποχή, τις εθνικές τους εκκαθαρίσεις. (Ο Τσαουσέσκου στη Ρουμανία ήθελε να ισοπεδώσει 8.000 χωριά, στα οποία ζούσαν μέλη της ουγγρικής και γερμανικής μειονότητας, για να τα μετατρέψει σε αγροτοβιομηχανικούς συνεταιρισμούς. Τέλος, κλασικό τέτοιο παράδειγμα αποτελούσαν οι διώξεις σε βάρος των Ελλήνων της Β. Ηπείρου.) Παρόλα ταύτα, η βασική φιλοσοφία του υπαρκτού σοσιαλισμού ήταν καθαρά διεθνιστική και ταξική.

3. Επίσης, διαφορά με τον ορθόδοξο υπαρκτό σοσιαλισμό υπάρχει και ως προς τον τρόπο ανόδου στην εξουσία, την οποία ο Χίτλερ κατέλαβε δημοκρατικότατα. Όσον αφορά τα κομμουνιστικά κόμματα, ισχύουν τα εξής:

Α. Τα ευρωαριστερά κόμματα, με ιστορικούς εκπροσώπους, τα αντίστοιχα κόμματα της Ισπανίας, Γαλλίας και κυρίως Ιταλίας, πρέσβευαν την αρχή του λεγόμενου Ιστορικού Συμβιβασμού (COMPROMISSO STORICO), σύμφωνα με την οποία η εργατική και η αστική τάξη μπορούν και πρέπει να συνεργαστούν, απορρίπτουν τη δικτατορία του προλεταριάτου και, γενικότερα, αποδέχονται τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Επομένως δεν υπάρχει ανακολουθία μεταξύ λόγων και έργων στη συμμετοχή τους σε ελεύθερες εκλογές.

Β. Σχετικά με τα ορθόδοξα ΚΚ, τα οποία επαγγέλονταν και ορισμένα –όπως το ελληνικό– συνεχίζουν να επαγγέλλονται το σοβιετικό πρότυπο, τίθεται το εξής εύλογο ερώτημα: Με τη συμμετοχή τους στις δημοκρατικές διαδικασίες –δεδομένου μάλιστα ότι, όπου επικράτησαν, το πέτυχαν δια της βίας– δεν παραβιάζουν τις αρχές τους;

4. Ο εθνικοσοσιαλισμός αποτελεί την πιο ακραία μορφή φασισμού.1

5. Τα κείμενα του θεωρητικού του εθνικοσοσιαλισμού Carl Schmitt2, δεν επιβάλλονται τόσο πολύ από το καθεστώς όσο τα αντίστοιχα των Μαρξ, Έγκελς και Λένιν στα κομμουνιστικά συστήματα.

6. Η θέση της γυναίκας στον εθνικοσοσιαλισμό είναι σαφώς πιο υποβαθμισμένη. Με εξαίρεση τις οικογενειακές μικροεπιχειρήσεις, ο ρόλος της περιοριζόταν κύρια στην ανατροφή των παιδιών, κατά τα εθνικοσοσιαλιστικά πρότυπα.

7. Η πολιτική του διαίρει και βασίλευε, εφαρμόστηκε άριστα από τον Χίτλερ, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό.

8. Διαφορά με το ιταλικό φασιστικό πρότυπο υπάρχει ως προς την προέλευση. Πράγματι ο Μουσσολίνι προερχόταν από τους κόλπους των Ιταλών Σοσιαλιστών.3 Επίσης, δεν ήταν αντισημίτης ως το 1938 (Manifest of Racial. Research).4

Προσπάθειες ερμηνείας των εκλογικών επιτυχιών της NSDAP –

Οι πολιτικοί επιστήμονες και κοινωνιολόγοι της εποχής, δίνουν στην ουσία περιγραφές (που βέβαια μπορεί να είναι σωστές ή λάθος), αλλά όχι εξηγήσεις. Η σημαντικότερη τέτοια προσέγγιση, είναι του γνωστού κοινωνιολόγου Theodor Geiger5 (1930). Αυτός ισχυριζόταν ότι οι εκλογικές επιτυχίες των Εθνικοσοσιαλιστών οφείλονταν στην «παλιά και νέα μεσαία τάξη». Η ιδεολογία της, η οποία βασίζεται στις προϋποθέσεις που συναντώνται στα χρόνια του πρώιμου καπιταλισμού, της επιτρέπει να εμφανίζεται σαν ένα απομεινάρι μιας άλλης εποχής, το οποίο δυσκολεύεται να επιβιώσει μετά από κάθε βήμα της κοινωνικής εξέλιξης. Έτσι, τα μέλη της είναι πάντα απογοητευμένα από το εκάστοτε καθεστώς, και, σε κάθε εκλογή, μετακινούνται αντίθετα από τους κρατούντες. Τα φαινόμενα αυτά συναντώνται πολύ πιο έντονα στη νέα (για την εποχή) μεσαία τάξη. Αυτή την κατάσταση η NSDAP την εκμεταλλεύτηκε με τον καλύτερο τρόπο.

