Σύνδεση

Σύνδεση

Εσωτερικό του Αυτοκρατορικού Παρεκκλησίου  στο Άαχεν της Γερμανίας

Η πολιτιστική αναζωογόνηση στη διάρκεια βασιλείας του Καρλομάγνου

Μετά την κατάρρευση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και για μια περίοδο αρκετών αιώνων παρατηρείται μια κάμψη στον πολιτιστικό τομέα, αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης απομάκρυνσης από την κλασική παιδεία που μέχρι τότε κυριαρχούσε. Η δυτική Ευρώπη είχε καταρρεύσει κάτω από την πίεση των βαρβαρικών επιδρομών που σημειώθηκαν και επικρατούσε μεγάλη ανασφάλεια, αφού οι περιοχές που διοικούνταν από Ρωμαίους, βρέθηκαν διαιρεμένες μεταξύ πολλών που κυβερνούσαν για μικρές χρονικές περιόδους. Σημαντικό γνώρισμα των αιώνων που ακολούθησαν την πτώση της Ρώμης, ήταν αρχικά μια πολιτιστική σύγκρουση των τεχνοτροπιών που υπήρχαν και εν συνεχεία η συγχώνευσή τους.

Ενώ η θρησκεία επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει τη ζωγραφική για να διαδώσει τις Γραφές σε εκείνους που δεν ήξεραν ανάγνωση, η βαρβαρική κουλτούρα πίστευε ότι η τέχνη ήταν μόνο ένα στοιχείο διακόσμησης, πεποίθηση που φαίνεται στα αρχαιολογικά ευρήματα, αφού μόνο τα ξίφη και οι ασπίδες είχαν διακοσμητικά στοιχεία.

Σε αυτή τη μεταβατική φάση που βρισκόταν η Ευρώπη, η Εκκλησία είχε καταφέρει να επεκτείνει την επιρροή της και να γίνει ο σημαντικότερος προωθητής πολιτισμού στα ταραγμένα εκείνα χρόνια. Τα μοναστήρια από τον 6ο αιώνα, ήταν εκείνα που διαχειρίζονταν τα αρχαία βιβλία που είχαν διασωθεί, αφού οι μοναχοί αντέγραφαν και μετέφραζαν τα κείμενα που περιέχονταν σε αυτά.

Η αλλαγή ήρθε μετά από πολλά χρόνια, στα τέλη του 8ου και στον 9ο αιώνα, με ακμή τα χρόνια της βασιλείας του Καρλομάγνου και του διαδόχου του Λουδοβίκου του Ευσεβούς. Σε μια εποχή, στη διάρκεια της οποίας ο πνευματικός βίος, εξαρτιόταν από την προσωπική στάση του ηγεμόνα, είναι επόμενο να αλλάξει από τη στιγμή που ο Καρλομάγνος είχε ως στόχο την ανανέωση και την εξύψωση του μορφωτικού επιπέδου των υπηκόων του. Ο ίδιος, πίστευε ότι τα οικοδομήματα της Ραβέννας και της Ρώμης αντιπροσώπευαν μια πιο πειστική και σύγχρονη εικόνα μιας εκχριστιανισμένης αυτοκρατορίας. Οπότε, ήταν λογικό, μετά την απόφασή του να δημιουργήσει την πρωτεύουσά του στη χώρα των προγόνων του, να αντλήσει έμπνευση, για τα οικοδομήματα που θα φτιάχνονταν, από τον Άγιο Βιτάλιο και το Πάνθεον.

Εκείνοι που πρωτοστάτησαν στην πολιτιστική αναζωογόνηση είναι, φυσικά, οι άνθρωποι του κλήρου αφού αποτελούσαν τον βασικό πυρήνα τόσο της γνώσης όσο και της μετάδοσής της την εποχή εκείνη. Γνωρίζοντας αυτό, ο Καρλομάγνος, έθεσε ως πρωταρχικό στόχο την άμεση βελτίωση στον μορφωτικό τομέα, των ιεραρχών και των μοναχών. Επιθυμία του ήταν να αποκτήσουν τα κατάλληλα εφόδια για να γίνουν καλοί διοικητικοί υπάλληλοι και επίσκοποι. Αυτό επιτυγχάνεται με καλύτερα εγχειρίδια για τη δουλειά τους, σαφή κείμενα, τα περισσότερα εκ των οποίων δικαστικά, ώστε η δικαιοσύνη να αποτελεί προτεραιότητα.. Ο ίδιος τρέφει μεγάλο σεβασμό για τα θεολογικά ζητήματα, αφού πρόκειται για έναν ηγεμόνα θεοπρόβλητο. Ο μακροπρόθεσμος σκοπός του ήταν μια εκχριστιανισμένη Ευρώπη, όνειρο που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο με την εξάπλωση των γραμμάτων. Στα χρόνια της βασιλείας του, υπήρχε διαταγή κάθε επισκοπή και μοναστήρι να διαθέτει σχολείο ώστε να μπορούν να φοιτήσουν όσοι το επιθυμούσαν. Τα αγόρια έπρεπε να γνωρίζουν ανάγνωση, αλλά γραφή μάθαιναν μόνο οι ενήλικοι άντρες, αφού ο Καρλομάγνος πίστευε ότι τα αγόρια που μάθαιναν γραφή διαφθείρονταν.

