Σύνδεση

Σύνδεση

ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

του Ben Sheppard, ιστορικού
Μετάφραση: Στέλλα Παπαλάμπρου

Merian C. Cooper - ΑΠΛΗΣΙΑΣΤΟΣ, ΔΥΣΚΟΛΟΣ & ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ

Μέρος I –Τα χρόνια του πολέμου

 Φωτογραφία του Merian Cooper, όταν υπηρετούσε στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο

Σήμερα ο Merian C. Cooper, γνωστός και ως "Coop" για όσους γνωρίζουν, είναι κυρίως γνωστός ως ο δημιουργός του King Kong, της πρωτοποριακής κινηματογραφικής ταινίας που άλλαξε την πορεία της έβδομης τέχνης. Μέχρι τότε όμως, ο Cooper είχε ζήσει εξίσου έντονα και περιπετειώδη, όπως ακριβώς και οι ήρωες των ταινιών του. Το μότο της κινηματογραφικής εταιρίας του Cooper που προφανώς αφορούσε στο στόχο που ο ίδιος έθετε πάντα ήταν «Απλησίαστος, Δύσκολος κι Επικίνδυνος» και ταίριαζε απόλυτα με όσα είχε ζήσει πιο πριν. Ο Coop υπήρξε στρατιώτης, αεροπόρος, τυχοδιώκτης και οικονομολόγος, πριν αποφασίσει να επενδύσει στο χώρο της κινηματογραφικής δημιουργίας, αν και συχνά όλες οι παραπάνω δραστηριότητες μπορούσαν να συνυπάρχουν παράλληλα. Ο Cooper είχε ένα διακεκριμένο μαχητικό ιστορικό και συνέχισε την τυχοδιωκτική του πορεία στον κόσμο, αποκτώντας από πρώτο χέρι πολλές εμπειρίες τις οποίες έμελε να τις προσφέρει αργότερα στο κινηματογραφικό κοινό του, παντρεμένες συχνά με το φανταστικό στοιχείο.

Ο Cooper ήταν ένας οραματιστής που είχε ένα μοναδικό ένστικτο, να προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος μπορούσε να αλλάξει μέσα από την επιστημονική επανάσταση του εικοστού αιώνα, γι αυτό πάντα προσπαθούσε να βρίσκεται ένα βήμα μπροστά με τις νέες τεχνολογίες. Παράλληλα με το περιπετειώδες πνεύμα που τον διέκρινε, όμως, ο Cooper ήταν, εν πολλοίς, ένας παλιομοδίτης νοτιοαμερικανός ευγενής με βαθιά συναίσθηση της προσωπικής του αξιοπρέπειας, της τιμής της οικογένειας, των προγόνων και της πατρίδας του.

Η πεποίθηση του νεαρού τότε Merian ότι δεν είχε τιμήσει τόσο το ένδοξο παρελθόν της οικογένειάς του ήταν αυτή που τον παρακίνησε να ξεκινήσει τις πρώτες του σειρές περιπέτειας. Ο Merian C. Cooper γεννήθηκε το 1893, γιος του αξιοσέβαστου δικηγόρου John Cooper από το Τζάκσονβιλ της Φλόριντα. Η οικογένειά του έχαιρε μιας διακεκριμένης στρατιωτικής κληρονομίας. Ο σπουδαίος θείος του, Merian R. Cooper, είχε τραυματιστεί πολεμώντας για τη Συνομοσπονδία στον Εμφύλιο Πόλεμο, αλλά η οικογενειακή ιστορία που έκανε την πιο βαθιά εντύπωση στον νεαρό Merian ήταν τα κατορθώματα του μεγάλου προπάππου του, συνταγματάρχη John Cooper, ο οποίος είχε σχηματίσει ένα σύνταγμα ιππικού ενάντια των Βρετανών στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Ο συνταγματάρχης Cooper είχε ισχυρούς δεσμούς φιλίας με τον Πολωνό διοικητή του ιππικού Kazimierz Pulaski, έναν βετεράνο των πολέμων της διχοτόμησης της Πολωνίας. Αφού εγκατέλειψε την πατρίδα του ο ευγενής Πολωνός αφιερώθηκε στη στρατηγεία του στρατού της Ουάσινγκτον. Η οικογενειακή ιστορία αναφέρει ότι όταν ο Pulaski τραυματίστηκε θανάσιμα στη μάχη της Σαβάνας το 1779 ο συνταγματάρχης Cooper τον μετέφερε από το πεδίο της μάχης σε μια απέλπιδα προσπάθεια διάσωσής του, αλλά ο Πολωνός τελικά πέθανε στα χέρια του Cooper.

Παράλληλα με αυτές τις οικογενειακές ιστορίες ο νεαρός Merian τροφοδοτούσε τη δίψα του για περιπέτεια με κλασικές ιστορίες και αυτοπτικές μαρτυρίες εξερευνητών. Ορμώμενος από αυτή τη λαχτάρα, λοιπόν, και εμπνευσμένος από τις ταξιδιωτικές περιπέτειες του Paul du Chaillu, στις οποίες αφηγούνταν το κυνήγι του γορίλα, αποφάσισε να γίνει εξερευνητής.



