Σύνδεση

Σύνδεση

Σκηνές από την Ιρλανδική Επανάσταση του 1798

Από την Ένωση στην Καθολική Χειραφέτηση (1800-1829)

α) Η Ένωση Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας (1800-1801)

Το 1800, επιβλήθηκε ειρήνη στην Ιρλανδία από μία βρετανική κυβέρνηση που επιθυμούσε πρώτα από όλα να εξασφαλίσει τα δυτικά της σύνορα σε καιρό πολέμου. Αυτήν την ειρήνη ακολούθησε ένας Νόμος της Ένωσης (Union Act) μεταξύ Μεγάλη Βρετανίας και Ιρλανδίας, που εξασφαλίστηκε από τον Pitt τον νεότερο ύστερα από δύο χρόνια έντονης πολιτικής πίεσης που ασκήθηκε στο Ιρλανδικό Κοινοβούλιο. Οι περισσότεροι Ρωμαιοκαθολικοί υποστήριζαν την ιδέα της Ένωσης, ή ήταν έστω ουδέτεροι, γιατί, στο κάτω-κάτω, η βρετανική κυβέρνηση είχε, σταδιακά αλλά σταθερά, προωθήσει τις διεκδικήσεις τους. Υπήρχε, όμως, σημαντική αντίθεση στην Ένωση από την πλευρά των Προτεσταντών. Ένα Ιρλανδικό Κοινοβούλιο που κυριαρχούνταν από Προτεστάντες ήταν, μέχρι ενός σημείου, κύριο της μοίρας του, και υπήρχε επίσης γνήσιο Προτεσταντικό πατριωτικό αίσθημα για το "Σύνταγμα του 1782". Όσοι ήταν όμως κατά της Ένωσης βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη μεγάλη πλειοψηφία του Pitt στη Βρετανική Βουλή, και με τη γνώση ότι μία μόνιμη αντίθεση θα σήμαινε το τέλος μίας πιθανής μελλοντικής πολιτικής καριέρας. Η έχθρα των Προτεσταντών για την Ένωση δεν εξαφανίστηκε μέσα σε μία νύχτα, αλλά η πιο εντυπωσιακή πτυχή αυτής της εχθρότητας ήταν το γεγονός της άμεσης και πρόθυμης αποδοχής της Ένωσης από τους ίδιους, όχι μόνο ως πολιτικής πραγματικότητας, αλλά και ως τελικής και αμετάκλητης διευθέτησης των αγγλοϊρλανδικών ζητημάτων, και ως εγγύησης της πολιτικής τους επιβίωσης στην Ιρλανδία.

Tα βασικά χαρακτηριστικά της Ένωσης, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1801, ήταν ότι το Ιρλανδικό Κοινοβούλιο διαλυόταν, με την Ιρλανδία τώρα να στέλνει εκατό αντιπροσώπους στο Westminster, στη Βουλή των Κοινοτήτων, και είκοσι οκτώ ευπατρίδες και τέσσερις επισκόπους στη Βουλή των Λόρδων. Αυτοί οι αντιπρόσωποι, ευπατρίδες και επίσκοποι ενσωματώθηκαν πλήρως στο Αγγλικό Κοινοβούλιο, με τη μακρά του ιστορία και τις παλιές του παραδόσεις, και αυτό επρόκειτο να επηρεάσει βαθύτατα τον χαρακτήρα της πολιτικής ιστορίας της Ιρλανδίας. Οι Εκκλησίες της Αγγλίας και της Ιρλανδίας ενώθηκαν, και αυτό θεωρήθηκε ως ένα απαραίτητο βήμα στην πορεία προς την οικοδόμηση του νέου εκτεταμένου Ηνωμένου Βασιλείου. Το Προτεσταντικό σώμα, το οποίο δεν ήταν μόνο μία θρησκευτική, αλλά και μία πολιτική και κοινωνική ομάδα, συγχωνεύτηκε και τυπικά στην Ένωση. Έτσι, το να επιτεθείς στο σώμα, υπό οποιαδήποτε από τις μορφές του, ήταν σαν να επιτίθεσαι στην ίδια τη βάση της Ένωσης, ή έτσι τουλάχιστον τόνιζαν οι Προτεστάντες. Αυτό έθεσε τους Ρωμαιοκαθολικούς σε μειονεκτική θέση. Δεν έπρεπε μόνο να πείσουν τη βρετανική κοινή γνώμη για το δίκαιο των απαιτήσεων τους για πλήρη πολιτικά δικαιώματα, αλλά έπρεπε επίσης να πείσουν τη βρετανική κοινή γνώμη ότι τα δικαιώματα των Καθολικών ήταν συμβατά με τη συνέχιση της ύπαρξης του Ηνωμένου Βασιλείου.

