Σύνδεση

Σύνδεση

της Αθανασίας Γεωργοπούλου

Η επίσημη αφίσα της ταινίας «Ψηλά τα χέρια Χίτλερ» (1962) 

Οι ελληνικές ταινίες που πραγματεύονται το θέμα της Κατοχής και της Αντίστασης στα χρόνια 1940-44 δεν είναι όλες δραματικές και επικές. Ανάμεσα στις πιο «αλέγρες» προσεγγίσεις της περιόδου ξεχωρίζουν, και όχι άδικα, δύο ταινίες με πρωταγωνιστή το μεγάλο Θανάση Βέγγο, τον ιδανικό ταλαίπωρο Έλληνα, που όμως παρά τις δοκιμασίες, δε χάνει ποτέ το κέφι και τις αρχές του.

Στα 1962 οι παλιοί αδερφικοί φίλοι που τα 'φερε έτσι η ζωή και χάθηκαν, δεν μπορούν να ξαναβρεθούν μέσω facebook. Η ζωή όπως τους χώρισε έτσι τους ξαναενώνει εμπλέκοντάς τους σε ένα παρ' ολίγον τροχαίο καθ' οδόν προς μια εξόρμηση. Ο Παναγής και ο Ανέστης, χάθηκαν ένα βράδυ, προσπαθώντας να γλιτώσουν από ένα γερμανικό μπλόκο στην κατεχόμενη Αθήνα και ξαναφέρνουν τώρα στη μνήμη τους τα χρόνια της Κατοχής. Τότε που προσπαθώντας να φύγουν για την Αίγυπτο μπλέχτηκαν με τα μέλη μιας αντιστασιακής οργάνωσης και στην προσπάθειά τους να τους βοηθήσουν έχασαν το ταξίδι και χάθηκαν και μεταξύ τους. Οι Θανάσης Βέγγος (Παναγής) και Βασίλης Διαμαντόπουλος (Ανέστης) ενσαρκώνουν ιδανικά το πρωταγωνιστικό δίδυμο.

 

 "Ψηλά τα χέρια Χίτλερ" αναφωνεί ο Παναγής

Στα κωμικοτραγικά σκηνικά από την καθημερινή ζωή των ηρώων σε μια φτωχογειτονιά της Αθήνας, πρωταγωνιστεί πάντα η ατέρμονη αναζήτηση και έλλειψη τροφής. Όταν συνωστίζονται έξω από κλειστά μαγαζιά ή στην ουρά του συσσιτίου, όταν περνά μπροστά τους ένα κάρο με έναν νεκρό από την πείνα και στέκουν ακίνητοι σε ένδειξη σεβασμού, όταν κυνηγούν μια γάτα που αποτιμάται σε 3 τρις, όταν παραγγέλνουν ούζο για την ελιά που το συνοδεύει κι όταν γιορτάζουν τα γενέθλια του Παναγή ξεροσφύρι, αλλά με μπουζούκι και τραγούδι. Έτσι, με μόνιμο φόντο την πείνα, ακόμη και οι αστείοι διάλογοι ή οι κωμικές κινήσεις ζωγραφίζουν ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη του θεατή. Άλλο κεντρικό μοτίβο της ταινίας είναι η Αντίσταση. Οι πρωταγωνιστές έρχονται σε επαφή με αυτήν μέσω ενός γείτονα, του Γρηγόρη, που τους παρακινεί να συμμετάσχουν σε μια διαδήλωση. Οι ίδιοι φοβούνται για τη ζωή τους και προσπαθούν να το αποφύγουν, παράλληλα όμως νιώθουν ότι πρέπει να συμβάλουν σ' αυτό και ενώ ο Διαμαντόπουλος φαντάζεται πώς θα 'ταν να μην τον πιάνουν οι σφαίρες και να ρίξει χειροβομβίδα στην Κουμαντατούρ, ο Βέγγος φωνάζει «Ψηλά τα χέρια Χίτλερ» κρατώντας το μύλο του καφέ σαν όπλο και δίνει στην ταινία τον τίτλο της. Τελικά εμπλέκονται ακούσια στην Αντίσταση αναλαμβάνοντας να περιθάλψουν έναν τραυματία αντιστασιακό.

Η ταινία δεν φιλοδοξεί να υμνήσει το αλύγιστο ηρωικό φρόνημα των Ελλήνων, αλλά την αλληλεγγύη ως κυρίαρχη αξία των απλών ανθρώπων και ως παράγοντα σωτηρίας σ' αυτό το σκληρό αγώνα επιβίωσης. Έτσι η Δαναΐτσα, η καλή γειτόνισσα των ηρώων, τους βοηθά ανυστερόβουλα με ένα πιάτο φαγητό, πλύσιμο ρούχων, ακόμη και κάλυψη όταν χρειαστεί. Οι ήρωές μας αντίστοιχα, εγκαταλείπουν χωρίς δεύτερη σκέψη το πολυαναμενόμενο ταξίδι τους, προκειμένου να περιθάλψουν τον τραυματισμένο αντιστασιακό που βρέθηκε στο δρόμο τους και ακολούθως να φέρουν εις πέρας τη δική του αποστολή με κίνδυνο της ζωής τους. Και ο Ανέστης στο τέλος της ταινίας, επιλέγει να περιμένει το Γρηγόρη, που μόλις νωρίτερα του έσωσε τη ζωή από ένα Γερμανό, παρά να επιβιβαστεί στο φορτηγό με τον Παναγή που του φωνάζει επίμονα. Η κατάληξη είναι να συλληφθεί, ενώ θρηνεί πάνω από το νεκρό Γρηγόρη. Και είναι αλήθεια τόσο δύσκολο να πει κανείς ποιος έκανε καλύτερα...