Η βασιλική αυλή γεμίζει από ανθρώπους των γραμμάτων, αφού αντιμετωπίζονται από τον Καρλομάγνο με σεβασμό. Μάλιστα, καλεί στην ανακτορική σχολή τον μεγαλύτερο λόγιο της εποχής του, τον Αλκουίνο, για να την οργανώσει και να την διευθύνει. Πολλές αντίστοιχες σχολές, μάλιστα, μιμήθηκαν το παράδειγμά του. Επιθυμία του αυτοκράτορα ήταν ο ίδιος και οι άνθρωποι που τον περιέβαλαν, να μιλούν και να συμπεριφέρονται με τον τρόπο που φέρονταν και εκείνοι που ανήκαν στο περιβάλλον του πάπα.

Η αναβίωση της κλασικής εκπαίδευσης και παιδείας ενθαρρύνεται από την παραγωγή χειρογράφων στα σκριπτόρια, αίθουσες μοναστηριών που γινόταν η γραφική εργασία. Αυτά τα χειρόγραφα διακοσμούνταν με μικρογραφίες, ιδέα παρμένη από βυζαντινά μοντέλα.

Στα χρόνια αυτά, λαμβάνουν χώρα δύο μεγάλες μεταρρυθμίσεις που συμβάλλουν καθοριστικά στην πολιτιστική αναζωογόνηση. Αρχικά, η εξομοίωση της θείας λειτουργίας με την χρησιμοποίηση του γρηγοριανού λειτουργικού το 786 με την οποία αποκτά ολόκληρο το βασίλειο την κοινή ρωμαϊκή λειτουργία και εξαλείφονται οι τοπικές διαφορές και, κατόπιν, η τελειοποίηση της μικρογράμματης γραφής, η οποία έχει ονομαστεί καρολίγγεια και βοηθά στη διευκόλυνση του έργου της αντιγραφής των χειρογράφων.

Το περίεργο σε αυτή την περίπτωση, είναι ότι η αναγέννηση των λατινικών γραμμάτων συμβαίνει τη στιγμή που οι διάφορες τοπικοί διάλεκτοι εδραιώνονται και γίνονται αυτό που αποκαλούμε «κοινές» γλώσσες. Με την καθιέρωση των τελευταίων, φανερώνονται νέες εθνικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες με τη μορφή νέων λογοτεχνικών έργων, όπως των επικών ασμάτων, που δημιουργούνται από το λαό και μεταφέρονται προφορικά από γενιά σε γενιά.

Εξώφυλλο από ελεφαντοστό (Lorsch Gospels)

Η προ-ρωμανική αρχιτεκτονική

Ο Καρλομάγνος ήταν ο πρώτος από τους Φράγκους ηγέτες που καθιέρωσε το θεσμό της μόνιμης βασιλικής κατοικίας και της πρωτεύουσας και αυτό ήταν ένα γεγονός που έδωσε αφορμή για μια γενικότερη αρχιτεκτονική ανάπτυξη. Δεν είναι ιδιαίτερα ευδιάκριτος ο διαχωρισμός των αρχιτεκτονικών ρυθμών σε αυτούς τους αιώνες. Κάποιοι ιστορικοί της τέχνης θεωρούν ότι είμαστε στη Ρωμανική περίοδο, αλλά εγώ προσωπικά θεωρώ ότι είναι πιο ασφαλές να θεωρήσουμε ότι η καρολίγγεια αρχιτεκτονική ανήκει σε ένα προγενέστερο στάδιο της ρωμανικής αρχιτεκτονικής.