Σπουδαστές της Ναυτικής Ακαδημίας της Αννάπολης αναχωρούν για εκπαιδευτικό ταξίδι το καλοκαίρι του 1911

Ένα Ζήτημα Τιμής

Όταν ο Merian ωρίμασε αρκετά ώστε να επιλέξει την κατάλληλη καριέρα, ο πατέρας του επικαλέστηκε τη βοήθεια ενός φίλου του, ισχυρού γερουσιαστή που θα εξασφάλιζε στον Merian μια θέση στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στην Αννάπολη το 1911. Παρά τις προσπάθειες του πατέρα του όμως, ο νεαρός Cooper δεν φαινόταν να συμβιβάζεται και πολύ με το ασφυκτικό κλίμα της ακαδημίας αξιωματικών και μετά από διάφορα παραπτώματα το 1913 πέρασε από την Επιτροπή Πειθαρχικού, η οποία του στέρησε το δικαίωμα ολοκλήρωσης του τελευταίου έτους. Ο Cooper απογοητεύτηκε πικρά και ένιωσε ότι είχε ντροπιάσει την τιμή και το όνομα του πατέρα του. Όπως και ο ήρωας του αγαπημένου του έργου, Τα τέσσερα φύλλα, ο Cooper ένιωσε ότι ο μόνος τρόπος για να ανακτήσει τη χαμένη αξιοπρέπειά του δεν ήταν τίποτε άλλο από μία ηρωική πράξη στο πεδίο της μάχης.

Ο Cooper είχε ενθουσιαστεί από την ιδέα των επανδρωμένων πτήσεων από την πρώτη στιγμή που το πληροφορήθηκε, αλλά όταν αποπειράθηκε να ταξιδέψει στην Αγγλία και τη Βρετανία κατά την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου οι προσπάθειές του έπεσαν στο κενό λόγω προβλημάτων που είχε με το διαβατήριό του. Ο Cooper παρόλες τις αντιξοότητες επέμενε να αρνείται να επιστρέψει στη σιγουριά του σπιτιού και της οικογένειάς του, όπως επίσης αρνούνταν να δεχτεί οποιαδήποτε υλική συνδρομή. Ο Cooper περιπλανιόταν για έναν χρόνο περίπου, δουλεύοντας όπου έβρισκε και λόγω της δεινής οικονομικής του κατάστασης αναγκάστηκε να πουλήσει το σπαθί του αξιωματικού του ναυτικού σ' έναν πρώην συμμαθητή του. Με τον καιρό ο Cooper βρήκε μία δουλειά ως δημοσιογράφος, για την οποία μάλιστα έδειξε έντονο ζήλο. Παράλληλα με τη δημοσιογραφία προσχώρησε στην Εθνoφρουρά, η οποία τελούσε χρέη συνοριοφυλακής κατά των ληστών στα σύνορα με το Μεξικό.

Υπήρχαν ενδείξεις ότι οι δυνατότητες του Cooper είχαν αναγνωριστεί στην Εθνοφρουρά, καθώς του προτάθηκε η ιεραρχική του αναμάθμιση σε ανθυπολοχαγό, αλλά εκείνη την περίοδο άνοιξε γι αυτόν ο κύκλος μιας πιο δελεαστικής περιπέτειας. Ο Cooper άφησε την Εθνοφρουρά και μπήκε στην Αεροναυτική Στρατιωτική Σχολή της Ατλάντα για να εκπαιδευτεί στην πολεμική αεροπορία. Ο Cooper προφανώς εντυπωσίασε τον Διοικητή του, ο οποίος δήλωσε ότι ο Cooper ήταν ο καλύτερος μαθητής του και πρότεινε μάλιστα να ταχθεί άμεσα σε υπηρεσία με την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ το 1917. Ο Cooper ήταν θερμός υπέρμαχος των εναέριων βομβαρδισμών και γι αυτό ζήτησε να σταλεί για εκπαίδευση σ' αυτό το σώμα. Σύντομα κέρδισε το στοίχημα με τον εαυτό του και τους ανωτέρους του και του προτάθηκε η διοίκηση της νεοσύστατης μοίρας βομβαρδιστικών αεροπλάνων που σχηματίστηκε στην Αγγλία. Ο Cooper όμως απέρριψε αυτή την ευκαιρία προκειμένου να ριχτεί στη μάχη το συντομότερο. Έτσι ο ίδιος βρέθηκε στη διοίκηση της 20ης Αεροπορικής Μοίρας, η οποία συγκροτούσε την ομάδα της Πρώτης ημέρας βομβαρδισμού τον Οκτώβριο του 1917.

Η Πρώτη Ημέρα Βομβαρδισμού περιελάμβανε την επίθεση σε συγκεντρωμένα στρατεύματα και σε σιδηροδρομικές γραμμές ζωτικής σημασίας. Ο Cooper και οι σύντροφοί του πέταξαν με αεροπλάνα τύπου De Havilland DH-4 "Liberty", τα οποία ήταν κάπως αργά και ευάλωτα, αλλά καλά εξοπλισμένα με μαχητικό πολυβόλο, ενώ από την άλλη πλευρά είχαν να αντιμετωπίσουν τα ευκίνητα γερμανικά αεροσκάφη Fokker.

