της Αθανασίας Γεωργοπούλου
ΑΜΦΙΤΡΥΩΝΑΣ
«Αυτά του ανθρώπου είναι τα πάθη: να 'ναι περίεργος να μάθει ό,τι δε θα 'θελε να ξέρει». Με φράσεις σαν κι αυτή είναι διάσπαρτος ο Αμφιτρύωνας που έγραψε ο Μολιέρος στα 1668 και παρουσίασε στην αυλή του Λουδοβίκου του ΙΔ', αποκαλούμενου και Βασιλιά Ήλιου. Στα 2012 το έργο ευτύχησε να διδαχθεί στο ελληνικό κοινό από το Λευτέρη Βογιατζή.
Απομακρυσμένοι πια από τον κουρνιαχτό της επιτυχίας, μιας κι η παράσταση ήταν σολντ άουτ τόσο σε Επίδαυρο όσο και σε Ηρώδειο και συζητήθηκε όσο λίγες φέτος το καλοκαίρι, καταγράφουμε την αίσθηση που μένει ακόμα.
Αν έπρεπε να πούμε μόνο μια λέξη, αυτή θα ήταν η εξής: αρ-τι-ό-τη-τα. Αρτιότητα στην υποκριτική, στη μετάφραση, στον ήχο, στα κοστούμια, στα σκηνικά. Αρτιότητα στην αισθητική. Αυτό, μάλιστα, είναι θέατρο!
Και πιο συγκεκριμένα. Ξεκινάς έχοντας στο νου σου ότι θα δεις μια κωμωδία. Βλέπεις το σκηνικό. Ένα μουντό γαϊτανάκι από μέταλλο και ξύλο. Οι ηθοποιοί να μεταφέρουν τα ξύλινα καθισματάκια τους ανά χείρας, να παίρνουν θέση στο γαϊτανάκι κινούμενοι σα μαριονέτες, ίσως και από τη βούληση των θεών, σαν κούκλες ξύλινες, άκαμπτες και παγωμένες, αλλά πόσο όμορφες! Ήδη από την αρχή κερδίζουν τις εντυπώσεις τα εξαιρετικά κοστούμια που έφτιαξε ο Άγγελος Μέντης, χρησιμοποιώντας όλες τις αποχρώσεις του πράσινου και προσδίδοντας μια αίσθηση παιδικού παραμυθιού στην παράσταση. Η Νύχτα, Στεφανία Γουλιώτη, σκαρφαλώνει στο θρόνο της και ένας ξυλοπόδαρος Ερμής, Χρήστος Λούλης, αρχίζει τις δολοπλοκίες.
Και το γέλιο έρχεται παρά τη σκοτεινή διάθεση που πλανάται. Οι σκηνές του Σωσία, που ερμηνεύει εξαιρετικά ο Δημήτρης Ήμελλος, τόσο με τον Ερμή όσο και με τον Αμφιτρύωνα, Γιώργο Γάλλο, είναι τα κωμικά διαμάντια της παράστασης. Μεγάλο μερίδιο επιτυχίας αναλογεί στη Χρύσα Προκοπάκη, που έκανε σπουδαία δουλειά στην έμμετρη αυτή μετάφραση, κρατώντας το κείμενο ζωντανό, ρέον και ποιητικό.
Ο Δίας του Νίκου Κουρή, όσο έπρεπε υπερόπτης και καπάτσος, βγάζει γέλιο στους διαλόγους του με την Αλκμήνη της Αμαλίας Μουτούση, η οποία μας έδωσε μια μικρή αίσθηση υπερβολής, ιδίως συγκριτικά με το υπόλοιπο καστ. Δεν ξέρουμε αν ήταν οδηγία του σκηνοθέτη, αλλά η Αλκμήνη παρουσιάστηκε πιο ξύλινη και πιο κουκλίστικη απ' όλα τα πρόσωπα του έργου. Σε αντίθεση με τη Νύχτα, η οποία μετατράπηκε σε υποβολέα, ενταγμένη κομψά και κωμικά σε ολόκληρη την παράσταση και της οποίας οι παρεμβάσεις προωθούσαν και προκαλούσαν έντεχνα το γέλιο.
Το πρωταγωνιστικό καστ συμπλήρωσε επάξια η Εύη Σαουλίδου με τη γήινη, μπριόζα και θυελλώδη Κλεάνθη της και το πλαισίωσαν οι Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Νικόλας Χανακούλας, Ανδρέας Κωνσταντίνου και Χάρης Φραγκούλης, παίζοντας το ρόλο ενός ιδιότυπου χορού. Πραγματικά δεν περίσσευε κανείς.
Ιδιαίτερη μνεία οφείλεται στην προσεγμένη κίνηση, που επιμελήθηκε ο Ερμής Μαλκότσης και η οποία βοήθησε τους ηθοποιούς να χειριστούν το σχετικά ογκώδες, συνεχώς μεταβαλλόμενο και πάντα παρόν γαϊτανάκι του σκηνικού της Εύας Μανιδάκη. Κατασκευή που αποτελεί ιδιαιτέρως πρωτότυπη και εμπνευσμένη σύλληψη. Επόμενο σημείο εγκωμίου, οι ήχοι της παράστασης, επιμέλειας Δημήτρη Καμαρωτού, που ένιωθες ότι της ταίριαζαν γάντι. Κανένας ηχογραφημένος! Όλοι «παραγωγής» των ηθοποιών και των λιγοστών οργάνων που κουβαλούσαν.
Μαέστρος της παραπάνω αρμονικής συμφωνίας υπήρξε ο Λευτέρης Βογιατζής. Είναι δύσκολο να γράφει κανείς για αυτή την παράσταση χωρίς να κάνει ξεχωριστή αναφορά στις ιδιαίτερα δύσκολες στιγμές που περνά ο σκηνοθέτης λόγω σοβαρότατου προβλήματος υγείας που τον ταλαιπωρεί εδώ και πάνω από ένα χρόνο. Είναι τουλάχιστον αξιοθαύμαστο το κουράγιο και το μεράκι που διατηρεί ο Βογιατζής παρά τα ανωτέρω. Θαυμάσια επίσης και η στιγμή που βγήκε στη σκηνή του Ηρωδείου, υποβασταζόμενος και φανερά αδυνατισμένος. Το κατάμεστο θέατρο χειροκροτούσε όρθιο και συγκινημένο, ασταμάτητα και ακούραστα με όλη του τη δύναμη το σπουδαίο αυτό καλλιτέχνη.