Σύνδεση

Σύνδεση

"Η μεταστροφή του Κωνσταντίνου", ελαιογραφία του Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς, 1622, Μουσείο Τέχνης της Φιλαδέλφειας, ΗΠΑ

Ο Κωνσταντίνος (306-337) υπήρξε ο πρώτος αυτοκράτορας που προσχώρησε επισήμως στο χριστιανισμό και ο πρώτος αυτοκράτορας που οραματίστηκε να συνενώσει θρησκευτικά την αυτοκρατορία. Φιλοδοξούσε να συμβάλει στην οριστική αποσαφήνιση του χριστιανικού δόγματος και στην ομογενοποίηση των βασικών χαρακτηριστικών της θρησκευτικής λατρείας. Έτσι ένιωσε μεγάλη απογοήτευση και θλίψη όταν αντιλήφθηκε ότι οι χριστιανικές κοινότητες δεν διακατέχονταν από σύμπνοια αλλά αναλώνονταν σε δογματικές προστριβές.

Στην Αφρική οι δονατιστές αρνούνταν να αποδεχθούν ως ιερωμένους ανθρώπους οι οποίοι κατά την περίοδο των διωγμών είχαν θυσιάσει και η άρνησή τους δεν έβρισκε σύμφωνους τους ορθόδοξους χριστιανούς και προκαλούσε μεγάλη αναστάτωση στους κόλπους της Εκκλησίας. Οι δονατιστές απευθύνθηκαν στον Κωνσταντίνο απαιτώντας να μεσολαβήσει στη διένεξή τους με τους ορθόδοξους χριστιανούς οι οποίοι έδειχναν σαφώς μεγαλύτερη κατανόηση για την ανθρώπινη αδυναμία. Όταν απέτυχε να αναγκάσει, με μια σειρά συμβουλευτικών επιστολών, τους δονατιστές να συμμορφωθούν με τις επιθυμίες των ορθοδόξων χριστιανών, ο Κωνσταντίνος άρχισε να τους διώκει, εξόρισε τους ηγέτες τους και κατάσχεσε τις εκκλησίες τους. Πρόθεσή του ήταν να ενώσει τους χριστιανούς. Σύντομα όμως κατάλαβε ότι η πολιτική του δεν διέφερε πολύ από εκείνη των εθνικών προκατόχων του και κινδύνευε να μείνει στην ιστορία ως διώκτης χριστιανών. Έτσι στις 5 Μαΐου του 321, τρεις μόλις μήνες μετά την έναρξη της καταπιεστικής πολιτικής του εναντίον των δονατιστών, δήλωσε ότι ήταν κουρασμένος από την πολιτική πίεσης που εφάρμοζε και λυπημένος που οι μέθοδοί του αποδεικνύονταν άκαρπες και παρέπεμψε τους δονατιστές στο Θεό να κρίνει την τύχη τους. Οι δονατιστές συνέχισαν απτόητοι την ανεξάρτητη πορεία τους τουλάχιστον μέχρι τον έβδομο αιώνα όταν κατέλαβαν την Αφρική οι Άραβες και σχεδόν εξαλείφθηκε ο χριστιανισμός. Οι θρησκευτικές διώξεις του Κωνσταντίνου απέτυχαν και για έναν ακόμη λόγο, καθώς άνοιξαν το δρόμο για το κυνήγι των μαγισσών του μεσαιωνικού κόσμου.

Μια δεύτερη εκτεταμένη έριδα της χριστιανικής Εκκλησίας ταλάνισε τον Κωνσταντίνο, η διένεξη του επισκόπου Αλεξανδρείας Αλέξανδρου και ενός από τους πρεσβυτέρους του, του Άρειου. Ο Κωνσταντίνος συνέταξε μια επιστολή που απεύθυνε και στις δύο αντιμαχόμενες ομάδες με την οποία προσπαθούσε να τις συνετίσει ώστε να επιλύσουν άμεσα τις παιδαριώδεις, καθώς έλεγε, διαφορές τους. Ο τόνος του αυτοκράτορα είναι σχεδόν ικετευτικός: «αποδώστε μου γαλήνιες ημέρες και αμέριμνες νύχτες για να μπορώ και εγώ να απολαύσω του λοιπού κάποια ευχαρίστηση στο καθαρό φως και την ευφροσύνη μιας ήσυχης ζωής», (μετάφραση από Jones Arnold, Ο Κωνσταντίνος και ο εκχριστιανισμός της Ευρώπης, μετ. Αλέξανδρος Κοτζιάς, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα, χ.χ., σ. 143).