Σε μια τέτοια αεροπορική επιδρομή και αμυνόμενη την περιοχή του Meuse Argonne η μοίρα του Cooper αντιμετώπισε σε μια άγρια αερομαχία τα γερμανικά αεροπλάνα. Από τη μοίρα του Cooper μόνο δύο αεροπλάνα επέστρεψαν, παρόλο που ο Cooper και ο οπλίτης-πλοηγός του, Edmund Leonard, πολέμησαν επάξια με δύο Fokker εκείνη την ημέρα. Το αεροπλάνο τους χτυπήθηκε και ο Cooper βρέθηκε μόνος του να πιλοτάρει με τον συγκυβερνήτη του πυροβολημένο στο λαιμό. Με την δεξαμενή αερίου έτοιμη να εκραγεί από στιγμή σε στιγμή, ο Coop είχε πάρει την απόφαση να αφεθεί σε έναν λιγότερο επώδυνο θάνατο, μέχρι που αντιλήφθηκε ότι ο Leonard ήταν ακόμη ζωντανός, κάτι που τον έκανε να αλλάξει γνώμη και να μην εγκαταλείψει τον σύντροφό του. Ως εκ θαύματος, ο Cooper κατάφερε με καμένα χέρια να ανακτήσει τον έλεγχο του γεμάτου πυρομαχικά Liberty και προς καλή τους τύχη οι φλόγες κατασβέστηκαν από την αυξημένη πίεση του ανέμου. O Cooper με σχεδόν συντετριμένο αεροσκάφος αναγκάστηκε να προσγειωθεί δίπλα σε ένα γερμανικό στρατόπεδο πεζικού και, προς μεγάλη τους έκπληξη, τους υποδέχτηκε ένας Γερμανός συνάδελφός τους, ο οποίος είχε ακολουθήσει την πορεία τους με το Fokker του. Έτσι ο Cooper και ο Leonard οδηγήθηκαν σε αιχμαλωσία, μετά τη νοσηλεία για τον τραυματισμό τους.

Η διοίκηση θεωρούσε τους δύο αεροπόρους νεκρούς, γι' αυτό και εκδόθηκαν τα πιστοποιητικά θανάτου τους, αν και οι συνάδελφοί τους στο σώμα έτρεφαν ακόμη ελπίδες για τον αίσιο εντοπισμό τους. Ήταν στις αρχές Νοεμβρίου όταν ο πατέρας του Merian έλαβε απάντηση στα αιτήματα εντοπισμού του από τον Ερυθρό Σταυρό. Ο Cooper νοσηλευόταν σε γερμανικό νοσοκομείο και παρέμεινε σε αιχμαλωσία για τον επόμενο ενάμιση μήνα, μέχρι το τέλος των εχθροπραξιών. Τότε του ανακοινώθηκε και το ευχάριστο νέο ότι είχε προαχθεί σε σμηναγό, αρνήθηκε όμως να δεχτεί το μετάλιο του ήρωα, καθώς, όπως είπε, ρίσκαρε το ίδιο τη ζωή του με τους υπόλοιπους συναδέλφους του. Ο Cooper τότε ένιωσε ότι είχε εξιλεωθεί από τη ντροπή της Αννάπολης, αν και η δίψα του για περιπέτεια δεν έμελε να σβήσει.

Αμερικανικά στρατεύματα κινούνται προς το μέτωπο, Argonne

Ο Πολωνο-Σοβιετικός Πόλεμος

Αν μη τι άλλο, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε τελειώσει πολύ σύντομα για τον Cooper, κάτι βέβαια που δεν έπρεπε διόλου να τον ανησυχεί, καθώς, όπως πολύ εύστοχα επισήμανε ο Winston Churchill, "Ο πόλεμος των γιγάντων μόλις τελείωσε, τώρα αρχίζει ο πόλεμος των πυγμαίων". Για τον Merian ήταν πλέον μοιραίο να βουτήξει για τα καλά σ' αυτή τη νέα πυρκαγιά. Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας είχε αναπτύξει έντονη απέχθεια για τον μπολσεβικισμό, ενδεχομένως μετά τις επαφές που είχε με τους τσαρικούς αξιωματούχους, γεγονός που τον έκανε ν' αντιληφθεί ότι μετά την ήττα της ιμπεριαλιστικής Γερμανίας, ο μπολσεβικισμός, ήταν πλέον η μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια ειρήνη. Μ' αυτό το σκεπτικό αιτήθηκε από τους ανωτέρους του να μεταφερθεί στα δυσμενή λευκορωσικά στρατεύματα, αλλά λίγο αργότερα επαναιτήθηκε τη μεταφορά του στην Αμερικανική Ένωση Αρωγής, της οποίας ηγούνταν ο Herbert Hoover. Ο Οργανισμός αυτός παρείχε τροφή σε όλες τις πληγείσες περιοχές της Ευρώπης.