Η επίσημη αφίσα της ταινίας «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση» (1971) 

Η ταινία απέσπασε το βραβείο Καλύτερης Ταινίας της Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου Αθηνών και βραβείο Καλύτερου ηθοποιού για το Θανάση Βέγγο, το 1963.Τη σκηνοθεσία της υπογράφει ο Ροβήρος Μανθούλης ενώ το σενάριο ο Διονύσης Μήλας.

Λιγότερο από μια δεκαετία αργότερα, το 1971, το βασικό ερώτημα είναι «τι έκανε στον πόλεμο ο Θανάσης». Ο Θανάσης (Θανάσης Βέγγος) βασικά δούλευε ακούραστα και αδιαμαρτύρητα στο εργοστάσιο ώστε να παραχθούν πολεμοφόδια για τα γερμανικά στρατεύματα με αντάλλαγμα μια κουταλιά φαΐ. Προσπαθούσε να περνά απαρατήρητος από τις δυνάμεις Κατοχής, αλλά λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο. Όπου ξενοδόχος είναι η αδερφή του Φρόσω (Κατερίνα Γώγου) η οποία είναι αναμειγμένη στην Αντίσταση. Εκείνη τον παρακινεί να πάει ως μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη του ταβερνιάρη γείτονά τους, ο οποίος κατηγορείται ότι μαγείρεψε τη γάτα μιας άλλης γειτόνισσας. Ο Θανάσης, κάθε άλλο παρά πειστικός ψευδομάρτυρας, καταλήγει από λάθος στη φυλακή με αντιστασιακούς κρατούμενους και το μαρτύριό του ξεκινά. Θα υποστεί βασανιστήρια στη θέση του αποδράσαντος Ιβάν, διαβόητου αντιστασιακού, και τελικά θα δραπετεύσει και ο ίδιος με τη βοήθεια των κοριτσιών του διπλανού κρατητηρίου μεταμφιεσμένος σε γυναίκα. Πίσω στο σπίτι του όμως τον περιμένει ένα νέο αντιστασιακό σχέδιο το οποίο θα φέρει εις πέρας εν αγνοία του. Θα μεταφέρει αντιστασιακές εφημερίδες στο γερμανικό εργοστάσιο με το κατσαρόλι του συσσιτίου. Μετά τα κωμικοτραγικά σκηνικά που ακολουθούν ο Θανάσης αποκαλύπτεται, καταλήγει πάλι στο κρατητήριο και αποδρά αυτή τη φορά μεταμφιεσμένος σε Γερμανό στρατιώτη.

Ο Θανάσης «ετοιμάζεται» να υποβληθεί σε γυναικολογική εξέταση, στην ταινία "Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση"

 Ο ρόλος ταιριάζει γάντι στο Βέγγο, ο οποίος κέρδισε για αυτή του την ερμηνεία βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1971. Η ταινία, τη σκηνοθεσία της οποίας υπογράφει ο Ντίνος Κατσουρίδης και το σενάριο ο ίδιος μαζί με τον Ασημάκη Γιαλαμά, απέσπασε ακόμη το πρώτο βραβείο Καλλιτεχνικής Ταινίας και Σεναρίου στο ίδιο φεστιβάλ.

Οι κωμικές σκηνές διαδέχονται η μία την άλλη στην ταινία, αλλά το χαμόγελο μας παραμένει αμήχανο και παγωμένο. Αν δεν ήταν ο Βέγγος, φοβάμαι ότι δε θα υπήρχε καν χαμόγελο. Οι καταστάσεις που βιώνει ο Θανάσης, απέχουν πολύ απ' το να χαρακτηριστούν αστείες. Ειδικά η σκηνή που υπόκειται αδίκως τα κάθε είδους βασανιστήρια των Γερμανών. Η πείνα είναι και σε αυτή όπως και στην προηγούμενη ταινία, ένα σταθερό μοτίβο από την αρχή ως το τέλος. Άλλοτε η απεικόνισή της προκαλεί μειδίαμα, όπως στη σκηνή όπου στην ταμπέλα της μικρής ταβέρνας αναγράφεται με κιμωλία το μενού: «λαχανίδες βραστές-λαχανίδες γιαχνί» και σ' εκείνη που ο πρόεδρος του δικαστηρίου, έχοντας πειστεί ότι «το ζώον που μαγειρεύτηκε ήτο γαλή και ουχί λαγός», φωνάζει παράμερα το Θανάση και τον ρωτάει «Ο γάτος στη γεύση πώς είναι;», για να λάβει την απάντηση «Ίδιος λαγός κύριε Πρόεδρε, φτάνει να μη το ξέρεις!». Άλλοτε η απεικόνιση της πείνας προκαλεί σφίξιμο στο στομάχι, όπως εκεί που δυο αποστεωμένα μικρά παιδιά τρέχουν να μαζέψουν με τα χέρια το χυλό που χύθηκε στο πεζοδρόμιο από το κατσαρόλι του Θανάση.

Η προβολή της αλληλεγγύης υπάρχει και σε αυτή την ταινία. Ο Θανάσης δραπετεύει την πρώτη φορά μεταμφιεσμένος σε γυναίκα με τα ρούχα και τις κομμένες κοτσίδες των κοριτσιών του διπλανού κελιού. Επίσης κάνει ένα Γερμανό «φίλο», τον Χάνς. Η ταινία τελειώνει με το Θανάση ντυμένο Γερμανό στρατιώτη, να μεταφέρει στην αγκαλιά τυλιγμένο με κουβέρτα σαν μωρό, το σπασμένο ραδιόφωνο της αδερφής του που παίζει τον εθνικό ύμνο.

Ηθικό δίδαγμα: σε τέτοιες περιόδους, η Αντίσταση δεν είναι επιλογή. Είναι μονόδρομος.