Ένας άλλος παρατηρητής, ο Walther Scheunemann6, θεωρεί ότι οι εθνικοσοσιαλιστικές εκλογικές επιτυχίες, για να ερμηνευτούν προϋποθέτουν στοιχεία τόσο της θεωρίας της μεσαίας τάξης όσο και ανταγωνιστικά άλλων ομάδων.

Σαν αιτίες θεωρούνται η πετυχημένη προπαγάνδα της NSDAP, η δυσαρέσκεια με την εξωτερική πολιτική κατάσταση, η οικονομική κρίση και οι επιπτώσεις της ιδίως στους ιδιωτικούς υπαλλήλους, τους μικροβιοτέχνες, τους μικροαγρότες, και τους νέους. Παρατηρείται μια «επαναστατικοποίηση» (Revolutionierung) της μεσαίας τάξης. Κοινά σημεία των δύο προσεγγίσεων, το ότι αναπτύσσουν μια «θεωρία του μεσαίου στρώματος» (Mittelschichtsposition) και μια οπτική γωνία, η οποία θέλει την ψήφο στην NSDAP, σαν ψήφο διαμαρτυρίας απέναντι στα μεγάλα κόμματα της εποχής (Volkspartei-Protest-Position). Η διαφορά τους βρίσκεται στο ότι η μία θεωρεί την NSDAP ως κόμμα της μεσαίας τάξης, ενώ η άλλη σαν πολυσυλλεκτικό κίνημα.

Προεκλογικό περίπτερο του Ναζιστικού Κόμματος στο Βερολίνο, Απρίλιος 1932

Μετά τη δεκαετία του '50 και μέχρι σήμερα κυριαρχούν οι ακόλουθες τρεις θεωρίες προσέγγισης και ανάλυσης των εκλογικών αποτελεσμάτων της NSDAP.

α) Η ταξική7

Αναπτύχθηκε από τον Αμερικανό κοινωνιολόγο Seymour Martin Lipset. Στηρίζεται στην αντίληψη του Geiger. Ξεκινάει από την παραδοχή ότι κάθε κοινωνική τάξη διαθέτει και δημοκρατικές και εξτρεμιστικές μορφές έκφρασης. Εκτός από τον δεξιό και τον αριστερό, υπάρχει και κεντρώος εξτρεμισμός. Ο αριστερός εξτρεμισμός, που υποστηρίζεται από την εργατική τάξη, εκφράζεται με τον κομμουνισμό και τον περονισμό. Ο δεξιός με τον αυταρχισμό του ανώτερου κοινωνικού στρωματος.

Ο κεντρώος, με τον φασισμό, στον οποίο περιλαμβάνεται και ο εθνικοσοσιαλισμός. Και οι τρεις μορφές εξτρεμισμού έχουν τις αντίστοιχες δημοκρατικές. Ο φασισμός έχει τον φιλελευθερισμό, με τον οποίο συμπίπτει, στο μόνο που τον διαφοροποιεί είναι ότι – αντίθετα με αυτόν – πρεσβεύει ένα ισχυρό κράτος. Βασική παραδοχή είναι ότι η άνοδος των εθνικοσοσιαλιστών μετά το 1928, οφείλεται στην προσέλκυση ψηφοφόρων της μεσαίας τάξης.

Περιληπτικά, ο χαρακτηριστικός τύπος του εθνικοσοσιαλιστή ψηφοφόρου του 1932, σαν αυτοδύναμος Προτεστάντης, μέλος της μεσαίας τάξης, ο οποίος ζούσε σε αγροτόσπιτο ή σε μια μικρή κοινότητα και παλιότερα ψήφιζε κάποιο κόμμα του Κέντρου ή περιφερειακούς σχηματισμούς (regionale Gruppierung), και ο οποίος αμυνόταν τόσο κατά των μεγαλοβιομηχάνων, όσο και κατά των συνδικάτων. Όλ' αυτά δεν αλλάζουν, από το ότι οι ψηφοφόροι της NSDAP προέρχονταν από το κοινωνικό ή οικονομικό περιθώριο.