Η θέλησή του αυτοκράτορα για αναβίωση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, έγινε εντονότερη με τις αλλαγές που σημειώθηκαν στον τομέα της ανοικοδόμησης των κτηρίων. Με την αποσύνθεση της παλαιάς αυτοκρατορίας και την ανάδειξη των επισκόπων και των ηγούμενων σε φορείς πολιτισμού, εμφανίζεται μια νέα αρχιτεκτονική μορφή και μάλιστα πρωτοποριακή παρόλα τα δάνειά της από άλλους ρυθμούς. Παρατηρούμε ότι αγνοήθηκε ο βυζαντινός τρούλος και προτιμήθηκε η βασιλική, απόφαση που οφείλεται στο τελετουργικό που ακολουθούσαν οι Εκκλησίες, αφού η ιεραρχική φύση της Βυζαντινής εκκλησίας απαιτούσε έναν κεντρικό τρούλο σε αντίθεση με τη μοναστική φύση της Δυτικής Εκκλησίας που χρειαζόταν διαφορετικά κτήρια.

Ένα οικοδόμημα του οποίου η αρχιτεκτονική φάνηκε να διστάζει ανάμεσα στο Βυζάντιο και στη Ρώμη, είναι το Ανάκτορο του Καρλομάγνου στο Άαχεν (792-805). Ο αρχιτέκτονας του ανακτόρου άντλησε την έμπνευσή του από τον Άγιο Βιτάλιο στη Ραβέννα, τον οποίο ο αυτοκράτορα είχε επισκεφτεί τρεις φορές και τον είχε εντυπωσιάσει αλλά η μεγάλη αίθουσα του ανακτόρου ήταν μια εντελώς Δυτική τρίκλιτη βασιλική. Το Ανακτορικό Παρεκκλήσιο του Άαχεν, το οποίο βρισκόταν μέσα στο ανάκτορο και είναι το μοναδικό τμήμα που έχει σωθεί μέχρι τις μέρες μας, ήταν ένα παράδειγμα για πολλά ακόμα ανακτορικά παρεκκλήσια.

Η αρχιτεκτονική της εποχής του Καρλομάγνου, είχε πάρει τρία βασικά χαρακτηριστικά από εκείνη της Ρώμης: το μήκος της βασιλικής, το σταυροθόλιο που υπήρχε στις αρχαίες θέρμες και το ημικυκλικό τόξο που συναντάμε στη ρωμαϊκή οικοδομική. Έτσι, ήταν πλέον γεγονός, η δημιουργία ενός νέου τύπου κτηρίου με εμφανή επιμέρους τμήματα, βαρύ, λογικό και μυστηριακό. Τα κτήρια αυτού του ρυθμού ήταν ψηλά και ρωμαλέα με πύργους που «τρυπούσαν» τον ουρανό. Είχαν έντονες γραμμές και ελάχιστη διακόσμηση και, πλέον, είχαν αποστασιοποιηθεί από το μεσογειακό ρυθμό, αφού θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως βόρειος ρυθμός τοιχοποιίας.

Τα μοναστήρια της εποχής εκείνης είναι οικοδομήματα με φαρδύ κεντρικό κλίτος και δύο πύργους στην πρόσοψη, ο οποίος τέμνεται από ένα άλλο μικρότερο κλίτος που είναι εγκάρσιο και εκεί που τέμνονται υπάρχει ένας ακόμα επιβλητικός πύργος. Ένα ιδιαίτερο στοιχείο που έχει χαρακτηρίσει αυτόν τον αρχιτεκτονικό ρυθμό είναι η ημικυκλική αψίδα στις εισόδους του ημικυκλικού περιθερώματος με το τύμπανο πάνω από την πόρτα που και τα δύο στοιχεία στολίζονται με ανάγλυφες παραστάσεις.

Αυτό που είχε πετύχει ο ρυθμός αυτός ήταν ο συνδυασμός λειτουργίας, δομής και διακόσμησης. Η σπουδαιότητά του οφείλεται και στην ουσιαστική άρνησή του να αναγνωρίσει «χώρες» αφού η επιρροή των μοναστηριών δεν επικεντρωνόταν στα σύνορα της αυτοκρατορίας του Καρλομάγνου. Διάφορες τοπικές σχολές και τεχνοτροπίες βοηθούν στο τελικό αποτέλεσμα των κτηρίων ανεξάρτητα της τοποθεσίας που βρίσκονται. Η σοβαρότητα που αποπνέει ο ρυθμός αντανακλά το χάσιμο του πλούτου και της γνώσης που λαμβάνει χώρα σε εκείνα τα χρόνια. Η τεχνοτροπία αυτή είναι, στην ουσία, μια αντίδραση σε μια περίοδο σύγχυσης και παρακμής που προηγήθηκε.

Οι ιστορικοί συμφωνούν στο γεγονός ότι η ανάπτυξη του θεσμού του προσκυνήματος συνέβαλλε στην ωρίμανση της αρχιτεκτονικής, αφού πολλοί προσκυνητές μετέφεραν τις αρχιτεκτονικές γνώσεις που λάμβαναν στα ταξίδια τους σε άλλες περιοχές με αποτέλεσμα την ανέγερση σπουδαίων οικοδομημάτων.