Το δίλημμα αυτό έγινε σύντομα φανερό. Οι Ρωμαιοκαθολικοί είχαν ελπίσει ότι η Ένωση θα συνοδευόταν από Καθολική χειραφέτηση (το δικαίωμα των Ρωμαιοκαθολικών να καθίσουν στο Κοινοβούλιο). Ο Pitt όμως, αν και ο ίδιος ήταν υπέρ της χειραφέτησης, δεν μπορούσε να επιμείνει ενάντια στην επιθυμία του βασιλιά Γεωργίου Γ΄, ο οποίος θεωρούσε ότι η χειραφέτηση ήταν ασύμβατη με τον Προτεσταντικό χαρακτήρα του Συντάγματος. Αυτό δε σήμαινε ότι το ζήτημα θα ξεχνιόταν διότι η δραστηριοποίηση των Καθολικών τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα είχε διαλύσει την παθητικότητα και την υποχωρητικότητα, οι οποίες ήταν ένα πολύ σημαντικό στοιχείο πάνω στο οποίο βασιζόταν η Προτεσταντική υπεροχή. Μέσα σε λίγα χρόνια το "Καθολικό ζήτημα", όπως ονομάστηκε, επανήλθε στην επιφάνεια, τώρα όμως τοποθετήθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής του Westminster.

β) Η εμφάνιση του Daniel O' Connell

Μεταξύ του 1808 και του 1828 το ζήτημα της χειραφέτησης απορρόφησε πολύ χρόνο και ενέργεια του Βρετανικού Κοινοβουλίου, ακριβώς επειδή η Αγγλία ήταν τόσο βαθιά Προτεσταντική χώρα, που για αυτό έβρισκε και εξαιρετικά δύσκολο το να δεχτεί Ρωμαιοκαθολικούς στο Κοινοβούλιο της, που για αιώνες θεωρούνταν ως ανυπάκουος, ακόμα και προδοτικός λαός. Ωστόσο, ο παρατεταμένος χαρακτήρας της αντιπαλότητας είχε σημαντικές επιπτώσεις στην Ιρλανδική και Βρετανική πολιτική. Στην Ιρλανδία, η συνεχής διάψευση των ελπίδων των Καθολικών απλώς προετοίμασαν το δρόμο για μία νέα, ακόμα πιο δυναμική, αντίδραση, με επικεφαλής τον Καθολικό γαιοκτήμονα και δικηγόρο Daniel O'Connell, ο οποίος απείλησε (και αυτό αποτελεί καινοτομία στην ιστορία των αγγλοϊρλανδικών σχέσεων) να μεταφέρει την αντιπαράθεση από το Westminster και να την κάνει το επίκεντρο των διεκδικήσεων της Καθολικής κοινής γνώμης. Αυτό, με τη σειρά του, επισκίασε τις επίμονες και ειλικρινείς προσπάθειες κάποιων φιλελεύθερων Προτεσταντών στη Βουλή των Κοινοτήτων να πείσουν το Βρετανικό Κοινοβούλιο να προχωρήσει στη χειραφέτηση. Η επιθετικότερη (ακόμα όμως συνταγματική) πολιτική του O'Connell φόβισε τους Ιρλανδούς Προτεστάντες, που έβλεπαν τον χειρότερο εφιάλτη τους να γίνεται πραγματικότητα: την αντικατάσταση της Προτεσταντικής κυριαρχίας από μία Ρωμαιοκαθολική.

