Σύνδεση

Σύνδεση

Daniel O'Connell, πίνακας του Sir George Hayter, National Portrait Gallery, Λονδίνο

Tο πιο διαχρονικό, ίσως, από τα εθνικά ζητήματα στην Ευρώπη, είναι το ιρλανδικό. Κατά πρώτο λόγο διότι παραμένει ακόμα, εν μέρει, άλυτο από τη στιγμή που η βρετανική κατοχή στη Βόρεια Ιρλανδία συνεχίζεται. Και κατά δεύτερον διότι είναι το μακροβιότερο εθνικό ζήτημα, με πάνω από τριακόσια χρόνια συνεχούς έντασης. Πραγματικά, αν υπάρχει ένα κίνημα αυτού του είδους που ήταν αναντίρρητα εθνικό, ήδη από τα τέλη του 17ου αιώνα, αυτό είναι το ιρλανδικό. Η Ιρλανδία είναι από τις λίγες περιπτώσεις όπου μίας μορφής εθνική συνείδηση υπάρχει ήδη ανάμεσα στις λαϊκές μάζες και δεν είναι αποκλειστικά προνόμιο μίας μορφωμένης ελίτ, πολύ πριν από τη δημιουργία του εθνικού κράτους. To Sinn Fein με το στρατιωτικό σκέλος του, τον ΙRA, δηλαδή τον Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό (Ιrish Republican Army), που δρούσε σχεδόν ως τις ημέρες μας, είναι κατευθείαν απόγονος των μυστικών επαναστατικών αδελφοτήτων της προ του 1848 εποχής, και η μακροβιότερη οργάνωση του είδους της. Η μαζική αγροτική υποστήριξη προς τους εθνικιστές πολιτικούς δεν ήταν καθεαυτή καινούργιο φαινόμενο, γιατί στην Ιρλανδία ο συνδυασμός ξένης κατοχής, φτώχειας, καταπίεσης και μίας, επί το πλείστον, αγγλικής προτεσταντικής τάξης γαιοκτημόνων που είχε επιβληθεί στην ιρλανδική καθολική αγροτιά κινητοποιούσε ακόμα και τα πιο απολίτικα άτομα.

Στα τέλη του 17ου αιώνα εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια μίας πρωτοεθνικής συνείδησης μεταξύ των πιο μορφωμένων τμημάτων της Ιρλανδικής κοινωνίας και δίνεται το έναυσμα του αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση των Ιρλανδών Καθολικών που θα ολοκληρωθεί με την Καθολική Χειραφέτηση του 1829, όταν οι Καθολικοί αποκτούν σχεδόν ισότιμα δικαιώματα με τους Προτεστάντες στην Ιρλανδία.

Από τα τέλη του 17ου αιώνα ως την εξέγερση του 1798

α) Το Ιρλανδικό Κοινοβούλιο

Μεταξύ του 1690 και του 1829, η Ιρλανδική ιστορία είναι σε μεγάλο βαθμό η ιστορία της Προτεσταντικής μειονότητας της Ιρλανδίας. Μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα οι Ιρλανδοί Προτεστάντες, οι Αγγλικανοί (Εκκλησία της Ιρλανδίας) και οι Dissenters (κυρίως Πρεσβυτεριανοί) αποτελούσαν το πολιτικό έθνος, αν και περιελάμβαναν μόνο το ένα τέταρτο του πληθυσμού. Στην κορυφή της πυραμίδας, και κυρίαρχοι της πολιτικής και κοινωνικής σκηνής ήταν οι Αγγλικανοί (Εκκλησία της Ιρλανδίας) γαιοκτήμονες, οι οποίοι ήταν περίπου 5.000. Αποτελούσαν από πολλές απόψεις μία τυπική ολιγαρχία. Η δύναμη τους βασιζόταν στο σχεδόν απόλυτο μονοπώλιο της ιδιοκτησίας γης. Η Εκκλησία τους ήταν η Εκκλησία του Κράτους, θεμελιωμένη νομοθετικά. Οι εξοχικές τους κατοικίες αντανακλούσαν τη δύναμη τους καθώς και το στυλ και το γούστο τους. Τα παιδιά τους αναλάμβαναν να κάνουν την Grand Tour. Και τα πολιτικά και διοικητικά κέντρα της χώρας βρίσκονταν αποκλειστικά στα χέρια τους.

