Στις 8 Σεπτεμβρίου 1822 διεξάγεται η ναυμαχία των Σπετσών μεταξύ του ελληνικού και του οθωμανικού στόλου στα πλαίσια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.
Ο οθωμανικός στόλος είχε αποπλεύσει από το λιμάνι της Μονεμβασιάς με προμήθειες και πολεμοφόδια για να ενισχύσει τους Τούρκους που είχαν υποχωρήσει εντός του Παλαμηδιού στο Ναύπλιο και πολιορκούνταν δια ξηράς από το Δημήτριο Υψηλάντη και δια θαλάσσης από τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα.
Όταν ο οθωμανικός στόλος έφθασε στα ανοικτά της Σπετσοπούλας συνάντησε τον αντίστοιχο ελληνικό που αποτελούνταν από τις ναυτικές δυνάμεις των τριών νησιών (Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών), ναύαρχος του οποίου ήταν ο Ανδρέας Μιαούλης.
Αρχικά o Μιαούλης έδωσε την εντολή ο ελληνικός στόλος να υποχωρήσει προς το εσωτερικό του Αργολικού Κόλπου ούτως ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει ευκολότερα τα μεγάλα και αργά οθωμανικά πλοία σε στενότερο χώρο.
Έτσι θα αποκτούσαν πλεονέκτημα τα μικρότερα και πιο ευκίνητα ελληνικά. Εντούτοις, οι Σπετσιώτες πλοίαρχοι και ο Υδραίος Αντώνης Κριεζής αγνόησαν την εντολή του Μιαούλη φοβούμενοι ενδεχόμενη επίθεση του οθωμανικού στόλου στις Σπέτσες που με αυτόν τον τρόπο έμεναν ανυπεράσπιστες.
Η επίθεση ήταν σφοδρή. Η ομοβροντία των πυρών και οι καπνοί των πλοίων θόλωσαν την ατμόσφαιρα. Την κατάσταση αυτή εκμεταλλεύτηκε ο Σπετσιώτης Κοσμάς Μπαρμπάτσης και κατευθύνθηκε με το πυρπολικό του εναντίον της τουρκικής ναυαρχίδας στην οποία κατάφερε να βάλει φωτιά.
Η βύθιση της τουρκικής ναυαρχίδας φόβισε τους Οθωμανούς πλοιάρχους οι οποίοι και διέταξαν υποχώρηση.
Η θετική έκβαση της ναυμαχίας των Σπετσών τόνωσε το ηθικό και την αυτοπεποίθηση των Ελλήνων ενώ παράλληλα επιβεβαίωσε τη ναυτική ισχύ των Ελλήνων έναντι των Οθωμανών.
Τέλος, χάρις το αποτέλεσμα της ναυμαχίας το κάστρο του Παλαμηδιού παραδόθηκε δυόμιση μήνες αργότερα.
(Πηγές: Εγκυκλοπαίδεια Δομή, Wikipedia)