Στο δρόμο του για την τοποθέτησή του στην Πολωνία ο Cooper έκανε μια παράκαμψη προς τη Βενετία. Είχε πληροφορηθεί ότι ο παλιός συμμαθητής του Howard Chapman υπηρετούσε σε αντιτορπιλικό, αγκυροβολημένο στη Βενετία. Ο Cooper αγόρασε το παλιό σπαθί που είχε ως αξιωματικός του Ναυτικού και στο ταξίδι του για την επιστροφή είχε μια μοιραία συνάντηση. Η καταστροφή τόσων ευρωπαϊκών σιδηροδρομικών γραμμών σήμαινε ότι ο Cooper έπρεπε να ταξιδέψει μέσω του σιδηροδρομικού σταθμού Franz της Βιέννης. Η αρκετά αδυνατισμένη φιγούρα του σε συνδυασμό με την περιβολή του από Γαλλογερμανικές μπότες και το σπαθί του Ναυτικού συνέθεταν μια παράξενα αξιοπρόσεχτη φιγούρα, η οποία προσέλκυσε την προσοχή του συμπατριώτη του Earnest Schoedsack. Ο Schoedsack, ένας δίμετρος άντρας με τελείως διαφορετική εξωτερική εμφάνιση από αυτή του πιο μικρόσωμου Cooper, είχε επίσης στο ιστορικό του πολλές περιπέτειες στην πολεμικά ρημαγμένη Ευρώπη. Ο χιουμοριστικά αποκαλούμενος "Κοντούλης" Schoedsack είχε καταταχθεί στις Διαβιβάσεις του Αμερικανικού Στρατού και εργάστηκε ως εικονολήπτης, καταγράφοντας τα αμερικανικά στρατεύματα στη μάχη. Μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ο Schoedsack εργάστηκε στη μεταφορά των προσφύγων από τη μπολσεβίκικη Ρωσία και συνέχισε το ανθρωπιστικό του έργο στην Πολωνία κατά την περίοδο του πολέμου της με τους Ρώσους. Η συνάντηση των δύο αντρών ήταν σύντομη, όμως ήταν η απαρχή μιας φιλίας που κράτησε για την υπόλοιπη ζωή τους.

Το ανθρωπιστικό έργο του Cooper τον έφερε στην πολωνική πόλη Λβoφ, η οποία ήταν υπό την κατοχή των ουκρανικών δυνάμεων. Η δουλειά του Cooper ήταν να προμηθεύει με τρόφιμα την πολιορκημένη πόλη και παρά το γεγονός ότι δεχόταν αυστηρές εντολές για ουδετερότητα προς τους Πολωνούς ο Cooper ήταν ιδιαίτερα φιλικός μαζί τους και γνώρισε και κάποιους Αμερικανούς πολωνικής καταγωγής που είχαν επιστρέψει στην πατρίδα τους για να συμμετέχουν στον πόλεμο. Ο Cooper λειτούργησε οριακά και ακραία στο θέμα της ουδετερότητας, καθώς επισκεπτόταν τους στρατιώτες στα χαρακώματα, παρέχοντάς τους αμέριστη συμπαράσταση και κατέστη μια αξιοσημείωτη παρουσία στους πολιορκούμενους υπερασπιστές της πόλης Λβoφ. Ο Merian σε μία επιστολή προς τον πατέρα του μνημόνευσε τις υπηρεσίες που ο Pulaski παρείχε για τους προγόνους τους στον Επαναστατικό Πόλεμο και έτσι στην ουσία εξέτιε και ο ίδιος φόρο τιμής στους δικούς του προγόνους, βοηθώντας τους Πολωνούς.

Ο Cooper πίεσε τον στρατάρχη Józef Piłsudski να του επιτρέψει να συμμετέχει στον πολωνικό αγώνα και να σχηματίσει μια εθελοντική αεροπορική μοίρα, κάτι που βρήκε σύμφωνο τον ισχυρό στρατιωτικό Πολωνό διοικητή. Με τη συμφωνία στο χέρι, το μόνο που χρειαζόταν ο Cooper ήταν μια αεροπορική μοίρα και γνώριζε ακριβώς που θα την έβρισκε. Στο Παρίσι ο στρατηγός Rozwadowski, Πολωνός στρατιωτικός ακόλουθος έθεσε το γραφείο του στη διάθεση του Cooper, αλλά οι Αμερικάνος πήγε σε ένα εστιατόριο της Place d' Iena, όπου συνήθιζαν να συχνάζουν οι Αμερικανοί πιλότοι.