Είχαν αποκτήσει την εξουσία τους μέσω μίας συντονισμένης επιχείρησης με την ολιγαρχία των Whigs που κυβερνούσε την Αγγλία μετά τα σημαντικά γεγονότα της Ένδοξης Επανάστασης του 1688-1689, η οποία επέβαλε ένα Προτεστάντη βασιλιά και ένα Σύνταγμα. Γιατί απόρροια αυτής της νίκης ήταν η ίδρυση ενός Προτεσταντικού βασιλείου και ενός Συντάγματος στην Ιρλανδία. Μόνο με αυτόν τον τρόπο η Ιρλανδία μπορούσε να παραμείνει ασφαλής, το ίδιο και τα Βρετανικά Νησιά. Σύντομα όλη η Ιρλανδία βρέθηκε υπό τον έλεγχο των Προτεσταντών. Μόλις σταθεροποίησε τη θέση του, ο βασιλιάς William III, θεώρησε ότι έπρεπε να εξασφαλίσει μία δίκαιη μεταχείριση και για τους Ρωμαιοκαθολικούς του υπηκόους, όσο αυτό ήταν συμβατό με την ευημερία των δύο "αδελφών βασιλείων". Υποτίμησε όμως τους φόβους των Ιρλανδών Προτεσταντών και την αποφασιστικότητα τους να επιβάλλουν τα συμφέροντα τους. Όταν ήρθε η ώρα να σχεδιάσει την ποινική νομοθεσία, το μετεπαναστατικό Ιρλανδικό Κοινοβούλιο έδειξε μία διάθεση να πάρει μία πρωτοβουλία η οποία θα κρατούσε τον Ρωμαιοκαθολικό εχθρό στη θέση του μια για πάντα.

Ο William αντιμετώπιζε το ίδιο πρόβλημα στην Ιρλανδία όπως και στη Σκοτία: ένα Κοινοβούλιο στο οποίο κυριαρχούσε μία πολιτικο-θρησκευτική ομάδα (Αγγλικανοί στην Ιρλανδία, Πρεσβυτεριανοί στη Σκοτία) το οποίο επέμενε να κανονίζει όπως αυτό θεωρούσε σωστό τα ζητήματα που αφορούσαν τους απείθαρχους θρησκευτικούς του αντιπάλους. Στη Σκοτία οι εχθροί ήταν οι Καθολικοί και οι Επισκοπικοί, στην Ιρλανδία οι Καθολικοί και οι Dissenters. Το Ιρλανδικό Κοινοβούλιο ήταν αποφασισμένο να εξασφαλίσει ότι τα συμφέροντα των Προτεσταντών δεν επρόκειτο να τεθούν σε κίνδυνο ποτέ ξανά. Οι ίδιοι ζούσαν σε ιδιαίτερες συνθήκες. Κατά πρώτον ήταν μειονότητα στη χώρα, κάτι που έκανε πολυτέλεια μία ανεκτική πολιτική. Ύστερα μπορούσαν, και το έπραξαν, να υιοθετήσουν την ιδέα ότι η Ιρλανδία ήταν ένα αρχαίο βασίλειο με ρυθμισμένους κανόνες και ρυθμισμένα δικαιώματα. Το Ιρλανδικό Κοινοβούλιο, γρήγορα ανέπτυξε μία αντίληψη της δικής του σπουδαιότητας γιατί, τελικά, το αγγλικό ενδιαφέρον για την Ιρλανδία εξαρτιόταν από τον Προτεσταντικό χαρακτήρα αυτού του Κοινοβουλίου.