Το 325 συνεκλήθη από τον αυτοκράτορα η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια με σκοπό την πάταξη του αρειανισμού. Ο Άρειος δίδασκε ότι ο Υιός δεν είναι όμοιος με το Θεό αλλά κτίσμα Του. Σε αυτή τη σύνοδο διατυπώθηκαν τα πρώτα επτά άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως, που ισχύει μέχρι σήμερα, και διευκρινίστηκε ότι ο Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, ύστερα από πρόταση του ίδιου του Κωνσταντίνου ο οποίος ακολούθησε τη συμβουλή του μόνιμου εκκλησιαστικού του συμβούλου, του Ισπανού επισκόπου Όσιου. Συζητήθηκε επίσης, όπως και στη Σύνοδο της Αρελάτης το 314, η ημερομηνία καθορισμού του χριστιανικού Πάσχα και ορίστηκε ότι δεν θα πρέπει να συμπίπτει με το εβραϊκό Πάσχα τον μήνα Νισάν, αλλά να εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της εαρινής ισημερίας. Αποφασίστηκε η επιεικής ενσωμάτωση των αιρετικών της Ιταλίας νοβατιανών και της Αιγύπτου μελιτιανών, αναγνωρίστηκε η πρωτοκαθεδρία των επισκόπων Ρώμης, Αλεξανδρείας και Αντιόχειας, αποκλείστηκαν από τη διεκδίκηση ιερατικών αξιωμάτων όσοι είχαν αυτοευνουχιστεί, ανακοινώθηκε ότι οι άγαμοι κληρικοί δεν επιτρεπόταν να διαμένουν στο ίδιο σπίτι με γυναίκες που δεν ήταν κοντινοί συγγενείς τους και διατυπώθηκε η πρόταση οι χριστιανοί κληρικοί να μένουν άγαμοι και μάλιστα να χωρίσουν οι έγγαμοι κληρικοί. Η πρόταση απορρίφθηκε καθώς θεωρήθηκε πολύ σκληρή για την ανθρώπινη κατάσταση και υποτιμητική για το θεσμό του γάμου και ότι θα έθετε σε δοκιμασία τις διαζευγμένες γυναίκες των κληρικών και τελικά αποφασίστηκε η απαγόρευση του γάμου μόνο μετά τη χειροτονία. Στη Σύνοδο παρευρέθησαν τριακόσιοι περίπου επίσκοποι, κυρίως από την Ανατολή, ένας μάλιστα ήλθε από την Περσία (η ανταπόκριση της Δύσης στην πρόσκληση του Κωνσταντίνου ήταν περιορισμένη). Όταν τερματίστηκαν οι συζητήσεις της Συνόδου ο Κωνσταντίνος κάλεσε τους επισκόπους στον λαμπρό εορτασμό της συμπλήρωσης εικοσαετίας από την ανάρρησή του στο θρόνο που συνέπεσε την ίδια περίοδο.

Απεικόνιση της Α' Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας σύμφωνα με την ορθόδοξη τεχνοτροπία

Η Σύνοδος έκανε την επίσημη έναρξη των εργασιών της στις 20 Μαΐου του 325 σε μια μεγάλη αίθουσα των αυτοκρατορικών ανακτόρων της Νίκαιας. Ο Κωνσταντίνος εισήλθε στην αίθουσα με την επίσημη αυτοκρατορική του ενδυμασία, κάθισε στο χρυσό του θρόνο, έκαψε επιδεικτικά τα γράμματα των επισκόπων που του είχαν σταλεί και περιείχαν κατηγορίες εναντίον ομολόγων τους και εκφώνησε ένα σύντομο λόγο στα λατινικά, την επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας, στον οποίο έκανε θερμή έκκληση για ενότητα, εξέφρασε την οδύνη του για τις αδελφοκτόνους έριδες που, κατά τη γνώμη του, ήταν χειρότερες από πολέμους και επιδρομές και παρότρυνε τους συναθροισμένους επισκόπους να κερδίσουν την εύνοια του Θεού και την ευγνωμοσύνη του αυτοκράτορα με την ταχεία εξομάλυνση των διαφορών τους και την επίτευξη της ομόνοιας. Ο Κωνσταντίνος πλήρωσε τα έξοδα μετακίνησης των επισκόπων από τις έδρες τους στη Νίκαια, παρακολούθησε προσεκτικά τις συνεδρίες, που κράτησαν δύο μήνες και ακολουθούσαν σαν πρότυπο τους κανόνες της ρωμαϊκής Συγκλήτου και των συμβουλίων των πόλεων, ενίοτε προήδρευσε ο ίδιος σε αυτές και παρενέβαινε στη συζήτηση όποτε το θεωρούσε σκόπιμο, με συμβιβαστική όμως πάντα διάθεση, και κατέστησε προνόμιο του εκάστοτε αυτοκράτορα να συγκαλεί εκκλησιαστικές συνόδους, να παρίσταται και να έχει το δικαίωμα λόγου και έφεσης στις αποφάσεις τους. Ο Κωνσταντίνος με τη στάση του εγκαινίασε μια νέα στενότατη σχέση αυτοκράτορα και χριστιανικής Εκκλησίας, γνωστή ως καισαροπαπισμός, που χαρακτήρισε ολόκληρη τη βυζαντινή ιστορία. Η Εκκλησία αιφνίδια απέκτησε έναν προστάτη, αλλά και έναν ελεγκτή.

