Σύνδεση

Σύνδεση

ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Ελληνικό στρατιωτικό σώμα παρελαύνει κάτω από την Αψίδα του θριάμβου στο Παρίσι στις 14 Ιουλίου 1919, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Το ζήτημα της εισόδου μίας χώρας σε έναν πόλεμο, πόσο μάλλον σε έναν Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι ιδιαίτερα ακανθώδες. Κρίσεις και εκτιμήσεις των επικεφαλής κρίνουν τη σκοπιμότητα ή μη της συμμετοχής σε έναν πόλεμο, στον οποίο κάθε χώρα εκ των πραγμάτων σταθμίζει τα υπέρ και τα κατά, αποσκοπώντας στην πολλαπλή ικανοποίηση των στόχων που έχουν τεθεί. Πολιτική και στρατιωτική ηγεσία μέσα από ένα πολύπλοκο σύστημα επικοινωνιών προσπαθούν να σχηματίσουν μία εικόνα της υφιστάμενης κατάστασης, ούτως ώστε να επιλεγεί η παράταξη που έχει τις περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει τον πόλεμο. Το σύστημα των συμμαχιών δεν είναι κάτι τυχαίο. Λαμβάνονται σοβαρά υπόψη παράγοντες όπως: οι στρατιωτικές δυνάμεις κάθε χώρας τόσο σε έμψυχο όσο και σε άψυχο υλικό, οι γεωγραφικές ιδιαιτερότητες των εμπολέμων καθώς και οι παραδοσιακές συμμαχικές σχέσεις που έχουν αναπτυχθεί κατά το παρελθόν. Οι στρατηγικές επιλογές της Ελλάδα στον Α' και Β' Παγκόσμιο Πόλεμο την κατέταξαν στο πλευρό των νικητριών δυνάμεων, δίχως ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι δεν κατέβαλε βαρύ φόρο αίματος και στις δύο περιπτώσεις.

Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος

Τα δεδομένα πριν την έκρηξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου: Η Ελλάδα στα τέλη του 1913 είχε εξέλθει νικήτρια από τους Βαλκανικούς Πολέμους, έχοντας ενισχύσει παράλληλα το γόητρό της στον εξωτερικό τομέα. Το κόστος του Α' και Β' Βαλκανικού Πολέμου ήταν σημαντικό, εντούτοις η εθνική οικονομία της χώρας δεν κλονίστηκε, όπως συνέβαινε κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα με τις αντίστοιχες στρατιωτικές κινητοποιήσεις. Η Ελλάδα είχε αποκομίσει σημαντικά οφέλη από τον πόλεμο, έχοντας επεκτείνει τα σύνορά της και έχοντας αυξηθεί πληθυσμιακά. Ένα χρόνο αργότερα, οι εξελίξεις στη διεθνή σκακιέρα είχαν δημιουργήσει νέα δεδομένα. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η δίνη του πολέμου είχε συμπαρασύρει όλα τα μεγάλα κράτη και τις ισχυρές Αυτοκρατορίες της Ευρώπης. Δύο πόλοι συγκροτήθηκαν: από τη μία πλευρά οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες που εμφανίζονταν ως υπέρμαχοι της θεσμοθετημένης εξουσίας και από την άλλη οι Συμμαχικές Δυνάμεις της Εγκάρδιας Συνεννόησης, γνωστές ως Entente, που υποστήριζαν την ελευθερία και τον φιλελευθερισμό, παρά την ύπαρξη της Ρωσίας που έθετε όρια σε αυτή την κομψή διμερή διάκριση. Τα βαλκανικά έθνη δεν είχαν προλάβει να συνέλθουν από τον πόλεμο που διεξήχθη επί μία διετία, ενώ ένας νέος βρισκόταν ante portas. Συμπαγείς εθνοτικές ομάδες ζούσαν ακόμη εντός και εκτός των νεοχαραχθέντων συνόρων, γεγονός που καθιστούσε ιδιαίτερα επισφαλή την είσοδο κάποιας χώρας στο μέτωπο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς κάτι τέτοιο θα πυροδοτούσε νέες εξελίξεις στο βαλκανικό χώρο. Όπως είναι φυσικό και στην περίπτωση της Ελλάδας, το διακύβευμα ήταν σημαντικό. Η χώρα δεν είχε προλάβει να ενσωματώσει οργανικά τις νεοαποκτηθείσες περιοχές. Ένας νέος πόλεμος ίσως έθετε τις περιοχές αυτές σε κίνδυνο και περιόριζε τα οφέλη των Βαλκανικών Πολέμων. Η συνετότερη στάση θα ήταν η αποχή της χώρας από την πόλεμο και η τήρηση της ουδετερότητας. Ωστόσο, η ύπαρξη εκτός των ελληνικών συνόρων πληθυσμιακών τμημάτων με έντονο ελληνικό στοιχείο σε συνδυασμό με τη δυναμική της Ελλάδας και την άνοδο της χώρας στο διπλωματικό πεδίο, οδηγούσε πολλούς πολιτικούς αλλά και στρατιωτικούς με προεξάρχοντα τον Ελευθέριο Βενιζέλο στην πεποίθηση ότι στη χώρα παρουσιαζόταν μία ιστορική ευκαιρία να επιδοθεί σε έναν νέο αγώνα για την ενσωμάτωση των αλύτρωτων περιοχών που δεν είχαν καταφέρει ακόμη να ενσωματωθούν στον εθνικό κορμό.

Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος 1914 - 1918

Η εξέλιξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου: Οι δύο μεγάλες Συμμαχίες, ύστερα από την αποτελμάτωση των επιχειρήσεων στο δυτικό μέτωπο ξεκίνησαν την αναζήτηση νέων συμμάχων σε περιφερειακό επίπεδο, ούτως ώστε να δώσουν μία νέα τροπή στον αγώνα τους προωθώντας εκ νέου τις εξελίξεις. Όσον αφορά τα βαλκανικά κράτη, ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος είχε ξεκινήσει με αφορμή την κήρυξη του πολέμου από μέρους της Αυστροουγγαρίας προς την Σερβία, γεγονός που τάραζε την ειρήνη στην ευρύτερη περιοχή. Το δίκτυο των συμμαχιών στη βαλκανική χερσόνησο και το ζήτημα της συμμετοχής κάθε χώρας στον πόλεμο εξαρτιόταν από τις επιλογές των γειτονικών κρατών, το συνυπολογισμό των γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων και των παραδοσιακών συμμαχιών. Το πλέγμα των Συμμαχιών. Κάθε συμμαχικός σχηματισμός ξεκίνησε να προσεγγίζει τα βαλκανικά κράτη υποσχόμενος σημαντικές εδαφικές παραχωρήσεις και επαναχάραξη των συνόρων. Τόσο οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες όσο και οι Σύμμαχοι της Entente είχαν κατανοήσει σε μεγάλο βαθμό ότι τέτοιου είδους προτάσεις ήταν ικανές να πείσουν τις ηγεσίες των χωρών να εισέλθουν στον πόλεμο. Πρώτα πείστηκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς ο Εμβέρ Πασάς αποδέχθηκε τις δεσμεύσεις των Κεντρικών Δυνάμεων για την παροχή οικονομικών ανταλλαγμάτων. Η Ιταλία παρότι συνδεόταν με τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες είχε επιλέξει αρχικά να τηρήσει μία ουδέτερη στάση, την οποία στη συνέχεια εγκατέλειψε για να συμμετάσχει στον πόλεμο στο πλευρό της Entente, με αντάλλαγμα την υπόσχεση εδαφικών παραχωρήσεων στις περιοχές του Τρεντίνο και της Ίστρια. Στο βαλκανικό χώρο ουδέτερες απέμεναν η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία. Κάθε χώρα ήταν σημαντική για την εκάστοτε Συμμαχία. Η Βουλγαρία, εντούτοις, παρουσίαζε περισσότερα στρατηγικά οφέλη. Οι Κεντρικές Δυνάμεις προσπάθησαν να την προσεταιριστούν καθώς ενδεχόμενη είσοδος της Βουλγαρίας στον πόλεμο θα ενίσχυε το μέτωπο με τη σύμπραξη και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ώστε να πλαγιοκοπηθούν οι σερβικές δυνάμεις και να αναγκαστούν να παραδοθούν. Στον αντίποδα, αν η Βουλγαρία συμμετείχε στο πλευρό των Συμμάχων της Entente, τα μετόπισθεν του σερβικού κράτους θα καλύπτονταν, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα είχε αποκλειστεί από την Αυστροουγγαρία και η Κωνσταντινούπολη θα μπορούσε να πληγεί και να αποκλειστεί από τη θάλασσα. Κάθε δύναμη στον πόλεμο ήταν απαραίτητη, γι' αυτό προτάσεις κατατέθηκαν και στην Ελλάδα, ωστόσο οι πληροφοριοδότες των δυνάμεων έκλιναν προς τη συμμετοχή της Βουλγαρίας την οποία θεωρούσαν πιο ισχυρή στην περιοχή. Η Entente επιθυμώντας τη συμμετοχή της Βουλγαρίας στο πλευρό της, πρότεινε την παραχώρηση της Ανατολικής Μακεδονίας, που κατείχε ως τότε η Ελλάδα, βάσει του Β' Βαλκανικού Πολέμου. Ως αντιστάθμισμα στην Ελλάδα δόθηκαν υποσχέσεις για εδαφικές παραχωρήσεις αρχικά στη Βόρειο Ήπειρο, στη συνέχεια η παραχώρηση της Κύπρου και τέλος αόριστες υποσχέσεις στον τομέα της Μικράς Ασίας. Η είσοδος της Ελλάδας στον πόλεμο θα λειτουργούσε ως ανάχωμα κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και θα ενίσχυε υποστηρικτικά τους Σέρβους στον αγώνα τους κατά της Αυστροουγγαρίας.