To Κοινοβούλιο αυτό έδωσε μία συνέχεια στην πολιτική ιστορία της Ιρλανδίας του 18ου αιώνα. Προσέφερε το βήμα για τις απόψεις των Προτεσταντών της Ιρλανδίας, ενώ αργότερα έγινε το προπύργιο του Προτεσταντικού πατριωτικού αισθήματος και τέλος βρισκόταν στο επίκεντρο του ζητήματος της πολιτικής μεταρρύθμισης μέχρι την κατάργηση του το 1800. Αλλά όταν συγκροτήθηκε το 1692, σκοπός της δημιουργίας του ήταν να εξασφαλίσει τη νίκη που κερδήθηκε με τα όπλα το 1690. Αυτή η επιθυμία για ασφάλεια παρήγε μία από τις πιο παράδοξες πτυχές της Προτεσταντικής πολιτικής σκέψης: την επιθυμία να συνδεθεί η ελευθερία με την αναγκαιότητα να κρατηθεί η Καθολική δύναμη υπό μόνιμο έλεγχο και υποταγή.

β) Η κοινωνική υποβάθμιση των Καθολικών

Η αλήθεια, όπως την έβλεπαν οι Προτεστάντες, ήταν ότι ο συμβιβασμός ήταν αδύνατος, τουλάχιστον στη δημόσια σφαίρα. Στον ιδιωτικό βίο, πολλοί Προτεστάντες μπορούσαν, και έκαναν, κάθε είδους συμβιβασμούς με τους Καθολικούς τους γείτονες. Μεταξύ του 1692 και του 1704 οι Καθολικοί στερήθηκαν του δικαιώματος να κληρονομούν γη. Αποκλείστηκαν από τη δημόσια ζωή και από όλα τα αξιώματα. Έχασαν το δικαίωμα να φέρουν όπλα (παρόλο που οι Καθολικοί gentlemen συνέχισαν να φέρουν ξίφη για περίπου πενήντα χρόνια μετά από αυτούς τους νόμους). Δεν μπορούσαν να κατέχουν άλογα πέραν μίας συγκεκριμένης αξίας. Οι Καθολικοί επίσκοποι και ο τακτικός κλήρος εξορίστηκαν. Το 1728, όλοι οι Καθολικοί έχασαν το δικαίωμα ψήφου που είχαν. Οι Προτεστάντες Dissenters επίσης τιμωρήθηκαν μέσω καθαγιαστικών εξετάσεων και όρκων συμμαχίας και υποταγής.

Ωστόσο οι Προτεστάντες ενδιαφέρονταν λιγότερο να εκδιώξουν την παποσύνη και περισσότερο για την πολιτική ασφάλεια, και η γη ήταν η βάση κάθε εξουσίας. Οι Ρωμαιοκαθολικοί συνέχιζαν να κατέχουν γη. Το 1703 το μερίδιο τους είχε πέσει στο 14% της γης, και τελικά έπεσε στο 5%. Όμως, η Καθολική αριστοκρατία συνέχιζε να υπάρχει, και αργότερα επρόκειτο να προσφέρει μία σημαντική πολιτική ηγεσία.

Οι ποινικοί νόμοι είχαν ως αποτέλεσμα να υποβαθμίσουν τους Καθολικούς Ιρλανδούς και, σε πολύ μικρότερο βαθμό, τους Προτεστάντες Dissenters. Το να είσαι μέλος της Εκκλησίας της Ιρλανδίας ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την είσοδο στο δημόσιο βίο και την "καλή κοινωνία". Η Εκκλησία της Ιρλανδίας ήταν μάλλον η βάση μιας κουλτούρας: Προτεσταντισμός, προοδευτικότητα, "βρετανισμός", ελευθερία της συνείδησης και μία υπεροπτική νοοτροπία ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά της.

