της Αθανασίας Γεωργοπούλου
Μαύρη σκηνή και ηθοποιοί με μαύρες φουστανέλες, μαύροι ευμετάβλητοι βράχοι και μαύρα δέντρα. Ο Τάσος αγναντεύει μα η Γκόλφω δεν εφάνηκε ακόμη. Κι όταν εφάνηκε κι ο Τάσος την κοίταξε, πουλάκια άρχισαν να κελαηδούν. Αυτή τον αγαπούσε πολύ και αυτός την αγαπούσε πολύ. Πεθαίνουν και οι δύο στο τέλος. Πολύ ωραίο έργο, όπως θα πει και ο Γιώργος Μπινιάρης στην έναρξη του έργου.
Το βουκολικό δράμα του Σπυρίδωνος Περεσιάδη, γραμμένο –στην πραγματικότητα υπαγορευμένο, λόγω της σχεδόν ολικής τύφλωσης του δημιουργού την εποχή εκείνη- στη δύση του 19ου αιώνα, στα 1893, περιγράφει την περιπέτεια της αγάπης δύο φτωχών νέων της ελληνικής υπαίθρου, της Γκόλφως και του Τάσου. Το έργο γνώρισε τεράστια αναγνώριση στην εποχή του, ευρεία λαϊκή απήχηση, ταξίδεψε πολύ και εκτός συνόρων, όπου υπήρχαν Έλληνες, και πέρασε γρήγορα στα κλασικά δημιουργήματα της ελληνικής δραματουργίας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι τη «Γκόλφω» προσπαθεί να ανεβάσει και ο διάσημος «Θίασος» του Θεόδωρου Αγγελόπουλου.
Ο θίασος του Εθνικού Θεάτρου όμως, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Νίκου Καραθάνου, πέτυχε να ανανεώσει πολύ δημιουργικά το έργο. Τίποτε δεν είναι «παραδοσιακά παραδοσιακό» σ’ αυτή την παράσταση. Ούτε τα κοστούμια, εξαιρετικές μινιμάλ μαύρες φουστανέλες, ούτε τα σκηνικά, ευρηματικοί μεγάλοι και εύπλαστοι μαύροι βράχοι που δεσπόζουν στο σκηνικό, όλα από την Έλλη Παπαγεωργακοπούλου που έκανε άψογη δουλειά. Αλλά ούτε και η μουσική, η οποία αν και παραδοσιακή ακούγεται τόσο φρέσκια. Ο Άγγελος Τριανταφύλλου που είχε τη μουσική επιμέλεια της παράστασης, έδωσε άλλο χρώμα και ύφος στα παραδοσιακά τραγούδια που εκτέλεσαν οι ηθοποιοί ζωντανά, άλλο ένα εξαιρετικό εύρημα που έδινε χρώμα και ανάσες στην παράσταση. Ξεχώρισε το τραγούδι της Χριστίνας Μαξούρη.
Κεντρικό στοιχείο γύρω από το οποίο αναπτύχθηκε η παράσταση, ήταν η ύπαρξη τριών ζευγαριών πρωταγωνιστών διαφορετικής ηλικίας. Η Εύη Σαουλίδου με τον Χάρη Φραγκούλη υποδύθηκαν τους νέους και ερωτευμένους Γκόλφω και Τάσο, με τη Σαουλίδου να κερδίζει στα σημεία. Η Λυδία Φωτοπούλου με το σκηνοθέτη της παράστασης, Νίκο Καραθάνο, υποδύθηκαν το πρωταγωνιστικό ζευγάρι που συγκρούεται μετά την εγκατάλειψη της Γκόλφως από τον Τάσο, ενώ η Αλίκη Αλεξανδράκη με το Γιάννη Βογιατζή, έδωσαν το τέλος και την αιώνια προοπτική του δραματικού ζευγαριού. Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο στις εναλλαγές αυτές υπήρξε η μη ταυτόχρονη και παράλληλη σύνδεση μεταξύ τους, που δημιουργούσε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης του ψυχισμού των ηρώων.