Η Σύνοδος της Νίκαιας αφόρισε τον Άρειο ο οποίος, όμως, αμέσως μετά την καταδικαστική απόφαση προσέγγισε τον αυτοκράτορα και δήλωσε ειλικρινά μετανοημένος και έτοιμος να υποταχθεί στις αποφάσεις της Συνόδου και, έτσι, ο Κωνσταντίνος έκανε δεκτό σε κοινωνία τον Άρειο το φθινόπωρο του 327, γεγονός που δεν ήθελε με κανένα τρόπο να δεχθεί ο διάδοχος του Αλέξανδρου στον επισκοπικό θρόνο της Αλεξανδρείας, το 328, Μέγας Αθανάσιος, όπως δεν ήθελε να δεχθεί και τους μελιτιανούς, μέλη μιας σχισματικής ομάδας της Αιγύπτου με τις ίδιες αρχές με τους δονατιστές. Ο Αθανάσιος ήταν δυναμικός και άκαμπτος και, σε αντίθεση με τον Κωνσταντίνο, ενδιαφερόταν περισσότερο για τη διαλεύκανση σημείων του δόγματος παρά για την ενότητα της Εκκλησίας, κάτι που του κόστισε συνολικά πέντε εξορίες, για μια εκ των οποίων, στους Τρεβήρους, ευθυνόταν ο Κωνσταντίνος. Ο Αθανάσιος είχε κατηγορηθεί στον Κωνσταντίνο από τους μελιτιανούς ότι η συμπεριφορά του απέναντι τους δεν ήταν η ενδεδειγμένη χριστιανική συμπεριφορά και μάλιστα ευθυνόταν για το θάνατο του επισκόπου τους Αρσένιου και περιέφεραν το χέρι του νεκρού για να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους. Κυκλοφορούσε, επίσης, η φήμη ότι ο Αθανάσιος είχε απειλήσει να εμποδίσει τη μεταφορά σιταριού από την Αλεξάνδρεια στην Κωνσταντινούπολη. Ο Κωνσταντίνος ποτέ δεν αμφισβήτησε την ορθότητα της πίστης του Αθανάσιου και δεν τον καθαίρεσε από την επισκοπική του θέση, απλά δεν ανεχόταν την αδιαλλαξία που έδειχνε στα δογματικά ζητήματα που ήταν πραγματικό εμπόδιο για την επίτευξη ομόνοιας στους κόλπους της χριστιανικής Εκκλησίας. Το 333 ο Κωνσταντίνος στράφηκε και πάλι εναντίον του Άρειου και διέταξε να καούν δημόσια όλα τα βιβλία που περιείχαν τις διδασκαλίες του. Σύντομα, όμως, άλλαξε γνώμη και ο Άρειος έγινε τελικά δεκτός στους κόλπους της εκκλησίας στη Σύνοδο της Ιερουσαλήμ το 335. Ο Μαρκέλλος, επίσκοπος Άγκυρας, εξέφρασε την έντονη δυσαρέσκειά του για την επάνοδο του Άρειου στην Εκκλησία και την αποπομπή του Αθανάσιου, με αποτέλεσμα να καθαιρεθεί από τη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης. Ο αποκρουστικός τρόπος του θανάτου του Άρειου από αιμορραγία στα έντερα στο λουτρό του, αποτελούσε ντροπιαστικό γεγονός για τους οπαδούς του και θεωρήθηκε από τους ορθόδοξους χριστιανούς τρανή απόδειξη της θέλησης και της δύναμης του Θεού κατά των αντιπάλων Του.