Παρόλα αυτά οι Ιρλανδοί Καθολικοί και Προτεστάντες είχαν μία κοινή εμπειρία: δεν ήταν πλέον κύριοι της πολιτικής τους ζωής. Μπορούσαν να πιέζουν, να αντιτίθενται, να διαφωνούν, ακόμα και να ψηφίζουν (σε περιορισμένους αριθμούς). Ήταν όμως όλοι τους υποχρεωμένοι να μεταφέρουν τις διαμαρτυρίες τους στο Westminster, και να πείσουν την πολιτική πλειοψηφία, τη βρετανική πολιτική πλειοψηφία, να αποδεχτεί τα αιτήματα τους. Είχαν, τελικά, μικρή δύναμη, αν και κατά καιρούς ένα σημαντικό βαθμό πολιτικής επιρροής, που εξαρτιόταν από τη σύνθεση της Βουλής των Κοινοτήτων. Αυτό εύκολα παρήγε ένα αίσθημα απογοήτευσης και ανησυχίας ανάμεσα σε όλες τις Ιρλανδικές πολιτικές ομάδες, που περιοδικά οδηγούσε ακόμα και σε προδοσία. Όλοι είχαν νικήσει, όμως όλοι αισθάνονταν ηττημένοι.

Οι φιλελεύθεροι Προτεστάντες, που ήταν υπέρ της χειραφέτησης, πίστευαν ότι ο Ιρλανδός Καθολικός, μόλις γινόταν αποδεκτός στο Κοινοβούλιο, θα βρισκόταν περικυκλωμένος από Βρετανούς και Προτεστάντες αντιπροσώπους και από ένα βρετανικό και Προτεσταντικό περιβάλλον που θα του έδινε τα μέσα να αποκαταστήσει την ισορροπία, θα εξουδετέρωνε πάντως οποιαδήποτε δύναμη είχε να κάνει ζημιά. Αυτή η διπλή, διχαστική πολιτική εκφράστηκε με το 'veto', το οποίο είχε καθιερωθεί ήδη από το 1782. Το veto ήταν μία ασφαλιστική δικλείδα για την Βρετανική και Προτεσταντική παράδοση, υπό την έννοια ότι έδινε στη βρετανική κυβέρνηση το δικαίωμα να εγκρίνει όλους τους επισκοπικούς διορισμούς και με αυτόν τον τρόπο να εξασφαλίζει μία ιεραρχία πιστή στο Θρόνο και στο Κράτος. Οι Ρωμαιοκαθολικοί μοιράστηκαν στα δύο σε αυτό το ζήτημα, και στα 1808-1810 συζήτησαν το ζήτημα του βέτο, μόνο για να σκοντάψουν στην αντίθεση των πιο ριζοσπαστών οπαδών της χειραφέτησης, τους οποίους οδηγούσε ο Daniel O'Connell, οι οποίοι υποστήριζαν ότι το να παραχωρηθεί ένα τέτοιο δικαίωμα σε μία βρετανική κυβέρνηση, θα τοποθετούσε μία σφήνα μεταξύ Εκκλησίας και λαού στην Ιρλανδία. Toν Μάιο του 1813 το Καθολικό Συμβούλιο (Catholic Board), που ιδρύθηκε το 1811 προκειμένου να πιέσει προς την κατεύθυνση της χειραφέτησης, εξέτασε το νομοσχέδιο που πρότεινε ο Henry Grattan, το οποίο περιελάμβανε το δικαίωμα του veto, αλλά και πάλι τα επιχειρήματα ήταν τα ίδια: η αποδοχή της πρότασης θα σήμαινε την παράδοση της Καθολικής ιεραρχίας στα χέρια του Βρετανικού κράτους, αλλά και θα στερούσε από τον O'Connell και τους οπαδούς του μία σημαντική πηγή της πολιτικής τους επιρροής. Για τον Ο'Connell η θρησκεία, η εθνικότητα και το λαϊκό αίσθημα ήταν ένα ή έπρεπε να είναι ένα, αν οι Καθολικοί ήθελαν ποτέ να κερδίσουν αυτά που ο ίδιος θεωρούσε ως αναφαίρετα δικαιώματα τους, τα οποία προέρχονταν από τη θέση τους ως πλειοψηφίας του Ιρλανδικού έθνους. Οι φιλελεύθεροι Προτεστάντες ήταν φυσικά ευπρόσδεκτοι να ενωθούν με το έθνος, αλλά δε θα έπρεπε να θεωρούν εαυτούς ως δημιουργούς και επικεφαλής του έθνους, όπως είχαν κάνει κατά τον προηγούμενο αιώνα. Στα μάτια του O'Connell, οι Προτεστάντες ήταν, ή θα ήταν μία μόνιμη, αν και αποδεκτή, μειοψηφία.