Η αξία της Ελλάδας για τους Συμμάχους: Αυτό που γνώριζαν πολύ καλά οι Σύμμαχοι της Entente και δη η Αγγλία, ήταν ότι η Ελλάδα μία κατεξοχήν ναυτική χώρα διαθέτοντας ένα μεγάλο νησιωτικό σύμπλεγμα και ένα ευρύτατο μήκος ακτογραμμών θα ήταν δύσκολο να ανταπεξέλθει σε έναν ναυτικό αποκλεισμό. Το γεγονός αυτό επέτεινε και η ύπαρξη των μεγάλων αστικών κέντρων κοντά στη θάλασσα, καθώς το εμπόριο αποτελούσε μία από τις κύριες πηγές εσόδων της χώρας. Το βεληνεκές των ναυτικών πυρών μπορούσε να πλήξει τις παραθαλάσσιες πόλεις και οι Σύμμαχοι είχαν την ευχέρεια να επιχειρήσουν αποβατικές ενέργειες σε οποιαδήποτε περιοχή. Έτσι, η Entente θεωρούσε πως η Ελλάδα θα ήταν πιο εύκολο να συμμαχήσει με το μέρος της. Από την άλλη πλευρά, οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες αξιολογούσαν κι αυτές την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, καθώς θα προσέφερε σημαντικά στον αγώνα τους. Η είσοδος της Ελλάδας θα είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός κοινού μετώπου με την Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά της Σερβίας, κάτι που θα εξανάγκαζε τη Βουλγαρία να εισέλθει κι αυτή στον πόλεμο με το μέρος των Κεντρικών Δυνάμεων. Επιπλέον, τα νησιά αλλά και η ναυτική ισχύς της Ελλάδας θα στερούσαν από την Entente τα ορμητήρια για τη διεξαγωγή επιθετικών ενεργειών κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και του νοτιοανατολικού μετώπου γενικά. Η κατάσταση πήρε νέα τροπή, όταν η Βουλγαρία αποφάσισε να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Οι Κεντρικές Δυνάμεις ενίσχυσαν το νοτιοανατολικό τους μέτωπο, ενώ η Entente στράφηκε προς την Ελλάδα, η είσοδος της οποίας στον πόλεμο αναδεικνυόταν σε μείζονα προτεραιότητα.

Επίσκεψη του Κωνσταντίνου Α΄ της Ελλάδας στον Κάιζερ. Ο Κωνσταντίνος Α΄ της Ελλάδας είναι με γερμανική στρατιωτική στολή και πίσω απ' τον Κάιζερ. Συνοδεύεται από Ελλήνα αξιωματικό (δεύτερος απ' αριστερά)

