Σύνδεση

Σύνδεση

Μαρκιανή Βιβλιοθήκη -Η ανέγερση της αποφασίστηκε όταν ο καρδινάλιος Βησσαρίων επέλεξε τη Βενετία, για να κληροδοτήσει την προσωπική του βιβλιοθήκη

Παρά τις μακρόχρονες σχέσεις του με τη Ρώμη, ο καρδινάλιος Βησσαρίων επέλεξε τη Βενετία, για να κληροδοτήσει την προσωπική του ανεκτίμητη βιβλιοθήκη των εξακοσίων περίπου ελληνικών χειρογράφων. Μεγαλύτερη από αυτή τη συλλογή είναι μόνο εκείνη στη Βιβλιοθήκη του Βατικανού, την οποία είχε δημιουργήσει στη Ρώμη ο Νικόλαος Ε΄ με τη βοήθεια του Βησσαρίωνα.

Η Βενετία πάντοτε απολάμβανε μια ειδική σχέση με το Βυζάντιο λόγω των οικονομικών και πνευματικών δεσμών με το βυζαντινό κόσμο. Η Βενετία προσήλκυσε περισσότερους βυζαντινούς πρόσφυγες από κάθε άλλη πόλη της Δύσης. Στο τελευταίο τέταρτο του κουατροτσέντο η ελληνική κοινότητα αριθμούσε 4.000 ανθρώπους «Δεύτερο Βυζάντιο» αποκαλούσε ο Βησσαρίων τη Βενετία σε μια επιστολή του προς το δόγη, στην οποία εξηγούσε γιατί επέλεξε να εμπιστευτεί τα πολύτιμα βιβλία του σ' αυτή την πόλη.

Η Βενετία είχε μία συνεχή ιστορία καλλιτεχνικής δημιουργίας σε όλη την αναγεννησιακή περίοδο και κατόρθωσε να εκπαιδεύσει και να προσελκύσει πολλούς διακεκριμένους καλλιτέχνες, οι περισσότεροι από τους οποίους έμεναν μόνιμα εκεί. Η Βενετία είχε ένα ασυνήθιστο πολιτικό σύστημα, την πραγματική εξουσία δεν ασκούσε ο Δόγης αλλά το Συμβούλιο των Δέκα. Το συμβούλιο αυτό ελεγχόταν από μία αριστοκρατική ολιγαρχία, η οποία είχε σαν στόχο την κρατική ασφάλεια με οποιοδήποτε μέσο. Οτιδήποτε δεν έθιγε το κράτος επιτρεπόταν και παράλληλα υπήρχε μία ανεξιθρησκία που δεν συναντάται σε άλλες ιταλικές πόλεις.

Οι εμπορικές σχέσεις ήταν ανεπτυγμένες και η ελεύθερη κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα της Βενετίας επέτρεπε τον συγχρωτισμό Γερμανών από το βορρά με Τούρκους από την Ανατολή. Ο πλούτος από το εμπόριο πρόσφερε στους καλλιτέχνες μεγάλες αμοιβές. Το κράτος και οι μεγάλες θρησκευτικές αδελφότητες ήταν αφοσιωμένοι πάτρωνες των τεχνών. Οι ιδιώτες αγόραζαν μεγάλο αριθμό από μικρότερα θρησκευτικά έργα. Η παράδοση της γοτθικής τέχνης ήταν ισχυρή στη Βενετία και στη ζωγραφική, η «σχολή της Βενετίας», καινοτόμησε με το πέρασμα από το σχέδιο στο χρώμα. Κύριοι εκπρόσωποι αυτής της σχολής ήταν ο Τιντορέτο, ο Βερονέζε, ο Τισιανός.