Η πρώτη στρατολόγηση του Cooper ήταν ο συνταγματάρχης Cedric Fauntleroy με μεγάλη αερομαχική εμπειρία. Καθώς ο Fauntleroy ήταν ιεραρχικά ανώτερος από τον Cooper τέθηκε ως διοικητής, αλλά ήταν ευρέως διαδεδομένο, τόσο στην Πολωνία, όσο και στις εχθρικές ρωσικές δυνάμεις ότι είχαν στενή συναδελφικότητα. Ο Fauntleroy είχε μεγαλώσει με ιστορίες για τους Πολωνούς που πολεμούσαν για την Αμερικανική Επανάσταση και η μοίρα ονομάστηκε Kościuszko Squadron στη μνήμη του εθνικού ήρωα της Πολωνίας Tadeus Kościuszko. Η επάνδρωση της μοίρας ήταν επιτυχής και περιελάμβανε έναν αριθμό Αμερικανών αξιωματικών, οι οποίοι ήταν, χωρίς αμφιβολία, φιλικά προσκείμενοι στον ιερό πολωνικό αγώνα, με κύριο κίνητρό τους την προσδοκία για περισσότερη περιπέτεια.

Η Πολωνική Αεροπορία συντάχθηκε από μία ποικιλία θέσεων, πράγμα που αντανακλούσε την τεράστια ποικιλία των αεροσκαφών, κι αυτό ήταν που τους έδωσε πλεονέκτημα έναντι των Μπολσεβίκων, των οποίων η αεροπορική δύναμη ήταν πολύ περιορισμένη. Για τον Cooper και τους συντρόφους του ο πόλεμος ξεκίνησε τον Γενάρη του 1920 και οι ιπτάμενοι Yankees πήγαν στον πόλεμο κυρίως με αυστριακά αεροπλάνα τύπου D-B. Το κύριο καθήκον τους ήταν να καλύψουν τον πολωνικό στρατό κατά την υποχώρησή του από την δύσκολη εκστρατεία του Κιέβου κι αυτό έφερε τη μοίρα του Kościuszko σε σύγκρουση με το Πρώτο Κόκκινο Ιππικό, τον ξακουστό μπολσεβικικό σχηματισμό του οποίου επικεφαλής ήταν ο πολύ ισχυρός διοικητής Semyon Budyonny.

Η τακτική της μοίρας ήταν ο εντοπισμός των φαλαγγών του Κόκκινου Στρατού, η αργή, αλλά αξιόπιστη, ρίψη χειροβομβίδων και στη συνέχεια οι χαμηλές πτήσεις για να «σφυροκοπήσουν» τον εχθρό με πολυβόλα. Επρόκειτο για απόλυτα εξοντωτική και συνάμα υψηλού κινδύνου τακτική, καθώς οι αεροπόροι ήταν εξαιρετικά τρωτοί στα πυρά των μικρών όπλων. Όπως πάντα, ο Cooper ρίχτηκε στον αγώνα και με καθημερινές σχεδόν πτήσεις, καθώς ο πολωνικός στρατός απεγνωσμένα χρειαζόταν βοήθεια για να αντιμετωπίσει τον Κόκκινο Στρατό που πλησίαζε απειλητικά. Το πρώτο τετ-α-τετ του Cooper με τον θάνατο συνέβη τον Ιούνιο του 1919, όταν ο Coop και ο οπλίτης του Buck Crawford αναγκάστηκαν να κάνουν αυτοσχέδια προσγείωση σε ένα χωράφι, όταν το αεροπλάνο τους χτυπήθηκε και έπρεπε συνάμα να αντιμετωπίσουν μια δύναμη Κοζάκων. Και οι δύο ήξεραν καλά ποια ήταν η πιθανή έκβαση. Οι Κόκκινοι Κοζάκοι, στους οποίους μάλιστα προσφέρθηκε και υψηλή αμοιβή, είχαν τους δύο αξιωματικούς στο στόχαστρο, καθώς ο Cooper ήταν γνωστός εχθρός του Μπολσεβικισμού. Έχοντας αυτό στο μυαλό του, ο Cooper δεν παρέλειψε να εφοδιαστεί με μια ταμπλέτα υδροκυανίου για το χειρότερο σενάριο. Χρησιμοποίησαν, λοιπόν, το πολυβόλο του αεροπλάνου για να αντεπιτεθούν στον εχθρό, στη συνέχεια έβαλαν φωτιά στο αεροπλάνο και στο τέλος έκαναν μια ξέφρενη είσοδο σε παρακείμενο δάσος, χάνοντας ως εκ θαύματος τους αντιπάλους τους.

Στις 13 Ιουλίου η τύχη δεν στάθηκε το ίδιο στο πλευρό της μονάδας του Cooper, σε μια αποστολή προσωπικού στην Ανατολική Γαλικία. Ο Cooper πετούσε με ένα μονοθέσιο ιταλικό αεροσκάφος Bellia και κάποια στιγμή αποφάσισε να αφήσει το αξιωματικό του ιμάτιο πίσω, με τα διακριτικά της ιεραρχίας του, καθώς επίσης εκείνη τη μέρα φορούσε ένα μακρύ εσώρουχο στο οποίο αναγραφόταν το όνομα "F M Mosher". Αυτές οι όλως τυχαίως επιλογές αποδείχθηκαν σωτήριες για τη ζωή του Cooper. Κατά τη διάρκεια μια επίθεσης σε μία φάλαγγα Κοζάκων χτυπήθηκε η δεξαμενή αερίου του Bellia και το αεροπλάνο άρχισε να χάνει έδαφος. Η υπόλοιπη μονάδα του δεν είδε τον Cooper να αποσπάται από τον σχηματισμό ή να κάνει αναγκαστική προσγείωση.