Οι υποστηρικτές των Κεντρικών Δυνάμεων στην Ελλάδα: Στην Ελλάδα, οι Κεντρικές Δυνάμεις και οι Σύμμαχοι της Entente διέθεταν τους υποστηρικτές τους. Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος Α' συνδεόταν με συγγενικές σχέσεις με τον Κάιζερ της Γερμανίας, του οποίου την αδελφή είχε νυμφευτεί. Επίσης, πολλά ανώτατα στελέχη του Γενικού Επιτελείου, μεταξύ των οποίων αρκετοί στρατιωτικοί όπως ο Ιωάννης Μεταξάς, είχαν μετεκπαιδευτεί στη Γερμανία και πίστευαν στην ισχύ των όπλων της. Έτσι, τόσο το Γενικό Επιτελείο όσο και ο Βασιλιάς πίστευαν ότι οι Κεντρικές Δυνάμεις θα αναδεικνύονταν νικήτριες στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η συμμετοχή όμως της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Βουλγαρίας στο σχηματισμό τους, δεν επέτρεπε στην Ελλάδα να εισέλθει στον πόλεμο, από τη στιγμή που δε θα είχε κάποιο άμεσο εδαφικό όφελος εις βάρος των συμμάχων της. Επιπλέον, η ουδετερότητα της χώρας έκριναν πως θα απέβαινε σωτήρια για τη διατήρηση των εδαφών που είχε κερδίσει με τόσο κόπο στους Βαλκανικούς Πολέμους. Ανεξαρτήτως αποτελέσματος, η συμμετοχή των υπολοίπων χωρών σε έναν πόλεμο ευνοούσε μακροπρόθεσμα την Ελλάδα που θα είχε παραμείνει ουδέτερη και θα είχε έτσι το χρόνο να προχωρήσει στην εσωτερική της ανάπτυξη και τη βελτίωση των υποδομών της, την ώρα που οι αντίπαλοί της κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους θα πλήττονταν από τη συμμετοχή τους σε έναν πόλεμο, που την περίοδο εκείνη κανείς δεν μπορούσε να εκτιμήσει πότε θα τερματιζόταν. Επιπροσθέτως, ο Βασιλιάς και το Γενικό Επιτελείο στήριζαν την άποψή τους και σε άλλα επιχειρήματα. Κατέκριναν τις αόριστες δεσμεύσεις της Entente για την παροχή στρατευμάτων, ενώ η επιθυμία των Συμμάχων της να παραδοθεί η Ανατολική Μακεδονία στους Βούλγαρους είχε δημιουργήσει αρνητικά συναισθήματα. Λαμβάνοντας υπόψη όμως, τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες της χώρας και το γεγονός πως ήταν έκθετη στα πυρά του βρετανικού ναυτικού υποστήριξαν την τήρηση αυστηρής ουδέτερης στάσης που δε θα έδινε το δικαίωμα στην Entente να προχωρήσει σε καμία ενέργεια κατά της Ελλάδας. Τέλος, οι νίκες των Γερμανών στο μέτωπο της Γαλλίας και της Ρωσίας ενίσχυαν την άποψή τους ότι οι Κεντρικές Δυνάμεις θα επικρατούσαν στον πόλεμο.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης επιθεωρούν ελληνικές στρατιωτικές μονάδες το καλοκαίρι του 1918, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Οι υποστηρικτές της Entente στην Ελλάδα: Αντίθετα από το Βασιλιά και το Γενικό Επιτελείο, ο Πρωθυπουργός της χώρας Ελευθέριος Βενιζέλος, παρά τα πρώτα αρνητικά αποτελέσματα στο πεδίο των μαχών για την Entente πίστευε στην τελική συμμαχική νίκη. Η άποψή του αυτή δε στηριζόταν σε κάποια αόριστα επιχειρήματα, αλλά στην εκτίμηση της κατάστασης, σύμφωνα με την οποία η ναυτική ισχύς των Συμμάχων ήταν ικανή να εξασφαλίσει τις απαραίτητες για τον πόλεμο πρώτες ύλες, καθώς και να εγγυηθεί τη μεταφορά των στρατευμάτων στα μέτωπα του πολέμου. Θεωρώντας, όπως και ο Βασιλιάς μαζί με το Γενικό Επιτελείο, ότι η χώρα ήταν έκθετη στο ναυτικό αποκλεισμό και βομβαρδισμό, υποστήριξε τη συμμετοχή στον πόλεμο στο πλευρό μίας ναυτικής δύναμης όπως η Αγγλία. Όντας ναυτική δύναμη και η Ελλάδα το συμφέρον της βρισκόταν στο πλευρό μίας χώρας με αναγνωρισμένη ναυτική ισχύ. Ακόμη, η συμμετοχή της Βουλγαρίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων έδινε μία πρώτης τάξεως ευκαιρία στην Ελλάδα να ολοκληρώσει το όραμα της Μεγάλης Ιδέας και να εντάξει στον εθνικό κορμό τους αλύτρωτους ελληνικούς πληθυσμούς. Οι εχθροπραξίες στις οποίες είχε ξεκινήσει να προβαίνει και πριν ακόμη από την είσοδό της στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά των χριστιανικών πληθυσμών είχε θορυβήσει την ελληνική κοινωνία. Έτσι, η μόνη ελπίδα για να προστατευθούν οι πληθυσμοί αυτοί ήταν η ένταξη των περιοχών διαμονής τους στο ελληνικό κράτος. Όταν λοιπόν, παρασχέθηκαν οι υποσχέσεις των Συμμάχων για εδαφικά οφέλη στην περιοχή της Ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας ο Βενιζέλος είδε μίας πρώτης τάξεως ευκαιρία για την υλοποίηση του εθνικού οράματος. Τέλος, η μακροπρόθεσμη πολιτική του Βενιζέλου αποσκοπούσε όχι μόνο στην προσάρτηση των εδαφών της Μικράς Ασίας, όπου κατοικούσαν ελληνικοί πληθυσμοί, αλλά και την ενοποίηση του χώρου στον οποίο απλώνονταν οι οικονομικές και εμπορικές δραστηριότητες των Ελλήνων, με τη δημιουργία ενός σημαντικού χρηματοοικονομικού κεφαλαίου στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Κοινός παρονομαστής της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας ήταν η τήρηση της ουδέτερης στάσης. Εκεί όμως που διέφεραν ήταν ότι ο Βενιζέλος ήταν πρόθυμος να εγκαταλείψει την ουδέτερη στάση και να συγκατατεθεί στην είσοδο της χώρας στον πόλεμο, όταν εξασφαλίζονταν οι απαραίτητες εγγυήσεις από τους Συμμάχους, την ίδια ώρα που ο Βασιλιάς και το Γενικό Επιτελείο υποστήριζαν σθεναρά την άποψή τους για αυστηρή τήρηση της ουδετερότητας ως το τέλος του πολέμου.