Στην αρχή η πραγματίστρια Βενετία έδειξε σχετικά μικρό ενδιαφέρον για την αρχαία ελληνική κληρονομιά του Βυζαντίου, αφού δεν είχε το κλασικό παρελθόν της Ρώμης ή της Φλωρεντίας και ενδιαφερόταν σχεδόν αποκλειστικά για τα πιο πρακτικά ζητήματα όπως το εμπόριο. Το 1463 όμως δημιουργήθηκε έδρα ελληνικών στην Πάντοβα, με πρώτο κάτοχό της το βυζαντινό προστατευόμενο του Βησσαρίωνα Δημήτριο Χαλκοκονδύλη. Δίδαξε εκεί για μια δεκαετία, πριν φύγει για να διαδεχθεί τον Ιωάννη Αργυρόπουλο στη Φλωρεντία. Όταν ο Χαλκοκονδύλης πήγαινε στη Φλωρεντία, ο ουμανισμός είχε αποκτήσει ισχυρά ερείσματα τόσο στη Βενετία όσο και στην Πάντοβα, δικαιώνοντας έτσι την επιλογή του Βησσαρίωνα.

Δημήτριος Χαλκοκονδύλης (1423 - 9 Ιανουαρίου 1511) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λόγιους, που συνέβαλε με το έργο του στην διάδοση των ελληνικών γραμμάτων στη δυτική Ευρώπη.

Ο Χαλκοκονδύλης είχε ως μαθητή του στη Φλωρεντία και στη Βενετία τον γεννημένο στη Βενετία, αλλά με ελληνικό όνομα Νικόλαο Λαόνικο Θωμαίο, ο οποίος τελικά επέστρεψε στη Βενετία για να διδάξει και αυτός ελληνικά. Οι τυχεροί μαθητές του ήταν ανάμεσα στους πρώτους οι οποίοι επωφελήθηκαν από ένα πλεονέκτημα εξαιρετικής σημασίας που δεν υπήρχε μέχρι τότε: τυπωμένα κείμενα στα ελληνικά. Η τυπογραφία, την οποία είχε εφεύρει ο Ιωάννης Γουτεμβέργιος γύρω στο 1450, είχε έρθει στην Ιταλία περίπου το 1465. Ένας ουμανιστής τυπογράφος ονόματι Άλδος Μανούτιος έφτασε στη Βενετία τη δεκαετία του 1480. Είχε κάνει σπουδές ελληνικών και λατινικών με τον Γκουαρίνο από τη Βερόνα, τον πιο αγαπητό μαθητή του Χρυσολωρά. Το 1495 ο εκδοτικός οίκος του Άλδου στη Βενετία, η Τυπογραφία Αλντίνα, άρχισε να τυπώνει τις φημισμένες πρώτες ελληνικές εκδόσεις της. Η παραγωγική Τυπογραφία Αλντίνα, ειδικευμένη σε χαμηλού κόστους και υψηλής ποιότητας εκδόσεις Ελλήνων και Λατίνων, σύντομα μετέτρεψε τη Βενετία σε εκδοτική πρωτεύουσα όχι μόνο της Ιταλίας αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης. Οι κλασικές φιλολογικές του εκδόσεις ονομάστηκαν «Αλδίναι» και θεωρούνται περίφημες για την ιστορία του βιβλίου. Μερικά από τα έργα του είναι: «Τα του Πλάτωνος Άπαντα», «Ευριπίδου Τραγωδίαι», «Σοφοκλέους Τραγωδίαι», «Αριστοφάνους Κωμωδίαι», «Ρήτορες» κ ά.