Το επίτευγμα του O'Connell ήταν ότι οικοδόμησε ένα κίνημα, την περίοδο της ανάπτυξης του ριζοσπαστισμού, που ξεκινάει ήδη πριν από το 1800. Το δημόσιο του κάλεσμα ενισχύθηκε από αρκετές διαφορετικές πλευρές. Ο πρώιμος 19ος αιώνας γνώρισε μία περίοδο οικονομικής φτώχειας στην Ιρλανδία, με ένα λιμό στα 1816-1817, και μία αναβίωση αγροτικών μυστικών οργανώσεων των οποίων οι δραστηριότητες δημιουργούσαν ένα σοβαρό πρόβλημα δημόσιας τάξης. Έπειτα ήταν το ενοχλητικό ζήτημα του φόρου της δεκάτης για τη συντήρηση της Εκκλησίας της Ιρλανδίας, τον οποίο ο Καθολικός πληθυσμός ήταν υποχρεωμένος δια νόμου να πληρώνει και για τον οποίο τα αισθήματα του ήταν τα χειρότερα. Ο Ο'Connell δεν είχε καμία διάθεση να ενθαρρύνει τις παράνομες πράξεις. Το αντίθετο, η συνολική ιδέα κοινωνικής ή πολιτικής αναταραχής τον τρόμαζε, και δεν είχε καμία διάθεση να μιλήσει για τα γεγονότα του 1798. Μπορούσε όμως να ενσωματώσει μία μεγάλη εμβέλεια Καθολικών ή αγροτικών παραπόνων μέσα στο κίνημα του, να τις ελέγξει, και να τις στρέψει εναντίον της βρετανικής κυβέρνησης. Αυτό του πρόσφερε πολύ μεγάλη πολιτική επιρροή. Βασίστηκε επίσης στις σεχταριστικές τάσεις που αναδύθηκαν κατά τον 19ο αιώνα, καθώς οι Ρωμαιοκαθολικοί άρχισαν να αντεπιτίθενται στην, μακροχρόνια καθιερωμένη, Προτεσταντική υπεροχή. Ο Ο'Connell είχε μία φιλελεύθερη και ανεκτική, του τύπου του 18ου αιώνα, συμπεριφορά προς τη θρησκεία, αλλά η συμπεριφορά του απέναντι στον Προτεσταντισμό ήταν σαφώς του νέου αιώνα, πιστεύοντας στον τελικό θρίαμβο των Καθολικών που θα σήμαινε αυτόματα και την πτώση των Προτεσταντών.