Ο Ευσέβιος υπήρξε οπαδός του Άρειου, όμως προσυπόγραψε τις αποφάσεις της Συνόδου της Νίκαιας και γενικά κράτησε μια διαλλακτική στάση που ήταν αρεστή στον Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος πέθανε χωρίς να επιτύχει την πολυπόθητη ενότητα της χριστιανικής Εκκλησίας. Όταν προσχώρησε στο χριστιανισμό και ανέλαβε την προώθησή του και την προστασία της Εκκλησίας δεν είχε φανταστεί τις δυσκολίες του έργου που αναλάμβανε. Ο Αθανάσιος παρέμεινε άκαμπτος στις θέσεις του. Ο γιος του Κωνσταντίνου Κωνστάντιος, μετά το θάνατο του πατέρα του, υποστήριξε φανερά τον αρειανισμό.

Απεικόνιση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας. Ο Μέγας Κωνσταντίνος βρίσκεται στο κέντρο περιτριγυρισμένος από Εκκλησιαστικούς Πατέρες. Ο ρόλος περιέχει το πρώτο μισό του Συμβόλου Πίστεως

Η αποσαφήνιση και η ομογενοποίηση του χριστιανικού δόγματος θα χρειαζόταν συνεχείς συγκλήσεις συνόδων. Το 381 συνεκλήθη η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη επί αυτοκρατορίας Θεοδόσιου του Α΄, στην οποία προστέθηκε στο Σύμβολο της Πίστεως η ρήτρα ότι το Άγιο Πνεύμα είναι εκ του Πατρός εκπορευόμενον. Το 431 συνεκλήθη η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος στην Έφεσο, η οποία καταδίκασε το νεστοριανισμό. Ο Νεστόριος ήταν πατριάρχης Κωνσταντινούπολης το 428 και πίστευε ότι η Παρθένος Μαρία πρέπει να αποκαλείται Χριστοτόκος και όχι Θεοτόκος. Το 451 συνεκλήθη η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Χαλκηδόνα η οποία καταδίκασε τον μονοφυσιτισμό, δηλαδή τις διδασκαλίες του Απολλινάριου από Λαοδίκεια Συρίας και του μοναχού Ευτύχη οι οποίοι υποτιμούσαν την ανθρώπινη πλευρά του Ιησού.

Για τον Κωνσταντίνο, όπως και για πολλούς από εμάς σήμερα, φαίνονταν ασήμαντες και κάπως περιττές οι δογματικές διαφορές που ταλαιπωρούσαν τους ανθρώπους της ύστερης αρχαιότητας και του Βυζαντίου. Για τον Κωνσταντίνο η ενότητα της εκκλησίας ήταν πολύ πιο σπουδαία από το δόγμα. Για τους συγχρόνους του όμως αυτά τα ζητήματα είχαν πρωταρχική σημασία και έπρεπε να διαλευκανθούν άμεσα και να γίνουν επειγόντως αποδεκτά από όλους, αλλιώς, πίστευαν, υπήρχε κίνδυνος να επισύρουν την οργή του Θεού. Ο Κωνσταντίνος απεύθυνε πλήθος επιστολών στους επισκόπους που διαπληκτίζονταν, με σκοπό να τους συνετίσει ώστε να έρθουν σε συμβιβασμό επισημαίνοντάς τους ότι οι διαφορές τους είναι στην πραγματικότητα λεπτές, ότι είναι προτιμότερο για τον άνθρωπο να αφήνει αδιερεύνητα κάποια ζητήματα που αφορούν τη φύση του Θεού, καθώς αδυνατεί να τα συλλάβει, και ότι η διχόνοια δεν είναι αρεστή στο Θεό. Όπως προκύπτει από τις επιστολές του ίδιου του Κωνσταντίνου δύο ζητήματα τον ανησυχούσαν, η εντύπωση που θα προκαλούσαν οι έριδες των χριστιανών στους εθνικούς αλλά, κυρίως, η εντύπωση που θα προκαλούσαν οι έριδες των χριστιανών στο Θεό. Ο Κωνσταντίνος φοβόταν μήπως, άθελά του, ο Ύψιστος προσβληθεί με τις χριστιανικές έριδες και με την ανικανότητα του αυτοκράτορα να τις εξαλείψει. Ο Κωνσταντίνος δεν μπορούσε να μείνει αδρανής και να διακινδυνεύσει να εκδηλωθεί η θεϊκή οργή με τη μορφή φυσικών καταστροφών για την αυτοκρατορία και ασθενειών για τον ίδιο. Στην αρχαιότητα τόσο ανάμεσα σε εθνικούς, όσο και σε χριστιανούς, ήταν ευρέως διαδεδομένη η αντίληψη ότι το δυσαρεστημένο θείο μπορούσε ανά πάσα στιγμή να πλήξει ανελέητα ανθρώπους και τόπους. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι οι σύγχρονοι του Κωνσταντίνου συγγραφείς Ευσέβιος και Λακτάντιος τόνιζαν επανειλημμένα στα έργα τους, με εμφανή ικανοποίηση μάλιστα, τους φρικτούς θανάτους που βρήκαν οι διώκτες των χριστιανών, αυτοκράτορες και αξιωματούχοι, που είχαν τολμήσει να δυσαρεστήσουν το Θεό. Φαίνεται ότι ο Κωνσταντίνος είχε πειστεί απόλυτα για την αλήθεια των λεγομένων τους.