The United Irish Patriots, 1798

 

γ) Η επίδραση της Αμερικανικής Επανάστασης και το "Σύνταγμα το 1782"

Η ασφάλεια των Ιρλανδών Προτεσταντών εξαρτιόταν από το μονοπώλιο της γαιοκτησίας, από μία κρατική Εκκλησία και ένα Προτεσταντικό Κοινοβούλιο για ένα Προτεσταντικό έθνος. Βασιζόταν επίσης στην επαφή με τους Άγγλους. Η ιδέα των δικαιωμάτων της Ιρλανδίας υπήρξε πολύ μικρής σημασίας κατά το μεγαλύτερο διάστημα του 18ου αιώνα, τονώθηκε όμως από την πολιτική διαφωνία μεταξύ της Αγγλίας και των Αμερικανικών της αποικιών στις δεκαετίες του 1760 και 1770. Οι ριζοσπαστικές Αμερικανικές Προτεσταντικές ιδέες, οι οποίες συνέδεαν την ελευθερία με την απόσχιση, ήταν λογικό να προκαλέσουν ενδιαφέρον μεταξύ των Πρεσβυτεριανών στην Ιρλανδία, αλλά ακόμα και το Ιρλανδικό πολιτικό οικοδόμημα επηρεάστηκε από την κρίση, γιατί έδωσε στο "πατριωτικό κόμμα" την ευκαιρία να διατυπώσει θεωρητικό λόγο περί δικαιωμάτων της Ιρλανδίας απέναντι στην ενοχλητική κυριαρχία του Κοινοβουλίου της Αγγλίας. Αυτός ο πολιτικός ενθουσιασμός πήρε μία νέα, και ακόμα περισσότερο επικίνδυνη, μορφή με το κίνημα των Εθελοντών (Volunteers), το οποίο ιδρύθηκε το 1778 για να προστατέψει τις Ιρλανδικές ακτές ενάντια σε πιθανή εισβολή των εχθρών της Βρετανίας, αλλά με ένα ισχυρότατο ριζοσπαστικό πολιτικό στοιχείο στις γραμμές του. Οι Ιρλανδοί "πατριώτες" είχαν το πλεονέκτημα των συμμάχων μέσα στο ίδιο το Βρετανικό Κοινοβούλιο, και ήταν αυτός ο λόγος, μαζί με την αναβάθμιση των Ιρλανδών Εθελοντών σε ημιστρατιωτικό επίπεδο, που δημιούργησε την "επανάσταση του 1782", όταν το Ιρλανδικό Κοινοβούλιο κέρδισε το δικαίωμα να εγκαινιάσει τη δική του νομοθεσία και πέτυχε την ανάκληση του Νόμου Διακήρυξης (Declaratory Act) του 1719, με τον οποίο το Αγγλικό Κοινοβούλιο είχε θεμελιώσει το δικαίωμα του να εγκρίνει τις νομοθετικές πράξεις του Ιρλανδικού Κοινοβουλίου.

Το "Σύνταγμα του 1782" αντανακλούσε τις ιδέες των πιο προοδευτικών μελών του Ιρλανδικού Προτεσταντικού έθνους και ήταν τυπική της Προτεσταντικής σκέψης: η σύνδεση με τη Βρετανία, όσο και αν μετριαζόταν, ήταν αναγκαία για την ευημερία της Ιρλανδίας. Ενώ η θάλασσα εμπόδιζε την ένωση, ο ωκεανός απαγόρευε το διαχωρισμό. Η Ιρλανδία έπρεπε να είναι "αδελφό βασίλειο" και όχι χωριστό έθνος. Και φυσικά οι φωτισμένοι Ιρλανδοί Προτεστάντες έπρεπε να συνεχίσουν να κυριαρχούν πολιτικά στην Ιρλανδία. Αυτές οι αντιλήψεις που αφορούσαν τη σύνδεση με τη Βρετανία και την Προτεσταντική πρωτοκαθεδρία επρόκειτο να αμφισβητηθούν κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα.