Χειρόγραφη κάτοψη του μοναστηριού του Αγίου Γάλλου

Το μοναστήρι του Αγίου Γάλλου

Ένα σημαντικό παράδειγμα της επιθυμίας των ανθρώπων της περιόδου για τη δημιουργία ενός οργανωμένου μοναστηριού, μας δίνει η μονή των Βενεδικτίνων του Αγίου Γάλλου, στην οποία βρίσκουμε μια «χειρόγραφη» κάτοψη, η οποία χρονολογείται περίπου από το 820 μ. Χ. Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό σχέδιο, αφού το τάγμα των Βενεδικτίνων ασκούσε τη μεγαλύτερη πολιτισμική επιρροή τους αιώνες εκείνους στην Ευρώπη.

Η κάτοψη είναι ιδανική και μπορεί κανείς να διακρίνει τα τμήματα της μονής: η μακρόστενη εκκλησία με το εγκάρσιο κλίτος, οι κόγχες που βρίσκονται στα άκρα της, οι κυκλικοί πύργοι στο δυτικό τμήμα, στα νότια και στα ανατολικά της εκκλησίας οι χώροι που προορίζονταν για τους μοναχούς, ενώ στα δυτικά και νότια του μοναστηριακού περίβολου υπάρχουν οι ξενώνες, οι στάβλοι, τα εργαστήρια, οι κατοικίες των υπηρετών, ένα σχολείο κτλ.

Πέρα από τη θρησκευτική σημασία που είχε το μοναστήρι του Αγίου Γάλλου, έχει και ιστορική, αφού με το παράδειγμά του καταλαβαίνουμε πως η μεσαιωνική εκκλησία αρχίζει να σχηματίζεται τόσο από κοινωνική όσο και από αρχιτεκτονική άποψη.

Σκηνή από το Ψαλτήρι της Ουτρέχτης

Η διακόσμηση χειρογράφων

Ενώ στο βυζαντινό τμήμα της πάλαι ποτέ Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η καλλιτεχνική δημιουργία στον τομέα της αντιγραφής χειρογράφων συνεχίζει αδιάκοπη μέσα σε αυτούς τους ανήσυχους αιώνες, στο δυτικό τμήμα επικρατεί μια παύση. Πρόκειται για τα μεγαλύτερα σε αριθμό έργα που σώζονται από την Καρολίγγεια περίοδο. Έχει σωθεί ένας αριθμός πολύτιμων θρησκευτικών εγγράφων με απεικονίσεις των ευαγγελιστών.

Στον ταραγμένο 6ο αιώνα, παρατηρούνται τα πρώτα σημάδια ανάπτυξης της τέχνης αυτής. Συγκεκριμένα, στην Ιρλανδία και τη Μεγάλη Βρετανία, συναντάμε μοναχούς που αντιγράφουν χειρόγραφα τα οποία ξεχωρίζουν για την πρωτοτυπία τους, αφού διακοσμούνται με φυτικό, κυρίως, διάκοσμο. Τα περισσότερα από αυτά τα χειρόγραφα αυτά είναι Προσευχητάρια και Ωρολόγια. Μεταξύ του 7ου και των αρχών του 9ου αιώνα, μεγάλος αριθμός χειρογράφων παράγονται στην Ιρλανδία και στα μοναστήρια που επηρεάζονται από αυτή και που βρίσκονται στη Μεγάλη Βρετανία και συγκεκριμένα στην περιοχή της Νορθουμβρίας. Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι οι αυτοί που ασχολούνταν με τη διακόσμηση και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τη φυτική διακόσμηση, δεν είχαν ως στόχο να αποδώσουν πιστά τη φύση γύρω τους ούτε να δημιουργήσουν ένα όμορφο έργο. Στόχος του ήταν να μεταφέρουν με έναν έντονο τρόπο τα μηνύματα που υπάρχουν στα Ευαγγέλια και στις Γραφές, πράγμα που επιβεβαιώνεται από την ανωνυμία που διατηρούν.

