Μία από τις σημαντικότερες φιλοσοφικές έννοιες, τη φύση της οποίας αναζητούσαν οι φιλόσοφοι από την αρχαιότητα ακόμα, είναι η ευδαιμονία.
Η λέξη, όπως βέβαια δείχνουν τα συστατικά της, σήμαινε αρχικά την εύνοια του δαίμονος, του θείου, βρισκόταν επομένως ο όρος αυτός πολύ κοντά, θα λέγαμε, στον όρο ευτυχία, αφού, όπως εκεί (στην ευτυχία), έτσι κι εδώ (στην ευδαιμονία) εννοείται κάτι που δεν το πετυχαίνει ο άνθρωπος από μόνος του, αλλά κάτι που για να το αποκτήσει, πρέπει να το ζητήσει με προσευχή από τον θεό. Είμαστε, από την άλλη, σε θέση να βεβαιωθούμε πως η λέξη αυτή είχε μια περίεργη σημασιακή εξέλιξη.

Ήδη ο Ηράκλειτος, ο μεγάλος Εφέσιος σοφός που έζησε γύρω στο 500 π.Χ., είχε πει ότι «δαίμων για τον άνθρωπο δεν είναι παρά ο χαρακτήρας του». Το ίδιο είχε πει και ο Δημόκριτος, ο μεγάλος ατομικός φιλόσοφος του 5ου/4ου αι. π.Χ., αυτός μάλιστα με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια: «είναι υπόθεση της ψυχής η ευδαιμονία και η κακοδαιμονία», ενώ σε ένα άλλο απόσπασμα διαβάζουμε ότι «η ευδαιμονία δεν κατοικεί=δεν έχει να κάνει με τα πλούσια κοπάδια και με το χρυσάφι˙ η ψυχή είναι η κατοικία του δαίμονος=με την ψυχή έχει να κάνει ο δαίμων». Όλα αυτά θέλουν να πουν πως αυτό ακριβώς που ο άνθρωπος περιμένει από το δαίμονα, από το θείον, το έχει, στην πραγματικότητα, μέσα στον ίδιο τον εαυτό του˙ με άλλα λόγια: όλοι οι άνθρωποι επιζητούν την ευδαιμονία, μόνο όμως από τις δικές τους πράξεις εξαρτάται αν θα φτάσουν κάποτε ή όχι σ'αυτήν.
Ο φιλόσοφος, βέβαια, που το όνομά του συνδέθηκε περισσότερο απ' όλα με τη μελέτη του όρου «ευδαιμονία» δεν ήταν άλλος από τον Αριστοτέλη. Η άποψη που είχε ο Αριστοτέλης για τον κόσμο ήταν τελολογική. Βάσει της αντίληψης του αυτής, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ευδαιμονία αποτελεί το ύψιστο αγαθό στη ζωή μας και ότι, ως εκ τούτου, εν ονόματι αυτής οφείλουμε τελικά να ρυθμίζουμε τη συμπεριφορά μας. Ο άνθρωπος, σύμφωνα με το Σταγειρίτη φιλόσοφο, είναι ον δημιουργικό και καθετί που δημιουργεί έχει κάποιο σκοπό. Υπέρτατος σκοπός όλων είναι η ευδαιμονία. Λέγοντας βέβαια ότι όλες οι δραστηριότητές μας στοχεύουν στην ευδαιμονία μας, ότι ότιδήποτε κάνουμε το κάνουμε για να γίνουμε ευτυχισμένοι, μας δημιουργείται η εντύπωση ότι η ευδαιμονία τοποθετείται σε κάποιο απώτερο σημείο της ζωής μας. Στην πραγματικότητα όμως, κατά τον Αριστοτέλη, μπορούμε να γίνουμε ευτυχισμένοι οποιαδήποτε στιγμή στη ζωή μας, αρκεί ο τρόπος που θα συμπεριφερθούμε να είναι ο κατάλληλος, αρκεί δηλαδή να κάνουμε το έργο που υπαγορεύεται από τη φύση μας. Μπορούμε τώρα, λοιπόν, να πούμε ότι ο άνθρωπος γίνεται ευτυχισμένος, όταν συμπεριφέρεται σύμφωνα με το λογικό του, καθώς αυτό είναι που προσδιορίζει την ιδιαίτερη φύση του εν αντιθέσει προς τους άλλους οργανισμούς. Ο Αριστοτέλης παρατηρεί ότι ο λόγος, από τη φύση του, επιδιώκει πάντοτε την ισορροπία, τη συμμετρία. Έτσι, συμπεριφέρομαι σύμφωνα με τη λογική φύση μου σημαίνει ότι επιλέγω κάτι που δεν είναι ακραίο, κάτι που ούτε υπερβολικό ούτε ελλειπτικό είναι. Η ευδαιμονία, λοιπόν, βρίσκεται πάντοτε στην επιλογή της μέσης οδού μεταξύ δύο ακραίων προοπτικών, οι οποίες καθορίζονται πάντα με κριτήρια υποκειμενικά.
Παρότι ο Αριστοτέλης είναι αυτός που ασχολήθηκε ενδελεχώς με την έννοια της ευδαιμονίας, αυτή δε σταμάτησε ποτέ να απασχολεί τους πνευματικούς ανθρώπους όλων των εποχών, που την ερμήνευαν συνήθως ανάλογα με τις πολιτικοοικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής τους. Αξίζει να σημειώσουμε ότι σήμερα στη συνείδηση των περισσότερων ανθρώπων η έννοια της ευδαιμονίας, του ύψιστου δηλαδή αγαθού, έχει χάσει την όποια σχέση της με την ψυχική ενέργεια που -κατάλληλα προσανατολισμένη-οδηγεί σ'αυτήν. Αντ'αυτού συνδέεται άμεσα με την ευτυχία που πηγάζει από την αφθονία υλικών, κυρίως, αγαθών.