Φωτογραφία με τον Cooper και τον Fauntleroy μαζί

Αιχμάλωτος στη Μόσχα

Κατά την πτώση του ο Cooper γνώριζε ότι οι Κοζάκοι τον ακολουθούν συνεχώς μέχρι να τον πιάσουν. Η προσγείωση ήταν άγρια και ο Cooper έπεσε αναίσθητος, αφού κατάφερε να συρθεί λίγα μέτρα μακριά από το αεροσκάφος του. Όταν ξύπνησε οι Κοζάκοι ήταν από πάνω του. Σκέφτηκε αστραπιαία να πάρει το υδροκυάνιο, αλλά το χάπι είχε εξαφανιστεί. Ο Coop ήταν τώρα ενώπιος ενωπίω με τον εχθρό. Οι Κοζάκοι του Πρώτου Κόκκινου Ιππικού και η ομάδα τους. Αυτοί οι μουστακαλήδες πολεμιστές με τον περίεργο ρουχισμό ήταν ζωσμένοι με κάθε λογής όπλα, κάτι που τους έκανε να μοιάζουν με πειρατές. Αυτή την εικόνα των "λήσταρχων" πολεμιστών έμελε αργότερα να την χρησιμοποιήσει στις ταινίες του, όμως για την ώρα το πρώτο μέλημα του Cooper ήταν η επιβίωση. Η συμπεριφορά των Κοζάκων δεν διέψευδε την εμφάνισή τους, καθώς ο αντίπαλος συνάδελφός του με την γρηγοράδα και το στυλ του καουμπόυ πάνω στο άλογό του, ήταν έτοιμος να εκτελέσει τον Cooper, αλλά την τελευταία στιγμή παρενέβη και τον σταμάτησε ένας ανώτερος αξιωματικός.

Η κατάσταση ήταν οριακά κρίσιμη, αλλά ο Coop δεν εγκατέλειψε την ελπίδα. Με μόνο όπλο το εσώρουχό του, ο Coop σκαρφίστηκε μια πολύ έξυπνη ιδέα για να κερδίσει χρόνο. Αν αποκαλύπτονταν η πραγματική του ταυτότητα την είχε βαμμένη, γι αυτό λοιπόν έγινε ο δεκανέας Frank Mosher, ο οποίος έτρεφε μεγάλο θαυμασμό για τον μπολσεβικισμό. Ο πρώτος που τον ανέκρινε ήταν ο Isaac Babel, λογοτεχνικός συγγραφέας, ο οποίος τοποθετήθηκε στο Πρώτο Κόκκινο Ιππικό ως επίσημος δημιογράφος και ο οποίος ήταν ιδιαίτερα γοητευμένος από τη συνομιλία του με τον Cooper. O Cooper δεν είχε ώρα για χαλάρωση, καθώς το ταξίδι του στη Μόσχα τον έφερε σε πόλεις στις οποίες είχε βρεθεί ως πιλότος, αλλά η πιο επίφοβη ήταν η πόλη Rowno, όπου εκεί ο Cooper ήταν πολύ γνωστός όταν συμμετείχε στις αποστολές βοήθειας. Η τύχη στάθηκε για άλλη μια φορά με το μέρος του, όταν δεύτερος ανακριτής του ήταν ο στρατηγός Budyonny αυτοπροσώπως. Ο Cooper διατήρησε το παραπλανητικό τέχνασμά του με το εσώρουχο, παρόλο που έτρεφε μεγάλο σεβασμό γι αυτόν τον άνθρωπο που ήταν γεννημένος πολεμιστής και ανά πάσα στιγμή, αν προέκυπτε ανάγκη, μπορούσε να έρθει σε μάχη σώμα με σώμα μαζί του.

Όταν ο Cooper μεταφερόταν στην Μόσχα είδε να πετάνε από πάνω τους αεροπλάνα. Ήταν οι σύντροφοί του από τη μοίρα Kościuszko που τον αναζητούσαν. Για άλλη μια φορά ο πατέρας του έλαβε την είδηση ότι ο γιος του ήταν αγνοούμενος και πιθανότατα νεκρός. Όλες οι εφημερίδες της Βαρσοβίας είχαν τη νεκρολογία του σμηναγού Cooper, του ήρωα εθελοντή. Γι αυτούς ο Merian C. Cooper είχε φύγει πλέον απ' τη ζωή.

Για τον Merian αυτό θα μπορούσε να είναι το τέλος. Η Μόσχα βρισκόταν σε κατάσταση χάους με τον λαό της να λιμοκτονεί και η μέριμνα για τους αιχμαλώτους πολέμου ήταν πλέον ψιλά γράμματα. Ο Cooper ήταν ένας μέσα στους τόσους αιχμαλώτους που η σίτισή τους ήταν ένα κομμάτι ψωμί και συχνά μεταφέρονταν από στρατόπεδο σε στρατόπεδο. Οι θάνατοι από την πείνα και το ψύχος ήταν καθημερινό φαινόμενο. Ο Cooper είχε ξαναβρεθεί σε παρόμοια δυσμενή κατάσταση, σε μία περίοδο έντονης κακουχίας όταν ζούσε στις Η.Π.Α. και ήξερε τι πρέπει να κάνει για να επιβιώσει, κάτι που, όπως θα έλεγε αργότερα ο Cooper, ήταν το μεγαλύτερο μάθημα ζωής και η πιο τραχιά εμπειρία στο ιστορικό του.