Τον Ιανουάριο του 1824 ο Ο'Connell πήρε μία από τις ιστορικότερες αποφάσεις στη νεώτερη Ιρλανδική ιστορία. Μείωσε τη συνδρομή μέλους για τον Καθολικό Σύνδεσμο (Catholic Association), τη νέα ονομασία του Καθολικού Συμβουλίου (Catholic Board) από μία γκινέα το χρόνο σε μία πένα το μήνα. Αυτό έδωσε τη δυνατότητα σε πιο φτωχούς Καθολικούς να ενταχθούν στο Σύνδεσμο και να ταυτιστούν στενά με κάτι που σε διαφορετική περίπτωση θα φάνταζε ένας ξένος, απόμακρος σκοπός. Το γεγονός αυτό, πέρα από το ότι συνέβαλε στην καλύτερη οργάνωση και σε μία πιο ενεργητική ηγεσία, επέτρεψε στον Καθολικό Σύνδεσμο να θεμελιώσει το αίτημα του για χειραφέτηση, όχι μόνο στο πεδίο της αφηρημένης δικαιοσύνης, αρχών δηλαδή που προέρχονταν από την αγγλική πολιτική θεωρία, αλλά και στο, πολύ πιο πραγματικό, πεδίο της μαζικής υποστήριξης και της μαζικής πίεσης. Οι Καθολικοί της Ιρλανδίας δεν ήταν απλά οι περισσότεροι, ήταν η αδιαμφισβήτητη πλειοψηφία, και οι απαιτήσεις τους δεν μπορούσαν να μη γίνουν αποδεκτές. Αυτός ο μαζικός χαρακτήρας που έλαβε το Ιρλανδικό Καθολικό απελευθερωτικό κίνημα τράβηξε την προσοχή και της ηπειρωτικής Ευρώπης, καθώς οι Καθολικές διεκδικήσεις θεμελιώνονταν πλέον όχι στην αγγλική φιλελεύθερη θεωρία αλλά στην Ιρλανδική δημογραφική πραγματικότητα.

Το κίνημα όμως αυτό, όσο δημοκρατικό και αν ήταν στη ρητορική, βασιζόταν στην οργάνωση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, και ιδίως του τοπικού κλήρου. Η εύθραυστες σχέσεις του O'Connell με τους φιλελεύθερους Προτεστάντες σύντομα αποκαλύφθηκαν. Το 1825 θεώρησε ότι η νίκη ήταν στα χέρια του, όταν δέχτηκε ένα νομοσχέδιο με ειδικούς όρους, το οποίο προέβλεπε ότι οι μισθοί του Ρωμαιοκαθολικού κλήρου θα προέρχονταν από τα δημόσια ταμεία, και επίσης την κατάργηση του περιορισμού του δικαιώματος ψήφου στους κατόχους περιουσίας τουλάχιστον σαράντα σελινίων, κάτι που σήμαινε ότι η μεγάλη μάζα των φτωχών Ιρλανδών Καθολικών αποκτούσε δικαίωμα ψήφου. Ο Ο'Connell πολύ λίγο πίστευε στην ανεξαρτησία αυτών των κατόχων περιουσίας και αποδέχτηκε τους ειδικούς όρους, μόνο για να δει το νομοσχέδιο (το νομοσχέδιο Burdett) να απορρίπτεται από τη Βουλή των Λόρδων με 178 ψήφους έναντι 130.

Ο Ο'Connell ήταν τώρα βαθιά συμβιβαστικός. Μερικοί όμως από τους ντόπιους υποστηρικτές του στην κομητεία του Waterford αποφάσισαν να δοκιμάσουν τη δυναμική των Καθολικών ψηφοφόρων. Το 1826 μία ομάδα φιλελεύθερων από το Waterford διεκδίκησε τη διοικητική έδρα την οποία τότε κατείχε η οικογένεια Beresford. Oι φιλελεύθεροι εμπνεύστηκαν τις εκλογές, γρήγορα όμως εμφανίστηκαν σημάδια σεχταριστικών τάσεων. Οι Ρωμαιοκαθολικοί φορούσαν πράσινα μαντήλια, ζώνες, κονκάρδες σε καπέλα και κορδέλες. 'Το αδιάκοπο σύνθημα είναι "Ζήτω οι Stuart (η εκθρονισμένη βασιλική οικογένεια του 1688) και "Κάτω ο Λόρδος George Beresford. Κάτω οι Προτεστάντες",' έγραψε ο ταγματάρχης Robert Willcock, που ήταν επικεφαλής της επιπλέον αστυνομικής δύναμης στο Waterford. Οι υποστηρικτές της μεταρρύθμισης κέρδισαν και ο O'Connell επηρεάστηκε από τη νίκη, η οποία έδειξε τα οφέλη μιας καλά οργανωμένης και δημοφιλούς εκστρατείας. Και άλλες εκλογές το 1826 έδειξαν παρόμοια τάση.