Η εικονογράφηση των χειρογράφων σημείωσε μεγάλη άνθηση στα χρόνια της βασιλείας του Καρλομάγνου αλλά και των διαδόχων του. Η αλλαγή του πολιτιστικού κλίματος που ήθελε να προωθήσει ο ίδιος, προσπαθώντας να επαναφέρει την κλασική παιδεία και τις επιρροές του ένδοξου παρελθόντος και που οδήγησαν σε αυτό που οι ιστορικοί έχουν ονομάσει Καρολίγγεια Αναγέννηση βοήθησε στην ανάπτυξη νέων τεχνικών. Φαίνεται, πως η αναζήτηση μιας μορφής τελειότητας που συμβαίνει τα χρόνια εκείνα, καταλήγει στα βιβλία. Για τους πιστούς χριστιανούς που έδιναν πολύ μεγάλη βάση στην τελετουργία, το βιβλίο αξίζει προνομιακή μεταχείριση, αφού είναι εκείνο που εμπεριέχει το Λόγο του Θεού, ο οποίος έχει σωθεί με το πέρασμα των χρόνων και ο οποίος, δημιουργεί μια πιο άμεση σχέση μεταξύ του ανθρώπου και του Δημιουργού. Η τέχνη του βιβλίου ήταν ιδιωτική, με αποτέλεσμα να είναι ανοιχτή σε καινοτομίες και βοήθησε να επανέλθουν μορφές τέχνης που υπήρχαν στην Αρχαιότητα και βρίσκονταν σε αδράνεια από το φόβο της επιστροφής στην παγανιστική πίστη. Μια από τις καινοτομίες που λαμβάνουν χώρα στην τέχνη της κατασκευής των μικρογραφιών στα χειρόγραφα και την οποία θα δούμε στη νωπογραφία μετά από αρκετούς αιώνες, είναι η μίμηση της προοπτικής, αφού αρχίζει να δίνεται η αίσθηση του βάθους στις παραστάσεις.

Η μικρογράμματη γραφή, η οποία αναφέρθηκε παραπάνω, ήταν μεγάλη εξέλιξη την περίοδο εκείνη. Βοήθησε σε μεγάλο βαθμό, την ανάπτυξη της παραγωγής των χειρογράφων που γινόταν στα εργαστήρια συγγραφής των μοναστηριών, αφού διευκόλυναν την αντιγραφή των κειμένων, τα οποία ήταν, κατά βάση, κείμενα λατινικής γραμματείας και λατινικές μεταφράσεις ελληνικών εκκλησιαστικών κείμενων. Αυτό το είδος γραφής είχε ως έμπνευση τη βυζαντινή «επισεσειρμένη» η οποία χρησιμοποιούνταν στα βυζαντινά αυτοκρατορικά scriptoria και ήταν απλή στη χρήση, σοβαρή στο στυλ και πλούσια σε χρώματα. Η διαφορά με την γραφή που ήταν μέχρι τότε διαδεδομένη ήταν μεγάλη. Οι Ρωμαίοι συνήθιζαν, για τις επίσημες γραφές τους, να χρησιμοποιούν κεφαλαία γράμματα, ενώ στις υπόλοιπες έναν συνδυασμό πεζών και κεφαλαίων. Πριν την επικράτηση της μικρογράμματης γραφής, τον 8ο αιώνα, υπήρξε μεγάλη επιδείνωση στον τομέα της γραφής στη δυτική Ευρώπη. Οι λέξεις κολλούσαν μεταξύ τους, ενώ πολλές ήταν και οι βραχυγραφίες. Με τον καινούργιο τρόπο γραφής τα γράμματα είναι στρογγυλά, ευανάγνωστα, πεζά και υπάρχει κενό μεταξύ των λέξεων ενώ χρησιμοποιούνται τυποποιημένες βραχυγραφίες και ελάχιστα συμπλέγματα γραμμάτων.

Γενικότερα, ο 8ος αιώνας θέτει τις βασικές αρχές που οριστικοποιούν την τεχνική των καλλιγραφημένων χειρογράφων. Η εμφάνιση του καλλιγραφημένου πρωτογράμματος είναι μια αρχή. Πλέον, είναι επιθυμητός ο νατουραλιστικός διάκοσμος και η παραστατική τέχνη των μικρογραφιών. Την ίδια εποχή, αρχίζει η χρησιμοποίηση πολύτιμων υλικών όπως ο χρυσός και το ασήμι για το διάκοσμο ενώ, παράλληλα, συναντούμε και τα πρώτα χειρόγραφα με κείμενα που δεν έχουν θρησκευτικό περιεχόμενο αλλά κοσμικό. Τα βιβλία διδασκαλίας, όμως, διακοσμούνταν μόνο με μελάνι ή και καθόλου.

Για να ολοκληρωθεί ή τέχνη της διακόσμησης των χειρογράφων χρησιμοποιούνταν και άλλες τεχνικές, όπως το σκάλισμα του ελεφαντοστού και η χρυσοχοΐα, οι οποίες φρόντιζαν για τη δημιουργία των πολυτελών εξώφυλλων, τα οποία γίνονταν μετά την ολοκλήρωση του κάθε έργου. Δυστυχώς, δεν έχουν φτάσει μέχρι τις μέρες πολλά από αυτά, αφού στη διάρκεια των αιώνων πολλοί τα κατέστρεφαν για να αποκτήσουν τους πολύτιμους λίθους που τα κοσμούσαν. Στα εξώφυλλα απεικονίζονταν βιβλικά θέματα με αφηγηματικό τρόπο σε κάθετο σχηματισμό. Τα θέματα αυτά ήταν παρμένα από εικόνες και γλυπτά της Ύστερης Αρχαιότητας.