Κατά το μεγαλύτερο διάστημα του 18ου αιώνα οι Ρωμαιοκαθολικοί και οι Dissenters της Ιρλανδίας ήταν αποκλεισμένοι από όλες τις πολιτικές εξελίξεις. Τώρα και αυτοί άρχισαν να ασχολούνται με τα επίκαιρα ζητήματα των δικαιωμάτων των πολιτών και της μεταρρύθμισης του Συντάγματος. Οι Πρεσβυτεριανοί άρχισαν να βλέπουν ότι είχαν ένα κοινό σκοπό με τους Αμερικάνους ριζοσπάστες, ιδιαίτερα αφότου Dissenters μετανάστευσαν στην Αμερική, σε μεγάλους αριθμούς, σε αναζήτηση πολιτικής και θρησκευτικής ελευθερίας. Στο κίνημα των Eθελοντών οι Πρεσβυτεριανοί του Βορρά ήταν προεξέχοντες, και οι ομάδες των Εθελοντών ήταν ένα είδος πολιτικής λέσχης, με συζητήσεις για τα τρέχοντα ζητήματα. Μερικές ομάδες Εθελοντών, ιδιαίτερα στο Kerry, το Cork και το Αrmagh, δέχονταν και Ρωμαιοκαθολικούς. Υπήρχε και ένας επιπλέον λόγος για να δοκιμαστεί η αντοχή του Ιρλανδικού Κοινοβουλίου, καθώς τώρα η Βρετανική κυβέρνηση, με το άγχος να συμφιλιώσει δυσαρεστημένους πολίτες, άρχισε να παίρνει μέτρα ανακούφισης μέσω του Ιρλανδικού Κοινοβουλίου. Το 1778 ένας Νόμος Αρωγής (Relief Act) αφαίρεσε από τους Καθολικούς τους περιορισμούς όσον αφορά το ζήτημα της γαιοκτησίας. Το 1782, ένας νέος Νόμος Αρωγής απελευθέρωσε τις θέσεις στην εκπαίδευση, το δικαίωμα του γάμου και της ιδιοκτησίας, ενώ απαγόρευσε στους Καθολικούς να αγοράζουν γη σε διοικητικά διαμερίσματα που ανήκαν στο Κοινοβούλιο, όπου η πολιτική τους επιρροή μπορεί να ενισχυόταν.

Αυτό το νέο πολιτικό κλίμα αποτέλεσε μία σοβαρή δοκιμασία για το Ιρλανδικό Κοινοβούλιο σε μία εποχή όπου το Κοινοβούλιο ήταν το επίκεντρο τη πολιτικής ζωής. Την ίδια δοκιμασία τέθηκε να αντιμετωπίσει και το Βρετανικό Κοινοβούλιο, να απαντήσει δηλαδή στο ίδιο ερώτημα: μπορούσε το Σύνταγμα που κληροδοτήθηκε από την Ένδοξη Επανάσταση να μετατραπεί προκειμένου να θεραπευτούν οι αισθητές του ελλείψεις; Ή απαιτούνταν πιο ριζοσπαστικά μεταρυθμιστικά μέτρα; Στην Ιρλανδία, το ζήτημα ήταν πιο σύνθετο εξαιτίας της πολυδιάσπασης της Ιρλανδικής κοινωνίας. Ένας Άγγλος ήταν ένας Άγγλος, ακόμα και αν, ως Dissenter, οι απόψεις του προκαλούσαν δυσπιστία σε πολλά πολιτικά θέματα. Ο Ιρλανδός Καθολικός όμως προκαλούσε τον φόβο και την καχυποψία, γιατί η θρησκεία του και η πολιτική του θεωρούνταν ασύμβατες με την ίδιες τις ρίζες και τον κορμό του Συντάγματος. Kαι ένας Ιρλανδός Dissenter ήταν μέλος μίας μειονότητας που δημιούργησε προβλήματα. Στο Ulster, ήταν μέρος μίας παγιωμένης και αριθμητικά μεγάλης τοπικής ομάδας, οι ελπίδες της οποίας για πολιτική εξουσία, που παρεμποδίστηκαν το 1690, μπορούσαν τώρα να αναζωογονηθούν. Τουλάχιστον οι Προτεστάντες μπορούσαν να ανακουφίζονται με τη σκέψη ότι οι διεκδικήσεις των Dissenters θα στρέφονταν, σε μεγάλο βαθμό, εναντίον και των Καθολικών, που επίσης διεκδικούσαν θέση στο πολιτικό σκηνικό.