Μέσα σ' αυτήν την κόλαση ο Cooper βρήκε δύο σανίδες σωτηρίας, μία προσωπική και μία έξωθεν. Πρωτίστως, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης αιχμαλώτων στα οποία ο Cooper τοποθετήθηκε φαίνεται ότι ήταν σχεδιασμένα για τους ιδεολογικούς εχθρούς της επανάστασης. Τρέμει κανείς όταν σκέφτεται τι μπορεί να υπέστησαν αυτοί οι αιχμάλωτοι, αλλά, μέσα σε όλα τα δεινά τους, είχαν λίγο καλύτερη μεταχείριση από τους υπόλοιπους, καθώς η μερίδα τους ήταν λίγο μεγαλύτερη και, αν και ασυνήθιστο, είχαν πρόσβαση σε βιβλιοθήκη του στρατοπέδου. Ο Cooper υπήρξε ανέκαθεν εξαιρετικά βιβλιόφιλος, γι αυτό και άδραξε την ευκαιρία για μελέτη. Όταν ερχόταν η ώρα να μεταφερθεί αλλού, ο Cooper μπορούσε να πάρει μαζί του τέσσερα βιβλία, τα οποία τα φύλαγε στο μαγικό του σακίδιο, όπως το αποκαλούσε. Αυτό του έδωσε τη δυνατότητα να βρίσκεται σε πνευματική εγρήγορση. Μεταξύ των επιλογών του ήταν "Τα Τέσσερα Φύλλα" του AEW Mason, έργο μέσα από το οποίο παραλλήλιζε τον εαυτό του με τον ήρωα Harry Feversham λόγω του δραματικού του αγώνα για επιβίωση. Η δεύτερη σανίδα σωτηρίας ήρθε από το πουθενά. Ο Cooper είχε πληροφορίες ότι μια Αμερικανίδα δημοσιογράφος παρείχε βοήθεια σε αιχμαλώτους πολέμου, γι αυτό της έστειλε ένα σημείωμα μέσω ένος έμπιστου Γιουγκοσλάβου αιχμαλώτου με το οποίο της ζητούσε τροφή, κουβέρτες και καπνό. Από την ανταλλαγή αυτής της μικρής αλληλογραφίας ο Merian έμαθε ότι η γυναίκα αυτή ήταν η Μarguerite Harrison, δημοσιογράφος της γνωστής εφημερίδας Baltimore Sun και κάποτε στη Βαρσοβία είχαν μοιραστεί κι έναν χορό. Ο Coop τότε τά παιξε όλα για όλα και της αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα, ώστε η κα Harrison να ενημερώσει κρυφά την οικογένειά του ότι ήταν ζωντανός Merian.