Ο Ευαγγελιστής Μάρκος από το  Αυτοκρατορικό Ευαγγέλιο

 

Το Αυτοκρατορικό Ευαγγέλιο

Ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα τόσο για τη διακόσμηση των χειρογράφων μας το δίνει αυτό το βιβλίο, το οποίο είναι και γνωστό ως The Vienna Coronation Gospel. Δημιουργήθηκε στο Άαχεν, χρονολογείται λίγο πριν από το 800 και είναι γραμμένο στα λατινικά. Περιέχει τα τέσσερα ευαγγέλια και παραγγελιοδόχος ήταν ο ίδιος ο Καρλομάγνος. Μάλιστα, λέγεται ότι βρέθηκε στον τάφο του όταν ο αυτοκράτορας Όθων Γ' τον άνοιξε το 1000. Πρόκειται για μια δημιουργία που φανερώνει την πολιτιστική κληρονομιά της ελληνιστικής περιόδου, της ύστερης Αρχαιότητας και του Βυζαντίου που συνυπάρχουν στο Άαχεν, την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του Καρλομάγνου.

Στο χειρόγραφο απεικονίζονται οι ευαγγελιστές να βλέπουν τον παρατηρητή του έργου και είτε να γράφουν είτε να διαλογίζονται, ενώ φορούν λευκούς χιτώνες. Κάθονται σε θρόνους και πίσω από αυτούς φαίνεται το ανοιχτό τοπίο το οποίο μοιάζει ατμοσφαιρικό και που αποτελείται από λόφους, δέντρα και τον ανοιχτό ουρανό. Μελέτες έχουν δείξει ότι πιθανότατα δεν αποτελεί έργο ενός, αφού ο τρόπος ζωγραφικής υποδηλώνει τουλάχιστον έναν καλλιτέχνη επιπλέον.

Τα φύλλα του χειρογράφου είναι βαμμένα σε μωβ χρώμα και το κείμενο έχει γραφτεί με χρυσό μελάνι. Είναι εικονογραφημένο με εντυπωσιακές ζωγραφιές της καρολίγγειας περιόδου με εμφανή τα στοιχεία της βυζαντινής επιρροής και της παράδοσης της ύστερης Αρχαιότητας. Στο περιθώριο της πρώτης σελίδας του χειρογράφου, παρατηρούμε πως υπάρχει γραμμένο το όνομα «Δημήτριος πρεσβύτερος» με χρυσά και κεφαλαία γράμματα. Πιθανολογείται πως αυτή είναι η υπογραφή είτε του γραφέα είτε του εικονογράφου και ίσως υποδηλώνει ότι στην αυλή του Καρλομάγνου υπήρχαν και βυζαντινοί καλλιτέχνες. Άλλη άποψη είναι ότι το έργο είναι βυζαντινών καλλιτεχνών που είχαν περάσει κάποιο διάστημα στη Δύση.

Η αρχή από το Ψαλτήρι της Ουτρέχτης

Το ψαλτήρι της Ουτρέχτης

Ένα από τα πιο σημαντικά θρησκευτικά χειρόγραφα της Καρολίγγειας περιόδου, είναι και το Ψαλτήρι της Ουτρέχτης. Χρονολογείται μεταξύ του 820 και του 840 και είναι γραμμένο στα λατινικά, ενώ παραγγελιοδόχος θεωρείται ο αρχιεπίσκοπος της Reims.

Η εξαιρετική εμφάνισή σου και η φήμη του, οφείλονται στην απουσία χρώματος, αφού τα φύλλα του με τους εκατόν πενήντα ψαλμούς και τις δεκαέξι ωδές, διακοσμούνται με σχέδια σε σκούρο καφέ μελάνι. Όλα είναι εντυπωσιακά ζωντανά σχέδια και χαρακτηρίζονται από ένα εκστατικό, σχεδόν ιμπρεσιονιστικό στυλ. Η εικονογραφική αφήγηση των σκηνών γίνεται με έντονο και αρκετά δραματικό τρόπο και πρωτοτυπεί σε σχέση με τα υπόλοιπα χειρόγραφα της εποχής του.