Δίπλα στα πρωταγωνιστικά δίδυμα, στάθηκαν επάξια ο Άγγελος Τριανταφύλλου (Κίτσος), ο Μιχάλης Σαράντης (Γιάννος), η Χριστίνα Μαξούρη (Αστέρω), ο Γιώργος Μπινιάρης (Θανάσουλας), ο Γιάννης Κότσιφας (Δήμος) και η Μαρία Διακοπαναγιώτου ως Σταυρούλα. Η τελευταία μάλιστα, ενσαρκώνοντας το απόλυτο κακό του έργου, «σήκωσε» το πιο σουρεαλιστικό στοιχείο της παράστασης, αφού ο σκηνοθέτης τη φαντάστηκε ντυμένη αρκούδα. Τέλος, ο Άγγελος Παπαδημητρίου στο ρόλο του μεγαλοτσιφλικά Ζήση, αλλά και του Άγγλου λόρδου, έδωσε τα κωμικά στοιχεία στην παράσταση με γλαφυρότητα.
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στη σκηνή του θρήνου της Γκόλφως, αναμφισβήτητα η κορυφαία στιγμή της παράστασης. Η φωνή της Λυδίας Φωτοπούλου σπασμένη από τον πόνο και τον οδυρμό. Δεξιά και αριστερά της η «μικρή» και η «μεγάλη» Γκόλφω, από τα μάτια των τριών να τρέχουν δάκρυα-ρυάκια προερχόμενα από ένα μαντήλι που στύβουν μπροστά από τα μάτια τους. Στιγμή αισθητικής και συναισθηματικής ανύψωσης. Πίσω τους όλος ο θίασος να συμμετέχει στο μοιρολόι. Κανείς δε μπορεί να μη συμμεριστεί το δράμα της Γκόλφως κι εκείνη σπαράζει τις καρδιές όλων θρηνώντας για τη χαμένη της αγάπη και για όλες τις χαμένες αγάπες του κόσμου, υποβοηθούμενη και από τους στίχους «της αγάπης» της Λένας Κιτσοπούλου.

Αργότερα, στο γλέντι του γάμου της Σταυρούλας με τον Τάσο, ο χορός του θιάσου, λέει επίσης περισσότερα από τα λόγια του. Υπό τους ήχους τσάμικου, οι «καλεσμένοι» επιδίδονται σε σπασμωδικές, ασυντόνιστες και ασυγχρόνιστες κινήσεις. Κάτι δεν πάει καλά σ’ αυτό το γλέντι. Κάτι θα έπρεπε να είναι αλλιώς. Ή και όλα.
Η απουσία μικροφώνων και η επιλεκτική μόνο χρησιμοποίησή τους προσμετράται στα θετικά της παράστασης, αν και ήταν εμφανώς επίπονο για τους ηθοποιούς από ένα σημείο και έπειτα σε συνδυασμό με το συνεχές σκαρφάλωμα και την προσπάθειά τους να σταθούν πάνω στους μαύρους βράχους του σκηνικού. Για το κείμενο το ίδιο θα μπορούσαν να ειπωθούν πολλά, για την αυθεντική λαϊκότητα που αναβλύζει, για τη μουσικότητα του λόγου, για τους αρχετυπικούς χαρακτήρες που αναπτύσσει. Η επεξεργασία του από τη Γιούλα Μπούνταλη ανέδειξε και σεβάστηκε όλα τα παραπάνω.
Τελικά, η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Νίκος Καραθάνος, σαν να κράτησε όλα τα θετικά και να προσγείωσε το κείμενο στον 21o αιώνα, με μια πολύ πολύ επιτυχημένη και ομαλή προσγείωση.
Υ.Γ. Η παράσταση ανεβαίνει μέχρι τις 28/4 στη σκηνή Κοτοπούλη-Rex και κάθε Πέμπτη έχει γενική είσοδο 13€. Σπεύσατε!