Στις 23 Οκτωβρίου 1942 πραγματοποιείται η δεύτερη μάχη του Ελ Αλαμέιν με την εκδήλωση της αντεπίθεσης των Συμμάχων κατά των δυνάμεων του Άξονα.
Το Μάιο του 1942 έχοντας ως ορμητήριο τη Λιβύη, ο Γερμανός Στρατάρχης Έρβιν Ρόμελ εξαπέλυσε την επίθεση του γερμανικού Afrika Korps εναντίον των Συμμάχων.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης μάχης του Ελ Αλαμέιν οι Σύμμαχοι κατόρθωσαν να υπερασπιστούν με επιτυχία την αμυντική τους γραμμή και να απωθήσουν τις δυνάμεις του Άξονα.
Τον Αύγουστο, διοικητής της 8ης βρετανικής στρατιάς ανέλαβε ο Στρατηγός Μπέρναρντ Μοντγκόμερι. Στις 23 Οκτωβρίου με διαταγή του Μοντγκόμερι εκδηλώνεται η αντεπίθεση των Συμμαχικών Δυνάμεων.
Οι Συμμαχικές Δυνάμεις διέθεταν 230.000 άνδρες, 1.440 άρματα μάχης, 2.311 πυροβόλα και 1.500 αεροπλάνα. Στον αντίποδα οι Δυνάμεις του Άξονα διέθεταν 80.000 άνδρες, 540 άρματα μάχης, 1.219 πυροβόλα και 750 αεροπλάνα.
Η επιτυχής έκβαση της μάχης καθόρισε εν πολλοίς την επικράτηση των Συμμάχων στη Βόρειο Αφρική. Οι Δυνάμεις του Άξονα υπέστησαν συντριπτική ήττα χάνοντας 55.000 άνδρες, 320 άρματα μάχης και περίπου 1.000 πυροβόλα. Επιπλέον, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και να αφήσουν θέσεις στρατιωτικής σημασίας όπως το Τομπρούκ.
Μετά τη μάχη ο Πρωθυπουργός της Βρετανίας Ουίνστον Τσόρτσιλ θα δηλώσει: «Αυτό δεν είναι το τέλος, ούτε καν η αρχή του τέλους, όμως είναι, ίσως, το τέλος της αρχής».
Στη μάχη του Ελ Αλαμέιν συμμετείχαν και ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις. Το ελληνικό σώμα αριθμούσε 5.325 άνδρες και 325 αξιωματικούς, με διοικητή το Συνταγματάρχη Παυσανία Κατσώτα.
Οι ελληνικές απώλειες ανήλθαν σε 6 αξιωματικούς και 83 οπλίτες νεκρούς ενώ 26 αξιωματικοί και 202 οπλίτες τραυματίστηκαν. Στο μέτωπο της μάχης οι Έλληνες επέδειξαν έντονη μαχητικότητα και διακρίθηκαν ιδιαίτερα.
(Πηγές: Εγκυκλοπαίδεια Δομή, Wikipedia)