Κάθε ψαλμός έχει και μια διαφορετική εικονογράφηση και η τεχνοτροπία του επηρέασε ιδιαίτερα την αγγλο-σαξονική τέχνη περίπου έναν αιώνα μετά τη δημιουργία του, αφού βρέθηκε στην Αγγλία και παρέμεινε εκεί για πολλά χρόνια είτε υπό την κατοχή κάποιου μοναστηριού είτε κάποιου ιδιώτη.

Πολλές θεωρίες υπάρχουν για το αν υπήρχε κάποια επιρροή για τη δημιουργία τέτοιων παραστάσεων και πολλοί υποστηρίζουν ότι ελληνικά και ιταλικά ψαλτήρια, του 4ου και του 5ου αιώνα τα οποία μελετήθηκαν στην αυλή του Καρλομάγνου μερικούς αιώνες μετά, ήταν η πηγή έμπνευσης για εκείνο της Ουτρέχτης. Άλλοι, θεωρούν ότι ο αρχιεπίσκοπος που ήταν παραγγελιοδόχος του χειρογράφου γνώριζε την τεχνική από την εποχή που ήταν βιβλιοθηκάριος στο Άαχεν και την μετέφερε και στη Reims.

Γλυπτική και μεταλλοτεχνία

Η μεγάλη παραγωγή χειρογράφων δημιούργησε την ανάγκη δημιουργίας εργαστηρίων που ειδικεύονταν στην κατεργασία των μετάλλων και του ελεφαντόδοντου, υλικά που κοσμούσαν τα πολύτιμα εξώφυλλα των βιβλίων. Όμως, δεν είναι μόνο τα εξώφυλλα των βιβλίων που χρησιμοποιούσαν τα πολύτιμα υλικά.

Η ανάπτυξη της θρησκείας και, κατά συνέπεια, η επιθυμία της Εκκλησίας για τη δημιουργία λαμπερών ναών οδηγεί σε μια σειρά σπουδαίων έργων τέχνης. Αγάλματα, τεφροδόχοι, εξώφυλλα βιβλίων και όλων των ειδών τα θρησκευτικά αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για τελετουργικούς σκοπούς από την Εκκλησία, παράγονται και παίζουν σημαντικό ρόλο στη μνημειώδη γλυπτική. Μάλιστα, όταν ο Καρλομάγνος δημιούργησε χυτήριο στο Άαχεν κατάφερε να αναβιώσει μεγάλης κλίμακας μπρούτζινες δημιουργίες.

Βέβαια, η καρολίγγεια χρυσοχοΐα, ευνοήθηκε πολύ από την μεγάλη εξέλιξη που είχε συμβεί στη Μεροβίγγεια περίοδο σε συνδυασμό με τις αρχαίες πρακτικές και η κοσμηματοτεχνία άνθησε με τα γεωμετρικά σχέδια να δεσπόζουν.

Ψηφιδωτό από το παρεκκλήσι Ζερμινύ ντε Πρε

Ψηφιδωτά και τοιχογραφίες

Ενώ από γραπτές πηγές της καρολίγγειας εποχής, έχουμε γνώση για την ύπαρξη τόσο ψηφιδωτών όσο και τοιχογραφιών, σε εκκλησίες και παλάτια, δυστυχώς, η συντριπτική πλειοψηφία δε σώζεται μέχρι τις μέρες μας.

Ψηφιδωτά που υπήρχαν στο Αυτοκρατορικό Παρεκκλήσιο του Καρλομάγνου απεικόνιζαν τον Χριστό σε θρόνο και τα σύμβολα των ευαγγελιστών κοντά του. Δίπλα από αυτό το κτίσμα βρισκόταν μια έπαυλη που άνηκε σε έναν στενό συνεργάτη του αυτοκράτορα, τον αρχιεπίσκοπο της Ορλεάνης. Εκεί υπήρχαν, όπως γνωρίζουμε, τοιχογραφίες, οι οποίες συμβόλιζαν τις Τέσσερις Εποχές και τις τέχνες, αλλά και ένας παγκόσμιος χάρτης της εποχής.

Όμως, δεν έχουν καταστραφεί όλα. Υπάρχει ένα παράδειγμα αποκατάστασης ψηφιδωτού στην αψίδα του παρεκκλησίου Ζερμυνί ντε Πρε που χρονολογείται το 806 και είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα της τέχνης του ψηφιδωτού της εποχής. Πρόκειται για μια απεικόνιση της Κιβωτού της Διαθήκης τη οποία περιβάλλουν άγγελοι.

Spolia- Σπαράγματα ερειπίων

Μια πρακτική η οποία ήταν πολύ γνωστή ήδη από την Ύστερη Αρχαιότητα και βρήκε την εφαρμογή της και πάλι από τους ανθρώπους εκείνης της περιόδου είναι εκείνη στη οποία χρησιμοποιούνται παλαιότερα υλικά από κτήρια ή ολόκληρα κομμάτια από τη διακοσμητική γλυπτική (spolia) για να φτιαχτούν καινούργια μνημεία.