β) Η μαζική8 (massentheoretische Position)

Οι υποστηρικτές της θεωρούν ότι δεν μπορεί να εξηγηθεί η άνοδος του εθνικοσοσιαλισμού μετά το 1928, με μια στατική προσέγγιση όπως η ταξική θεωρία. Σύμφωνα μ' αυτούς το προς ερμηνείαν φαινόμενο εμφανίζεται κατά προτίμηση σε κοινωνίες με περιορισμένο βαθμό ενσωμάτωσης, τουτέστιν όπου υπάρχει αυξημένος ατομισμός και ολόκληρες κοινωνικές ομάδες ζουν απομονωμένες η μία από την άλλη, όπου οι πρωτογενείς (οικογένεια, φίλοι, συνάδελφοι) και οι δευτερογενείς (οργανώσεις, σύλλογοι) κοινωνικές σχέσεις έχουν κατακερματιστεί σαν αποτέλεσμα βαθειών κοινωνικών κρίσεων, όπου υπάρχει μεγάλη αλλογή των πολιτικών δεσμών και της πολιτικής συμπεριφοράς.

Η ατομικοποίηση (Atomisierung) και η υιοθέτηση του εξτριμισμού (Extremisierung) από τις μάζες, δεν γίνονται μονομιάς, αλλά σταδιακά. Πρώτα παρατηρούνται οι κατακερματισμός των πολιτικών δεσμών (προκαλούμενος από κοινωνικές κρίσεις, πτώση του αυτοκράτορα Γουλιέλμου, Α' Παγκόσμιος, Επανάσταση του 1918, πληθωρισμός του 1923). Αυτό παρατηρείται κυρίως σε άτομα, τα οποία δεν ενισχύουν τους πολιτικούς τους δεσμούς, με κοινωνική συμμετοχή (όπως συμμετοχές σε συνδικάτα ή στην καθολική εκκλησία).

Έτσι, οι οριακά ενσωματωμένοι εκλογείς γίνονται εύκολη λεία για εξτρεμιστικά κόμματα, η εκλογή των οποίων αποτελεί το δεύτερο στάδιο. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, το διαφοροποιητικό στοιχείο της NSDAP σε σχέση με τα δημοκρατικά κόμματα, ήταν ο βαθμός ενσωμάτωσης των εκλογέων της στην κοινωνικοπολιτική δομή του Ράιχ (στην περίπτωσή τους ήταν ανύπαρκτη τόσο η παραδοσιακή σχέση με τα κατεστημένα κόμματα όσο και η ενεργή συμμετοχή σε οργανώσεις).

Κυριότερος εκπρόσωπος της σχολής αυτής υπήρξε ο Bendix. Σε αντίθεση με τον Lipset, ο οποίος του άσκησε σφοδρή κριτική, πρέσβευε την άποψη ότι η ραγδαία άνοδος της NSDAP μετά το 1930 οφειλόταν πρώτα στη στρατολόγηση νέων εκλογέων και ατόμων που μέχρι τότε δεν ψήφιζαν, απ'όλα τα κοινωνικά στρώματα. Δευτερευόντως μόνο, βοήθησε η ριζοσπαστικοποίηση (πρώην ψηφοφόρων της παραδοσιακής δεξιάς).

Μεγάλο ρόλο στην περιθωριοποίηση όχι ευκαταφρόνητου μέρους της κοινωνίας, διαδραμάτισε η ανωτέρω αναλυθείσα οικονομική κρίση του 1929-30. Ωστόσο, παρά τις διαφορές τους οι δύο μέχρι τώρα σκιαγραφηθείσες σχολές, παρουσιάζουν και κοινά σημεία. Πράγματι, οι εκλογές του Νοεμβρίου του 1932 και του Μαρτίου 1933, αναφέρονται μόνο περιθωριακά. Επίσης, σύμφωνα και με τις δύο θεωρίες, η πτώση της NSDAP τον Νοέμβριο του 1932 οφείλεται στη μείωση της συμμετοχής και τον επαναπατρισμό ψηφοφόρων της DNVP, καθώς και στη διαπίστωση ότι η άνοδος της NSDAP το 1933 οφείλεται στην αυξημένη συμμετοχή. Σύμφωνα με τη «μαζική»θεωρία, ο ιδιαίτερος – αλλά καθόλου χαρακτηριστικός για τον ψηφοφόρο της NSDAP – μεσοταξικός χαρακτήρας, παρατηρείται μετά τον Ιούλιο του 1932.

Η θεωρία του πολιτικού κονφεσιοναλισμού9

Εμφανίζεται σαν συμπλήρωμα των δύο προηγούμενων, από τον Αμερικανό πολιτικό επιστήμονα και κοινωνιολόγο Walter Dean Burnham (θεωρία της μετάδοσης – Ansteckungstheorie). Στόχος είναι να γίνει προσπάθεια ερμηνείας του διαφορετικού βαθμού αντίστασης των διαφόρων κομμάτων ή σχηματισμών, απέναντι στον εθνικοσοσιαλισμό.