δ) Η ριζοσπαστικοποίηση της δεκαετίας του 1790 και η εξέγερση του 1798

Στη δεκαετία του 1790, όμως, φαινόταν πλέον ότι οι Dissenters, ή τουλάχιστον ένας σημαντικός αριθμός από αυτούς, δε φοβούνταν πλέον να προκαλέσουν το πολιτικό μονοπώλιο των Προτεσταντών. Τα ριζοσπαστικά κείμενα του Tom Paine είχαν εντυπωσιακές πωλήσεις στην Ιρλανδία. Όμως τα μέλη της Εκκλησίας της Ιρλανδίας δεν ήταν όλα τελείως εχθρικά προς τις νέες ιδέες. Ωστόσο οι Ιρλανδοί, ή τουλάχιστον το μέχρι τότε αποκλεισμένο από την πολιτική ζωή τμήμα τους, τώρα δέχονταν την στενή και φιλική προσοχή της Βρετανικής Κυβέρνησης, η οποία επιθυμούσε διακαώς να κερδίσει τη συμπάθεια τους σχετικά με τον πόλεμο ενάντια στην επαναστατημένη Γαλλία. Το 1793 οι Ρωμαιοκαθολικοί απέκτησαν δικαίωμα ψήφου, αλλά συνέχιζαν να αποκλείονται από θέσεις πολιτικής εξουσίας. Φυσικά οι απαιτήσεις των Ρωμαιοκαθολικών είχαν αυξηθεί και το επόμενο βήμα, το δικαίωμα δηλαδή να καθίσουν στο Κοινοβούλιο, αντιμετωπιζόταν με συμπάθεια από βρετανικούς κύκλους επισήμων. Υπήρχαν όμως και αυτοί, όπως ο Λόρδος Castlereagh, που πίστευαν ότι το να παραχωρηθούν πλήρη πολιτικά δικαιώματα στους Ρωμαιοκαθολικούς ήταν ασύμβατη με τον Προτεσταντισμό και, συνεπώς, με την ασφάλεια των Βρετανικών Νησιών. Οι Dissenters, θεωρούσε, ήταν πρόβλημα. Αλλά όχι τόσο σοβαρό όσο ήταν οι Ρωμαιοκαθολικοί. Και η διαφορά ήταν η εξής: οι εχθροί εντός και εκτός του κράτους "μιλούν πολύ διαφορετικά. Ο ένας καταστρέφει μέσω της νομοθεσίας, ο άλλος μέσω της εξέγερσης".