Ένα παράδειγμα μας δίνει η ιστορία ενός έφιππου αγάλματος στη Ρώμη. Το συγκεκριμένο άγαλμα το είχε δει ο ίδιος ο Καρλομάγνος και το είχε θαυμάσει καθώς πίστευε ότι επρόκειτο για ένα άγαλμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Στην πραγματικότητα όμως απεικόνιζε τον Μάρκο Αυρήλιο και ήταν από τα λίγα που είχα σωθεί από την προ- χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Δεν είχε όμως καμία σημασία γιατί το άγαλμα είχε καθιερωθεί στη συνείδηση του κόσμου ως άγαλμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μάλιστα, ο αυτοκράτορας αγόρασε από τη Ραβέννα ένα άλλο έφιππο άγαλμα που πιστεύεται ότι απεικόνιζε τον Μέγα Θεοδόσιο, για να έχει και αυτός στο Άαχεν ένα που να ταιριάζει με εκείνο της Ρώμης.

Κλείνοντας, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω, πως σε μια περίοδο σαν και αυτή, όπου κυριαρχεί η ανασφάλεια και από την οποία δεν έχουν διασωθεί πολλά δημιουργήματα αλλά και οι γραπτές πηγές είναι πιο περιορισμένες, είναι πολύ σημαντικό που μιλάμε για μια αναγέννηση.

Τόσο η βασιλεία του Καρλομάγνου όσο και εκείνη του Λουδοβίκου Α' του Ευσεβούς, μπορεί να συνέπεσε με δύσκολα χρόνια αλλά έγιναν πολύ σημαντικές προσπάθειες για την καλυτέρευση του πνευματικού επιπέδου των ανθρώπων έστω και αν περιοριζόταν σε συγκεκριμένες ομάδες αρχικά.

Η γέννηση νέου ρυθμού στην αρχιτεκτονική και στη γλυπτική ήταν το πρώτο βήμα για την τέχνη της Δυτικής Ευρώπης σε μια νέα αρχή στην ιστορία της τέχνης. Ο προ-ρωμανικός ρυθμός είναι ο προάγγελος για αυτόν που θα ακολουθήσει και θα επηρεάσει την Ευρώπη στη συνέχεια: τον γοτθικό. Επίσης, η τέχνη των χειρογράφων και η μικρογράμματη γραφή φέρνει ως τις μέρες μας εκατοντάδες έργα, τα οποία σώθηκαν εξαιτίας της δουλειάς που κατέβαλλαν οι ειδικευμένοι μοναχοί στα σκριπτόρια.

Πρόκειται για μια εποχή πολιτιστικών μεταβολών που προαναγγέλλει τις αλλαγές που θα γίνουν στην Ευρώπη τους προσεχείς αιώνες.

Βιβλιογραφία:

1) S. Berstein & P. Milza, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ: ΑΠΟ ΤΗ ΡΩΜΑΪΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΣΤΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΚΡΑΤΗ 5ΟΣ – 18ΟΣ ΑΙΩΝΑΣ, Αθήνα, 1997.
2) D. Nicholas, Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, Αθήνα, 2005.
3) Ζαχαρίας Ν. Τσιρπανλής, Η ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΔΥΣΗ 5ΟΣ -15ΟΣ ΑΙΩΝΑΣ, Θεσσαλονίκη, 2004.
4) John Beckwith, EARLY MEDIEVAL ART, London, 2001.
5) Georges Duby, ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ, Αθήνα, 2005.
6) R. Furneau-Jordan, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ, Αθήνα, 1981.
7) G. Duby & Jean-Luc Daval (edit), SCULPTURE: FROM ANTIQUITY TO THE MIDDLE AGES, Koln, 2006.
8) E.H. Gombrich, ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ, Αθήνα, 1998.
9) J. Gympel, THE STORY OF ARCITECTURE: FROM ANTIQUITY TO THE PRESENT, Bonn, 2005.
10) Ingo F. Walter & Norbert Wolf, MASTERPIECES OF ILLUMINATION: THE WORLD'S MOST BEAUTIFUL ILLUMINATED MANUSCRIPTS FROM 400 TO 1600, Koln, 2005.

της Μαρίας Γεωργοπούλου, Ιστορικού


Τα Cookies μας επιτρέπουν να σας προσφέρουμε μια καλύτερη και ασφαλέστερη εμπειρία κατά τη χρήση του δικτυακού μας τόπου. Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Historical Quest αποδέχεστε τη χρήση Cookies. Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε διαβάστε τους Όρους Χρήσης & Απορρήτου.