Για να εκδώσει τα ελληνικά κείμενά του ο Άλδος, επέλεξε έναν άλλο βυζαντινό μαθητή του Δημητρίου Χαλκοκονδύλη, τον Μάρκο Μουσούρο. Ο Μουσούρος- Κρητικός ο οποίος ονομάστηκε «ο μεγαλύτερος ελληνιστής της Αναγέννησης»- είχε φύγει από την Κρήτη, για να πάει αρχικά στη Ρώμη και κατόπιν στην Πάντοβα, όπου διαδέχθηκε το Χαλκοκονδύλη στην έδρα των ελληνικών. Τώρα κατείχε ηγετικό ρόλο στη «Νέα Ακαδημία», που αποτελούνταν κυρίως από βυζαντινούς λόγιους και την οποία ο Άλδος είχε συγκροτήσει για να λειτουργήσει ως εκδοτική επιτροπή, επιλέγοντας ποια ελληνικά έργα θα δημοσιεύονταν, αντιπαραβάλλοντας τα χειρόγραφα, και ετοιμάζοντας με μόχθο τα κείμενα. Ο Μάρκος Μουσούρος δίδαξε ελληνική φιλολογία στην Πλατωνική Ακαδημία της Βενετίας και συνδέθηκε με την ελίτ της πόλης. Με την επιμέλειά του εκδόθηκαν τα έργα του Αριστοφάνη το 1498, όπως και δύο τόμοι με τίτλο «Έλληνες Επιστολογράφοι» την επόμενη χρονιά. Το 1503 εξέδωσε τραγωδίες του Ευρυπίδη και το 1513 τα άπαντα του Πλάτωνα. Ο σπουδαιότερος από τους βόρειους ουμανιστές, ο Ολλανδός λόγιος Ντεζιντέριους Έρασμος, έμαθε ελληνικά με το Μάρκο Μουσούρο. Επίσης ο Μουσούρος ανέλαβε την οργάνωση της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης και απέκτησε τεράστια φήμη στην Ιταλία. Μία εξέχουσα μορφή ήταν ο διαπρεπέστατος νομοδιδάσκαλος και λόγιος Θωμάς Διπλοβατάτζης (1468-1541). Γόνος μεγάλης οικογένειας του Βυζαντίου που κατέφυγε στην Κέρκυρα μετά την Άλωση. Ο Διπλοβατάτζης σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Σαλέρνο στη Νεάπολη και στην Πάδουα υπό την προστασία του θείου του Κωνσταντίνου Λάσκαρη και του ηγεμόνα του Σαλέρνο. Η ευφυΐα του προκάλεσε κατάπληξη στο περιβάλλον του. Έκανε φιλοσοφικές σπουδές αρχικά και στη συνέχεια αφοσιώθηκε στη νομική. Η ηγεμονίδα του Πέσαρο, Καμίλλη Σφόρτσα τον διόρισε σε ηλικία 18 ετών επίτροπο των τελωνείων. Η ίδια φρόντισε να ολοκληρώσει τις σπουδές του και του ανέθεσε πολύ σημαντικά αξιώματα. Στο τέλος του 15ου αιώνα ο Διπλοβατάτζης διηύθυνε το ιταλικό κρατίδιο και παράλληλα ασχολιόταν με τη συγγραφή των ιστορικών, νομικών και φιλοσοφικών έργων του. Παρέμεινε στο Πέσαρο με το αξίωμα του γενικού συνηγόρου της Ρομανίας και μετά την εκδίωξη των Σφόρτσα από τον Καίσαρα Βοργία. Το 1505 παραιτήθηκε και διορίστηκε από τον πάπα Ιούλιο Β΄ τοποτηρητής και εκπρόσωπος στην Οικουμενική Σύνοδο της Πίζας. Η Σύνοδος είχε ως θέμα τις εκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις. Μέχρι το 1517 ήταν πληρεξούσιος των υποθέσεων του ηγεμόνα του Πέσαρο, δούκα Ουρβανού. Κατόπιν παραιτήθηκε από τα αξιώματα του και κατέφυγε στη Βενετία για 15 χρόνια και ασχολήθηκε με τη δικηγορία ενώ αρνήθηκε την προσφορά της καθηγητικής έδρας που του έγινε από το Πανεπιστήμιο της Πάδουας. Τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του έζησε στο Πέσαρο και ασχολήθηκε με τη μεταρρύθμιση του κρατιδίου. Έγραψε πολλά έργα που όμως τα περισσότερα παραμένουν ανέκδοτα.