γ) Η Καθολική Χειραφέτηση (1829)

H Καθολική Ιρλανδία ξεσηκώθηκε και μία σπάνια ομοφωνία σφυρηλατήθηκε, καθώς ο αγώνας για την χειραφέτηση εντεινόταν. Το Μάιο του 1828 ο Daniel O'Connell πείστηκε να κατέβει ως υποψήφιος στην κομητεία του Clare. Aυτή η πράξη ήταν μία συμβολική διαμαρτυρία ενάντια στον όρκο που οι αντιπρόσωποι έπρεπε να παίρνουν όταν γίνονταν μέλη του Κοινοβουλίου, ο οποίος ήταν διατυπωμένος με όρους πολύ προσβλητικούς για την Καθολική θρησκεία. Και ήταν, επίσης, και μία πρόκληση προς τους φιλελεύθερους Προτεστάντες η οποίοι κατείχαν την έδρα της κομητείας του Clare, τους Vesey Fitzgeralds. Για άλλη μία φορά ο Καθολικός κλήρος αποδείχτηκε ισχυρός, και οι Προτεστάντες έγιναν μάρτυρες του θεάματος του Kαθολικού θριάμβου όταν ο O'Connell απέσπασε την έδρα από τον Vesey Fitzgerald, ο οποίος, αναγνωρίζοντας ότι ήταν καταδικασμένος να χάσει, αποσύρθηκε μετά από πέντε μέρες ψηφοφορίας. Η νίκη στο Clare ήταν το σινιάλο για τις Καθολικές διαδηλώσεις, κάποιες από τις οποίες πήραν επικίνδυνα μιλιταριστικό χαρακτήρα, σε ολόκληρη την Ιρλανδία. Οι Καθολικοί είχαν κάθε λόγο να πανηγυρίζουν, γιατί η εκλογή στο Clare αποδείκνυε την πρόοδο τους από την εποχή του ξεπεσμού και της εξαθλίωσης, στην κατάρρευση των διαφοροποιήσεων στα τέλη του 18ου αιώνα και στο λαϊκό θρίαμβο του 1828. Οι Προτεστάντες είχαν δίκιο να φοβούνται και αποφάσισαν να πάψουν να συναινούν, καθώς έβλεπαν όχι μόνο την Προτεσταντική αλλά και τη γαιοκτημονική αριστοκρατική εξουσία να αμφισβητείται, και τη θρησκεία τους και τις παραδόσεις τους να δυσφημούνται και να διασύρονται. Το 1828, και όχι το 1800, σήμανε το τέλος της Ιρλανδίας του 18ου αιώνα. Αποκαλύφθηκε επίσης ότι έννοιες όπως "ελευθερία" και "δημοκρατία" είχαν διαφορετικό νόημα στην Ιρλανδία, καθώς η Προτεσταντική αντίληψη για την ελευθερία σήμαινε την εναντίωση σε μία Ρωμαιοκαθολική δημοκρατία και η Ρωμαιοκαθολική αντίληψη για τη δημοκρατία ήταν ασύμβατη με την Προτεσταντική αντίληψη για την ελευθερία. Ο δρόμος για τη χειραφέτηση είχε ανοίξει, το ίδιο όμως και για τη γενίκευση της σύγκρουσης.