Η Marguerite Harrison

Στην πραγματικότητα η Marguerite Harrison ήταν κάτι παραπάνω από δημοσιογράφος. Ήταν μια γυναίκα με πολύ καλές διασυνδέσεις στην υψηλή κοινωνία της Αμερικής και για προφανείς λόγους εργαζόταν ως αρθρογράφος. Είχε προσφέρει τις υπηρεσίες της στην Αμερικανική Στρατιωτική Υπηρεσία Πληροφοριών το 1918, ήταν πολύγλωσση και εξαιρετικά ευφυής. Χρησιμοποιώντας αυτή την ιδιότητά της ως δημοσιογράφος ταξίδεψε στο Βερολίνο, στη Βαρσοβία και στα μέτωπα μάχης στη Μόσχα. Στο αστυνομικό κράτος της μπολσεβίκικης Μόσχας υπήρχε ισχνή διαφορά ανάμεσα σε έναν αντίπαλο κατάσκοπο και σε έναν δημοσιογράφο της μπουρζουαζίας και του καπιταλιστικού Τύπου, γι' αυτό και η Hamilton βρισκόταν συνεχώς υπό στενή παρακολούθηση. Η συνήθης τακτική της Marguerite να κάνει πολλές ερωτήσεις, όπως και οι διάφορες καταγγελίες εις βάρος της, κίνησαν τις υποψίες των Μπολσεβίκων, οι οποίοι τη θεωρούσαν κατάσκοπο με την στενή έννοια του όρου. Η Marguerite συλλήφθηκε αρκετές φορές και μετά τη φυλάκισή της τον Οκτώβριο του 1920 αναγκάστηκε να πείσει τους Μπολσεβίκους ότι η ίδια ήταν διπλή κατάσκοπος. Κατά τις διάφορες προσαγωγές και φυλακίσεις της η Marguerite ποτέ δεν αποκάλυψε το πραγματικό όνομα του Αμερικανού αιχμαλώτου με τον οποίο αντάλλασσε αλληλογραφία στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ο Cooper αργότερα θα έλεγε ότι "[η Marguerite]... έσωσε την άμοιρη ζωή μου", όμως αφότου έχασε επαφές μαζί της φοβήθηκε ότι οι μέρες του ήταν μετρημένες. Συχνά, θυμάται, του ανακοίνωναν την επικείμενη εκτέλεσή του, περιέγραφε τον τρόπο που τον στήνανε στο εκτελεστικό απόσπασμα και άλλες φορές γινόταν μάρτυρας ανθρώπων που πέθαιναν απ' την πείνα ή σκοτώνανε τον συναιχμάλωτό τους για ένα κομματάκι ψωμί. Ο Cooper έπρεπε πάση θυσία να αποδράσει και μαζί με δύο Πολωνούς λοχαγούς το κατάφεραν. Δέκα μήνες μετά την αιχμαλωσία του βρέθηκε σε ένα άλλο στρατόπεδο σε δάσος έξω από τη Μόσχα, όπου οι αιχμάλωτοι απασχολούνταν με τη συγκομιδή ξύλων. Εκεί θεωρούσαν ότι οι αιχμάλωτοι ήταν πολύ καταβεβλημένοι και απομονωμένοι για να αποδράσουν κι έτσι μπορούσαν να βγαίνουν έξω από το στρατόπεδο με επιτήρηση. Έτσι ο Cooper και οι δύο Πολωνοί σύντροφοί του κατάφεραν να αποδράσουν. Τα τραχιά χρόνια του Cooper στις Η.Π.Α. τον βοήθησαν και πάλι να ξεπεράσει τη νέα δοκιμασία, πηδώντας από εμπορικές αμαξοστοιχίες, ταξιδεύοντας κυρίως νύχτα και μερικές φορές με βοήθεια και φιλοξενία από Ρώσους αγρότες. Μια φορά μόνο ξανασυνελήφθησαν για πολύ λίγο από έναν Μπολσεβίκο στρατιώτη, τον οποίο, όμως, σκότωσαν με μοναδικό όπλο τους έναν σουγιά τσέπης. Το τρίο προχώρησε για τα σύνορα της Λετονίας, όπου για κακή τους τύχη βρήκαν στρατιωτική παρουσία από Μπολσεβίκους. Ένας λαθρέμπορος προσφέρθηκε να τους πάρει μαζί του με αντάλλαγμα ένα πανωφόρι και τα παπούτσια του Cooper. Η προσπάθεια του λαθρέμπορου να αυξήσει το αντίτιμο που θα εξασφάλιζε την ελευθερία τους ήταν αρκετή για να τον βγάλουν από τον δρόμο τους, όπως άλλωστε έπραξαν και με τον Ρώσο στρατιώτη. Μ' αυτούς τους άντρες δεν μπορούσε να παίζει κανείς! Η τελευταία τους δοκιμασία ήταν στην ουδέτερη ζώνη μεταξύ των δύο χωρών, όπου οι άνδρες διέφυγαν μέσα από συρματοπλέγματα και περιπολίες Κοζάκων στρατιωτών και τα βράδια κοιμούνταν μέσα στο χιόνι. Τελικά ο Cooper και οι φίλοι του έφτασαν δια κόπων και βασάνων στη Λετονία και παρουσιάστηκαν στον Αμερικανικό Ερυθρό Σταυρό.

Όταν ο Merian Cooper επέστρεψε στη Νέα Υόρκη, φρέσκος από τον πόλεμο στην Ευρώπη, δεν είχε ούτε δεκάρα στο λογαριασμό του, αλλά οι πολεμικές του εμπειρίες τον διαπότισαν με τεράστια αυτοπεποίθηση και υψηλή συναίσθηση του αγωνίζεσθαι. Με χαρακτηριστική απλοχεριά έδωσε το τελευταίο δολάριο που του απέμεινε στον πρώτο ζητιάνο που είδε και το πολωνικό πανωφόρι του στον επόμενο. Βρήκε δουλειά ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα New York Times, αλλά δεν εγκατέλειψε το όνειρό του να γίνει εξερευνητής και άμεσα σε μια ευκαιρία που του παρουσιάστηκε υλοποίησε και την άλλη μεγάλη φιλοδοξία των νεανικών του χρόνων. Μπροστά του ανέτειλε μια καταπληκτική καριέρα που ούτε ο ίδιος ο Merian μπορούσε ποτέ να φανταστεί.

Η Μοίρα Kosciuszko

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Mark Cotta Vaz – Living Dangerously – the Adventures of Merian C. Cooper (2005)

Robert Jackson – At War With the Bolsheviks – Allied Intervention in Russia 1917 -1920 (1972)

Orville Goldner & George E. Turner – The Making of King Kong (1975)

Isaac Babel – 1920 Diary (2002)


Τα Cookies μας επιτρέπουν να σας προσφέρουμε μια καλύτερη και ασφαλέστερη εμπειρία κατά τη χρήση του δικτυακού μας τόπου. Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Historical Quest αποδέχεστε τη χρήση Cookies. Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε διαβάστε τους Όρους Χρήσης & Απορρήτου.