της Αθανασίας Γεωργοπούλου
Ο Μπράντον είναι σεξομανής. Το πληρωμένο σεξ και οι σεξουαλικές περιπέτειες της μιας βραδιάς είναι οι ενασχολήσεις του όταν τελειώνει από τη δουλειά. Λάθος. Και εν ώρα εργασίας, τα πορνογραφικά σάιτ και ο αυνανισμός είναι στην ημερίσια διάταξη. Κι αυτό δεν είναι πρόβλημα μέχρι που εισβάλει στη ζωή του η «άσωτη» και συναισθηματικά ασταθής αδερφή του, Σίσσυ. Η παρουσία της σπάει τη φαινομενική ισορροπία της καθημερινότητας του Μπράντον και ανοίγει παράθυρα προς ένα παρελθόν βαθιά προβληματικό που μένει τελικά αδήλωτο.
Ο Μπράντον δεν είναι Χανκ Μούντυ από το Californication. Δεν έχει πλάκα, ούτε ο ίδιος ούτε η ζωή του. Μια θλίψη είναι απλωμένη σε όλους του χώρους όπου κινείται. Η συναισθηματική εμπλοκή είναι έννοια άγνωστη για 'κείνον και η δέσμευση ανθρώπινη παραφροσύνη. Κι όμως, από τον τρόπο που αντιμετωπίζει την αδερφή του, τον τρόπο που της μιλάει, που την προσέχει, που την κοιτάει, είσαι σίγουρος ότι δεν είναι συναισθηματικά ανάπηρος και ανίκανος. Όταν την ακούει να τραγουδάει, δακρύζει. Ο άνθρωπος αυτός έχει συναισθήματα, μόνο που αυτά είναι βαθιά, πολύ βαθιά κρυμμένα. Κι έρχονται βίαια στην επιφάνεια όταν ο μοναδικός άνθρωπος για τον οποίο φάινεται ως ώρας να νιώθει κάτι, η αδερφή του, κοιμάται στο κρεβάτι του με το αφεντικό του. Εκεί σπάει για πρώτη φορά.
Ακολουθεί η αποτυχία αυτής της «ερωτικής μηχανής» να συνευρεθεί ερωτικά με μία συνάδελφό του, το δεύτερο άνθρωπο στην ταινία, για τον οποίο φαίνεται να τρέφει ίχνη συναισθήματος. Είναι πλέον προφανές ότι το σεξ δεν είναι για τον Μπράντον απόλαυση, ούτε καν εκτόνωση. Είναι σκέτος ψυχαναγκασμός. Του οποίου μάλιστα φαίνεται να έχει επίγνωση. Αυνανίζεται για να μη σκέφτεται και κάθε οργασμός είναι μια ακόμα αποτυχημένη προσπάθεια να βγει από το υπαρξιακό του δράμα, στο οποίο βυθίζεται όλο και περισσότερο. Ο ορισμός του φαύλου κύκλου. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε καμία από τις ερωτικές σκηνές δεν είναι χαρούμενος, ούτε καν χαμογελαστός. Ούτε πριν ούτε μετά. Η μοναδική φορά που φαίνεται να απολαμβάνει τη διαπροσωπική επαφή είναι όταν φλερτάρει σαν έφηβος με τη συνάδελφό του.
Ένας καυγάς με την αδερφή του γίνεται αφορμή για το δεύτερο συναισθηματικό του ξέσπασμα. Σε ένα βράδυ φαίνεται αποφασισμένος να δοκιμάσει τα όριά του, από ομοφυλοφιλικές περιπτύξεις μέχρι σεξουαλικό τρίο. Ενσαρκώνει κάθε πιθανή ανδρική φαντασίωση όποια κι αν είναι αυτή, με κάθε πιθανό αντικείμενο πόθου. Και πάλι το βλέμμα του προδίδει μια απέραντη θλίψη και ένα συναισθηματικό κενό.
Το τρίτο ξέσπασμα του Μπράντον έρχεται να επιβεβαιώσει την εντύπωση ότι η αδερφή του είναι ο μοναδικός άνθρωπος που μπορεί να του προκαλέσει συναισθηματικές αναταράξεις. Η λίμνη αίματος μέσα στην οποία την βρίσκει ημιθανή, γίνεται λίμνη βροχής και δακρύων στην επόμενη σκήνή.
Τελικά δημιουργείται το ερώτημα: σε ποιον αναφέρεται ο τίτλος της ταινίας; Ποιος ντρέπεται και γιατί; Ο σκηνοθέτης, Στιβ ΜακΚουίν, απρόθυμος να απαντήσει ευθέως, ντύνει τον προβληματισμό με μίνιμαλ αισθητική. Όλοι οι εσωτερικοί χώροι έχουν λιτές και καθαρές γραμμές αποπνέοντας μια σχεδόν κλινική εικόνα. Η Νέα Υόρκη σκληρή και παλλόμενη. Τα λόγια δεν σπαταλώνται άδικα και η σιωπή διαμορφώνει την ατμόσφαιρα. Τα πλάνα στα πρόσωπα είναι πάντα κοντινά επιτείνοντας την ένταση, ενώ οι σκηνές σεξ, επενδεδυμένες συνήθως με κλασική μουσική, δεν έχουν σκοπό την πρόκληση. Το Shame μιλάει για ένα θέμα σύγχρονο, δύσκολο και σκληρό. Σε προβλήματίζει χωρίς να σε κάνει να ντρέπεσαι και χωρίς να σε προσβάλει. Κι αυτό, αν μη τι άλλο, πρέπει να του κατακυρωθεί.