Μια άλλη κεντρική μορφή ήταν ο Ιωάννης Λάσκαρης, ένας βυζαντινός που εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος του Λορέντσο ντε Μέντιτσι, έκανε πολλά ταξίδια στις οθωμανικές περιοχές για να εντοπίσει αρχαία ελληνικά κείμενα. Στη συνέχεια, το 1503, διορίστηκε πρεσβευτής της Γαλλίας στη Βενετία και εκεί βοήθησε τον Άλδο να ετοιμάσει τη σημαντική έκδοση των Ελλήνων ρητόρων. Στο ενεργητικό του Λάσκαρη εγγράφεται η έλευση της Αναγέννησης στη Γαλλία, επειδή εκεί συνδέθηκε φιλικά με δύο από τους πρώτους Γάλλους ουμανιστές, τον Γκιγιόμ Μπιντέ και το Λεφέβρ ντ' Ετάπλ, ο οποίος είχε επίσης σπουδάσει με τον Αργυρόπουλο στη Ρώμη κατά τη δεκαετία του 1480. Ακόμη και μετά το 1453 η βυζαντινή πλημμυρίδα κατέκλυζε τις νέες ακτές της Δυτικής Ευρώπης.

O Άγιος Μάρκος (Basilica di San Marco) είναι ο καθεδρικός ναός της Βενετίας. Θεωρείται ένα σημαντικό δείγμα βυζαντινής αρχιτεκτονικής στην Ιταλία.

Οι Έλληνες στη Βενετία βρήκαν μία ανοιχτή αγορά, για να πουλούν χειρόγραφα από τα μοναστηριακά κέντρα της Ελλάδας, Η αναζήτηση χειρογράφων ήταν άμεσα συνδεδεμένη με το αναγεννησιακό πνεύμα. Αυτοκράτορες, ευγενείς, πάπες, καρδινάλιοι, όλοι προσπαθούσαν να αποκτήσουν αρχαία και βυζαντινά χειρόγραφα. Παράλληλα οι Βενετοί μάθαιναν την ελληνική γλώσσα, ώστε να είναι σε θέση να διευκολύνουν τις δοσοληψίες τους αλλά και τις περαιτέρω εμπορικές τους σχέσεις. Μία σειρά από ελληνικά τυπογραφεία έκαναν την εμφάνισή τους στη Βενετία. Οι Έλληνες τυπογράφοι εκδότες συνετέλεσαν στην πολιτιστική εξέλιξη των ελληνόφωνων περιοχών κυρίως με τις εκδόσεις λειτουργικών και θρησκευτικών βιβλίων. Επίσης, πολλά ιταλικά τυπογραφεία συνεργάζονταν με Έλληνες ή προσλάμβαναν Έλληνες για να εργαστούν.

Οι κατάλληλες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες των πόλεων κρατών της Ιταλίας έγιναν το υπόβαθρο για την εκδήλωση της Αναγέννησης. Η αναβίωση του πνεύματος της αρχαιότητας και ο νεοπλατωνισμός ήταν σημαντικές παράμετροι της ευρωπαϊκής πολιτιστικής διαδικασίας. Το επίκεντρο έγινε ο άνθρωπος και η προβολή των δυνατοτήτων και των επιθυμιών του καθώς και οτιδήποτε πηγάζει απ' αυτόν.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1) Ιστορία Του Ελληνικού Έθνους, τόμος Ι΄, εκδοτική Αθηνών, 1974.
2) Ιστορικά , Ελευθεροτυπία, 29 Ιανουαρίου 2004.
3) Γ. Μπουρκχάρτ, Ο Πολιτισμός της Αναγέννησης στην Ιταλία, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1997.
4) Παγκόσμιος Ιστορία Τέχνης, εκδ. Χρυσός Τύπος, Αθήνα 1977.


Τα Cookies μας επιτρέπουν να σας προσφέρουμε μια καλύτερη και ασφαλέστερη εμπειρία κατά τη χρήση του δικτυακού μας τόπου. Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Historical Quest αποδέχεστε τη χρήση Cookies. Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε διαβάστε τους Όρους Χρήσης & Απορρήτου.