Τελικά, η Ελλάδα έλαβε μέρος στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο κάτω από δύσκολες και περίπλοκες συνθήκες. Η διάσταση απόψεων μεταξύ Βασιλιά και Βενιζέλου οδήγησε στον Εθνικό Διχασμό και την ουσιαστική διάσπαση της χώρας σε δύο κράτη με την ύπαρξη της κυβέρνησης των Αθηνών και τη δημιουργία της κυβέρνησης της Εθνικής Άμυνας. Η χώρα ενοποιήθηκε έπειτα από την επέμβαση των Συμμάχων της Entente, το ναυτικό αποκλεισμό που επιβλήθηκε για το λόγο αυτό και την εκθρόνιση του Βασιλιά Κωνσταντίνου. Η χώρα ενοποιήθηκε το 1917 υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο και με την οικονομική αρωγή των Συμμάχων χρηματοδότησε την είσοδό της στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Εν κατακλείδι, σε τέτοιου είδους διαμάχες θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πολλά για τους δύο πρωταγωνιστές και τις στρατηγικές επιλογές τους. Αν λάβουμε υπόψη τα κριτήρια που θεωρούσαν την απόσπαση εδαφικών περιοχών στην περιοχή της Μικράς Ασίας ως παραλογισμό, τότε η ουδέτερη στάση ήταν η ενδεικτικότερη επιλογή και ο Βασιλιάς με το Γενικό Επιτελείο είχαν δίκιο. Θέτοντας όμως, ως κριτήριο την υλοποίηση του οράματος της Μεγάλης Ιδέας, την προστασία των ελληνικών πληθυσμών των αλύτρωτων περιοχών και την ενσωμάτωσή τους στο εθνικό κράτος, τότε ο Βενιζέλος είχε δίκιο να πιστεύει ότι η Ελλάδα έπρεπε να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Entente.

Βιβλιογραφία

• Berstein S. – Milza P., Ιστορία της Ευρώπης, Τόμος 3, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1997.
• Howard Michael, Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, Θύραθεν, Αθήνα 2004.
• Δομή, Ιστορία των Ελλήνων, 2η έκδοση, τ. 15, Νεώτερος Ελληνισμός 1910 - 1940, εκδ. Δομή, Αθήνα 2006.
• Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770 - 2000, τ. 6, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003.
• Λεονταρίτης Γεώργιος, Η διεθνής θέση της Ελλάδας στις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΕ', Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977.
• Μαυρογορδάτος Γεώργιος, Μελέτες και κείμενα για την περίοδο 1909 – 1940, Αθήνα – Κομοτηνή, Σάκκουλας, 1982.
• Ψαλλίδας Γρηγόριος, Εθνικός Διχασμός και Μικρασιατική Εκστρατεία: μια ελληνική κρίση σ' ένα διεθνές περιβάλλον ανταγωνισμού, Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

 


Τα Cookies μας επιτρέπουν να σας προσφέρουμε μια καλύτερη και ασφαλέστερη εμπειρία κατά τη χρήση του δικτυακού μας τόπου. Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Historical Quest αποδέχεστε τη χρήση Cookies. Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε διαβάστε τους Όρους Χρήσης & Απορρήτου.