Το 1791 ιδρύθηκε στο Belfast και το Δουβλίνο από πολλούς Ρωμαιοκαθολικούς μία οργάνωση με σκοπό να προωθήσει το αίτημα της μεταρρύθμισης: οι Ενωμένοι Ιρλανδοί (United Irishmen). O Wolfe Tone και άλλα ηγετικά στελέχη των Ενωμένων Ιρλανδών κατέφυγαν σε ακόμα πιο ακραία μέσα προκειμένου να φέρουν στην Ιρλανδία τα ευεργετήματα του Διαφωτισμού. Ο Τone δεν κατηγορούσε πλέον μόνο την βρετανική κυβέρνηση για τα δεινά της Ιρλανδίας, αλλά την εξάρτηση από την Αγγλία συνολικά. Το λογικό συμπέρασμα, μία ανεξάρτητη Ιρλανδική δημοκρατία, ήταν ένα καταπληκτικό βήμα, κάτι που δεν είχε διατυπωθεί ποτέ πριν αλλά και κάτι που επρόκειτο να συναντήσει πεισματώδη αντίδραση, φοβίζοντας τα λιγότερο τολμηρά πνεύματα μεταξύ τόσο των Καθολικών όσο και των Dissenters, αλλά ακόμα και αφοσιωμένους ριζοσπάστες.

Αυτή η αυξανόμενη διάσπαση του ριζοσπαστικού μετώπου εξηγεί και τον ασυνάρτητο χαρακτήρα της εξέγερσης του 1798 στην Ιρλανδία, η οποία ήταν στην πραγματικότητα μία σειρά διακριτών και ξεχωριστών εξεγέρσεων στο Wexford, το Antrim, και τελικά στη δύση. Ο ξεσηκωμός στο Wexford, τον Μάιο του 1798, πήρε τη μορφή ενός πολέμου Προτεσταντών και Καθολικών σε μικρή κλίμακα αλλά με πολλή αγριότητα. Στο Antrim, οι Πρεσβυτεριανοί ξεσηκώθηκαν με ριζοσπαστικά συνθήματα, εξοργισμένοι για πολλούς λόγους, και κυρίως για τα κατασταλτικά μέτρα που υιοθέτησε ο βρετανικός στρατός και για τα απείθαρχα ληστρικά του συντάγματα. Το Σεπτέμβριο του 1798, η φλόγα της εξέγερσης αναθερμάνθηκε με τον ερχομό των Γάλλων, ο αριθμός των οποίων όμως ήταν πολύ περιορισμένος για να προκαλέσει τις βρετανικές δυνάμεις, οι οποίες τελικά υπερίσχυσαν. Τα γεγονότα από τον Μάιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1798 απλώς ανέδειξαν και βάθυναν τις διαφορές μεταξύ των Καθολικών, των Προτεσταντών και των Dissenters, ακόμα και τις διαφορές στο εσωτερικό αυτών των ομάδων, καθώς η Καθολική Εκκλησία, οι Πρεσβυτεριανοί ηγέτες και η μεγάλη πλειοψηφία των Προτεσταντών καταδίκασαν, ο καθένας τους δικούς του, όσους ενεπλάκησαν στους αιματηρούς ξεσηκωμούς και στις συνέπειες τους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

-D.G. Boyce, Ireland 1828-1923: From Ascendancy to Democracy, Blackwell Publishers, Oxford, 1992.

-D.G. Boyce, Nineteenth Century Ireland: the search for stability, Dublin, 1990.

-E.J. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα: Πρόγραμμα, μύθος, πραγματικότητα, Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1994.

-Henry Kamen, Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2002.

-W.E.H. Lecky, Leaders of Public Opinion in Ireland, Vol. II, Henry Flood, Henry Grattan, Green & Co, London, 1912.

-R. Mitchison, A History of Scotland, London, 2002.

-J.A. Reynolds, The Catholic Emancipation Crisis in Ireland 1823-1829, Yale University Press, New Haven, 1954.

-W.E. Vaughan (ed.), New History of Ireland 1989: Vol. V. i: Ireland under the Union, I, 1801-1870, Oxford University Press, Oxford, 1989.


Τα Cookies μας επιτρέπουν να σας προσφέρουμε μια καλύτερη και ασφαλέστερη εμπειρία κατά τη χρήση του δικτυακού μας τόπου. Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Historical Quest αποδέχεστε τη χρήση Cookies. Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε διαβάστε τους Όρους Χρήσης & Απορρήτου.