Η νίκη του Ο'Connell στην κομητεία του Clare τον Ιούνιο του 1828 δεν ήταν ο μόνος λόγος που η βρετανική κυβέρνηση συναίνεσε στην Καθολική χειραφέτηση. Ήταν το αποκορύφωμα μίας μακρόχρονης και επίπονης εκστρατείας και της σταδιακής αποδυνάμωσης της Προτεσταντικής αποφασιστικότητας να παραμείνει ακλόνητη. Ήταν επίσης το γεγονός ότι η πρόκληση του O'Connell ρίχτηκε στα πόδια μίας κυβέρνησης που σε μεγάλο βαθμό έβλεπε τη χειραφέτηση ως αναπόφευκτη. Όταν το Κοινοβούλιο συνήλθε τον Φεβρουάριο του 1829, ο λόγος του βασιλιά περιελάμβανε την υπόσχεση για την ανακούφιση των Καθολικών, και τον Απρίλιο ένα νομοσχέδιο εγκρίθηκε και από τις δύο Βουλές. Οι Ρωμαιοκαθολικοί μπορούσαν πλέον να διορίζονται σε κρατικές διοικητικές θέσεις, εκτός από εκείνες του αντιβασιλέα (regent), του τοποτηρητή του βασιλιά στην κομητεία (lord lieutenant) και του λόρδου καγκελάριου (lord chancellor). Οι Ρωμαιοκαθολικοί αντιπρόσωποι δεν ήταν υποχρεωμένοι να δίνουν τον όρκο της (Προτεσταντικής) υπεροχής, ήταν όμως ακόμα υποχρεωμένοι να αρνούνται την κοσμική εξουσία του Πάπα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτό το μέτρο συντηρούσε μία διαχωριστική γραμμή μεταξύ των Καθολικών και των μη Καθολικών υπηκόων, ειδικά αφού οι Καθολικοί αντιπρόσωποι όφειλαν να αρνούνται επίσης ότι είχαν οποιαδήποτε πρόθεση να υπονομεύσουν το υπάρχον καθεστώς της Εκκλησίας. Και η διφορούμενη συμπεριφορά των Βρετανών απέναντι στους Ρωμαιοκαθολικούς εκφράστηκε ξανά με ένα μέτρο που πάρθηκε την ίδια περίοδο, καταργώντας τον περιορισμό του δικαιώματος ψήφου στους κατόχους περιουσίας τουλάχιστον σαράντα σελινίων και αντικαθιστώντας τον με ένα περιορισμό δέκα λιρών (pounds): μία αντεπίθεση σε αυτούς που θεωρούνταν ότι ήταν οι πλέον επικίνδυνοι για την πολιτική σταθερότητα της Ιρλανδίας. Ο Καθολικός Σύνδεσμος τέθηκε εκτός νόμου. Όλα αυτά λίγο παρηγορούσαν τη συντηρητική Προτεσταντική κοινή γνώμη, η οποία ισχυριζόταν ότι είχε δεχτεί ένα θανατηφόρο χτύπημα στην καρδιά.

Αυτή η νέα κατάσταση δημιουργούσε ένα ερώτημα ζωτικής σημασίας για την Ένωση μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας. Ήταν ο στόχος της να μεταρρυθμίσει την Ιρλανδία με τέτοιο τρόπο ώστε να ενσωματώσει την Καθολική πλειοψηφία στην Ένωση, ισχυροποιώντας τους δεσμούς μεταξύ Ιρλανδίας και Μεγάλης Βρετανίας; Ή μήπως η Ένωση σχεδιάστηκε για προστατέψει και να συνδράμει τους παραδοσιακούς θεματοφύλακες της κυριαρχίας της Βρετανίας στην Ιρλανδία, δηλαδή τους Προτεστάντες; Σε μία επόμενη μελέτη θα επανέλθουμε στο ιρλανδικό εθνικό ζήτημα και στη νέα μορφή που αυτό αποκτά από το 1830 και εξής.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

-D.G. Boyce, Ireland 1828-1923: From Ascendancy to Democracy, Blackwell Publishers, Oxford, 1992.

-D.G. Boyce, Nineteenth Century Ireland: the search for stability, Dublin, 1990.

-E.J. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα: Πρόγραμμα, μύθος, πραγματικότητα, Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1994.

-Henry Kamen, Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2002.

-W.E.H. Lecky, Leaders of Public Opinion in Ireland, Vol. II, Henry Flood, Henry Grattan, Green & Co, London, 1912.

-R. Mitchison, A History of Scotland, London, 2002.

-J.A. Reynolds, The Catholic Emancipation Crisis in Ireland 1823-1829, Yale University Press, New Haven, 1954.

-W.E. Vaughan (ed.), New History of Ireland 1989: Vol. V. i: Ireland under the Union, I, 1801-1870, Oxford University Press, Oxford, 1989.


Τα Cookies μας επιτρέπουν να σας προσφέρουμε μια καλύτερη και ασφαλέστερη εμπειρία κατά τη χρήση του δικτυακού μας τόπου. Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Historical Quest αποδέχεστε τη χρήση Cookies. Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε διαβάστε τους Όρους Χρήσης & Απορρήτου.