Διαβάζουμε στις επιστολές του Κωνσταντίνου: «αυτοί ακριβώς οι άνθρωποι που θα έπρεπε να διάγουν με αδελφική και αρμονική ομόνοια, αναισχύντως και μάλιστα αμαρτωλώς διαπληκτίζονται μεταξύ τους και προσφέρουν μια ευκαιρία για να τους χλευάζουν εκείνοι που οι ψυχές τους μένουν ξένες προς την αγιότατη πίστη» και «θεωρώ απολύτως αντίθετο στο θείο νόμο το να παραμελούμε παρόμοιες διενέξεις και έριδες, από τις οποίες ίσως εξοργιστεί ο Ύψιστος όχι μόνο εναντίον του ανθρώπινου γένους, αλλά και εναντίον μου, στην φροντίδα του οποίου έχει, με την ουράνια θέλησή Του, αναθέσει τη διακυβέρνηση όλων των επίγειων πραγμάτων, και μήπως εξοργιστεί μέχρι του σημείου ώστε να λάβει κανένα κάποιο δυσμενές μέτρο», και «ενδέχεται λόγω του υπέρμετρου πείσματος σας να συμβεί κάτι που θα δυσαρεστήσει τον επουράνιο Θεό και θα παραβλάψει πολύ την υπόληψή μου, η οποία θέλω να μείνει ακηλίδωτη», (μετάφραση από Jones, Κωνσταντίνος και εκχριστιανισμός, σ. 110-111 και 117).

Ευχαριστώ ιδιαίτερα τον κ. Δημήτρη Κυρτάτα και τον κ. Δημήτρη Κουμανιώτη που μου ενέπνευσαν τη σύνταξη του συγκεκριμένου άρθρου.

Ενδεικτική βιβλιογραφία για τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο και την εποχή του:

Barnes T. D., Constantine and Eusebius, Κέιμπριτζ και Μασαχουσέτη, 1981.

Του ίδιου, The New Empire of Diocletian and Constantine, Harvard University Press, 1982.

Του ίδιου, Athanasius and Constantius. Theology and Politics in the Constantinian Empire, Harvard University Press, 1993, 20013.

Grant Michael, The Emperor Constantine, Λονδίνο, 1993.

Jones Arnold, Ο Κωνσταντίνος και ο εκχριστιανισμός της Ευρώπης, μετ. Αλέξανδρος Κοτζιάς, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα, χ.χ.

Ιωσήφ Δέσποινα και Μαρώ Τριανταφύλλου, Απόκρυφες Πράξεις Παύλου και Θέκλας, εκδόσεις Κατάρτι, Αθήνα, 2008.

Κυρτάτας Δημήτρης, Επίκρισις: Η κοινωνική δομή των χριστιανικών κοινοτήτων από τον πρώτο έως τον τρίτο αιώνα, πρόλογος G. E. M. De Ste Croix, μετ. Γιάννης Κρητικός, Εστία, Αθήνα, 1992.

Του ίδιου, Χόλος γυναικός και άλλες ιστορίες από τον ερωτικό βίο των αρχαίων Ελλήνων, με εικόνες του Αλέκου Λεβίδη, Άγρα, Αθήνα, 1999.

Του ίδιου, Ιερείς και προφήτες: Η παραγωγή και η διαχείριση του δόγματος στον πρώιμο χριστιανισμό, Ινστιτούτο του Βιβλίου- Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα, 2000.

Του ίδιου, Απόκρυφες Ιστορίες. Μύθοι και θρύλοι από τον κόσμο των πρώτων χριστιανών, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 2003.

Odahl Matson Charles, Constantine and the Christian Empire, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, 2004.


Τα Cookies μας επιτρέπουν να σας προσφέρουμε μια καλύτερη και ασφαλέστερη εμπειρία κατά τη χρήση του δικτυακού μας τόπου. Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Historical Quest αποδέχεστε τη χρήση Cookies. Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε διαβάστε τους Όρους Χρήσης & Απορρήτου.