Αφετηρία αποτελεί η παρατήρηση ότι η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, παρά τις πολιτικές μεταβολές, χαρακτηρίζεται από μια αξιομνημόνευτη σταθερότητα των εκλογικών σχηματισμών του κομματικού της συστήματος. Ακόμα και στην ασυγκράτητη άνοδο της NSDAP, σύμφωνα με τον Burnham δεν μεταβλήθηκε καθόλου το ειδικό βάρος των τριών πολιτικών παρατάξεων (Δεξιά-Κέντρο-Αριστερά), οι οποίες υπήρχαν ήδη από την εποχή του αυτοκράτορα και αντιπροσωπεύονταν στο Reichstag.

Κάπως διαφορετική ήταν η κατάσταση στο στρατόπεδο όσων δεν ψήφιζαν. Οι μεταβολές του κομματικού συστήματος μετά το 1933, τουτέστιν η ενίσχυση της NSDAP και της KPD, των ακραίων κομμάτων, οφείλονται σε εσωτερικές μετακινήσεις μέσα στους εκλογικούς σχηματισμούς, όχι –κατά τη θεωρία αυτή– σε ανταλλαγές μεταξύ των σχηματισμών.

Το «αστικό-προτεσταντικό» στρατόπεδο, εμφάνιζε τη μεγαλύτερη εσωτερική αστάθεια. Η NSDAP –σύμφωνα και με τον Burnham– κέρδισε τους ψηφοφόρους της κατεξοχήν από τα άλλα κόμματα αυτής της παράταξης, οι εκλογές της οποίας το 1933 την ψήφισαν –σύμφωνα με εκτιμήσεις– σε ποσοστό 80%.

Εν τέλει τα όρια των τάξεων και των κομμάτων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, αποδείχτηκαν καθοριστικότερα για την άνοδο της NSDAP, απ'ό,τι τα παραδοσιακά ιδεολογικά όρια μεταξύ της σοσιαλιστικής Αριστεράς, του φιλελεύθερου Κέντρου και της συντηρητικής Δεξιάς. Αυτό το φαινόμενο ερμηνεύεται – σύμφωνα με τον Burnham – με τον «πολιτικό κονφεσιοναλισμό».

Τα στρατόπεδα των καθολικών και των σοσιαλιστών, μεταδίδουν στους οπαδούς τους μια πολύ πιο ισχυρή εικόνα του κόσμου (Weltbild) από τους αστούς-προτεστάντες.

Με την ταξική θεωρία, συμμερίζεται η «θεωρία του πολιτικού κονφεσιοναλισμού» τον τονισμό του αστικού-προτεσταντικού χαρακτήρα των ψηφοφόρων της NSDAP, ενώ με τη μαζική την επισήμανση της ανοσοποιητικής (immunisierende) λειτουργίας κοινωνικοπολιτισμικών δεσμών, που μεταδίδονται από το περιβάλλον και την πίστη ότι και ψηφοφόροι της εθνικοσυντηρητικής DNVP ψήφισαν την NSDAP. Σε αντίθεση και με τις δύο προηγούμενες διεξοδικά αναλυθείσες θεωρίες, κατά τον Burnham δεν διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο οι νέοι εκλογείς ή οι μη εκλογείς. Και οι τρεις θεωρίες υστερούν στην εμπειρική-στατιστική απόδειξη των απόψεών τους για την κομματική προέλευση και το κοινωνικό υπόβαθρο των οπαδών της NSDAP.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1 KONRAD HECKER: DER FASCHISMUS UND SEINE DEMOKRATISCHE BEWÄLTIGUNG GEGENSTANDPUNKT VERLAG 1996

ΨΥΧΟΠΑΙΔΗΣ, Κ.: Η ΑΥΤΑΡΧΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ (C. SCHMITT) στο: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ, ΤΕΥΧΟΣ 21, ΜΑΪΟΣ 2003, σελ. 139-155

WALTER RAUSCHER: HITLER UND MUSSOLINI, MACHT – KRIEG UND TERROR, GRAZ WIEN KÖLN VERLAG STYRIA REGENSBURG PUSTET 2001

BRECHENMACHER, THOMAS: POPE PIUS XI EUGENIO PACELLI AND THE PERSECUTION OF THE JEWS IN NAZI-GERMANY 1933-39, NEW SOURCES FROM VATICAN ARCHIVES, στο: BULLETIN OF THE GERMAN HISTORICAL INSTITUTE LONDON, ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2005, σελ. 41-42

JÜRGEN W. FALTER: HITLERS WÄHLER C.H. BECK ΜΟΝΑΧΟ 1991

ίδιο: σελ. 44-45

ίδιο: σελ. 45-48

ίδιο: σελ. 48-50

ίδιο: σελ. 51-53


Τα Cookies μας επιτρέπουν να σας προσφέρουμε μια καλύτερη και ασφαλέστερη εμπειρία κατά τη χρήση του δικτυακού μας τόπου. Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Historical Quest αποδέχεστε τη χρήση Cookies. Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε διαβάστε τους Όρους Χρήσης & Απορρήτου.