Σύνδεση

Σύνδεση

Δύο όψεις χρυσού βυζαντινού νομίσματος του αυτοκράτορος Φωκά (602 – 610 μ.Χ.)

Σφραγίδες

Οι βυζαντινές σφραγίδες συνθέτουν ένα πολύχρωμο σκηνικό και αποτελούν ανοικτό βιβλίο πληροφόρησης για το βίο και τον πολιτισμό των Βυζαντινών, καθώς το Βυζάντιο αποτελούσε την πεμπτουσία της γραφειοκρατίας, αλλά και της ιδιωτικής επιστολογραφίας, μια και η αλληλογραφία ήταν η κυρίαρχη μορφή επικοινωνίας. Οι σφραγίδες, τα μολύβδινα δηλαδή πλακίδια με μικρή διάμετρο 10 έως 45 χιλιοστά, απεικόνιζαν ιερά πρόσωπα και έφεραν μια επιγραφή, που φανέρωνε το όνομα και την ιδιότητα του κατόχου της σφραγίδας. Χρησιμοποιούνταν για τη σφράγιση της αλληλογραφίας και κατασκευάζονταν από μόλυβδο, από άργυρο για τα επίσημα έγγραφα του πατριάρχη και των δεσποτών και από χρυσό για ορισμένα αυτοκρατορικά έγγραφα.

Μολυβδόβουλλα

Τα μολυβδόβουλλα, οι μολύβδινες σφραγίδες ή βούλλες, εξασφάλιζαν το απόρρητο και πιστοποιούσαν την αυθεντικότητα της ιδιωτικής αλληλογραφίας, αλλά και των επισήμων εγγράφων. Χρησιμοποιήθηκαν σωρηδόν στο Βυζάντιο από όλες τις κοινωνικές και επαγγελματικές τάξεις. Τα μολυβδόβουλλα σφράγιζαν την αλληλογραφία κάθε είδους κρατικών και εκκλησιαστικών αξιωματούχων, αλλά και απλών ιδιωτών. Επίσης, τα μολυβδόβουλλα επιβεβαίωναν το γνήσιο της υπογραφής του αποστολέα, καθώς πολλές φορές αυτή καθ' εαυτή η υπογραφή παραλειπόταν. Τέλος, με μολύβδινες βούλλες σφραγίζονταν δέματα εμπορευμάτων, που προορίζονταν για εξωτερικό εμπόριο και περνούσαν από τελωνειακό έλεγχο. Σώθηκαν χιλιάδες τέτοιες σφραγίδες, πολλές από τις οποίες βρέθηκαν στην αμμώδη παραλία της Κωνσταντινούπολης. Η χρονολόγησή τους όμως είναι ιδιαίτερα δύσκολη λόγω του μικρού σχήματος, της πρόχειρης επεξεργασίας και της κακής διαχείρισης τους.

Χρυσόβουλλα

Οι χρυσές βούλλες επικύρωναν την επίσημη κρατική αλληλογραφία του Βυζαντινού αυτοκράτορα. Το χρυσόβουλλο ήταν επίσημο δημόσιο έγγραφο, που έφερε χρυσή σφραγίδα με την οποία βεβαιωνόταν η αυθεντικότητα του διατάγματος. Η χρυσή βούλλα των αυτοκρατορικών εγγράφων λόγω του πολύτιμου υλικού και της επεξεργασίας της αποτελούσε κόσμημα του εγγράφου.

Η σημασία των σφραγίδων για τη γνώση της διοικητικής, εκκλησιαστικής, στρατιωτικής και οικονομικής διάρθρωσης της αυτοκρατορίας είναι πασίδηλη. Διασώθηκαν πολλές σφραγίδες μητροπόλεων, μονών, γηροκομείων και άλλων ευαγών ιδρυμάτων. Η επιγραφή της σφραγίδας που φανέρωνε τον κάτοχο της ήταν έμμετρη. Η ανεκτίμητη προσφορά του V. Laurent στον τομέα της Σφραγιστικής κορυφώθηκε με την κατάρτιση του Corpus των σφραγίδων.

Αργυρό νόμισμα που παριστάνει τον Μ. Κων/νο με κράνος, στο οποίο είναι χαραγμένο το χριστόγραμμα (Μόναχο, Κρατική Νομισματική Συλλογή)

Επιγραφές

Ενώ η αρχαιότητα χρησιμοποιούσε, για τη δημοσίευση επίσημων εγγράφων, την τέχνη της χάραξης σε λίθο, το Βυζάντιο δε διατήρησε αυτή τη συνήθεια. Ένα από τα πιο γνωστά παραδείγματα είναι η επιγραφή, που βρίσκεται στο μουσείο της Κωνσταντινούπολης και περιέχει τη διάταξη του Αναστάσιου του Α΄. Οι χριστιανικές επιγραφές περιείχαν πολύτιμες πληροφορίες για την εξάπλωση του Χριστιανισμού, τη διαμόρφωση της λατρείας, την οργάνωση της Εκκλησίας, την ίδρυση ναών ενώ παράλληλα φώτιζε τις πτυχές του καθημερινού βίου. Οι βυζαντινές επιγραφές γεννούσαν όμως πολλές δυσκολίες από άποψη συλλογής του υλικού και από άποψη χρονολόγησης. Όσον αφορά το θέμα της χρονολόγησης τα επιγραφικά, γλωσσικά, συντακτικά και ορθογραφικά κριτήρια προσέφεραν μικρή βοήθεια, διότι η χάραξη και το σχήμα των γραμμάτων δεν ακολουθούσε κάποιους κανόνες και η παιδεία των χαρακτών ήταν υποτυπώδης. Εξαίρεση αποτελούσαν οι επίσημες επιγραφές στα τείχη των πόλεων, στα έργα μικροτεχνίας καθώς και οι επιγραφές, που συνοδεύαν γλυπτικές (π.χ. τα μονογράμματα του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας στην Αγία Σοφία) ή ψηφιδωτές απεικονίσεις επίσημων προσώπων (απεικόνιση του Ιωάννη Β΄ Κομνηνού, της συζύγου του και του διαδόχου του Αλέξη στην Αγία Σοφία). Αυτές οι επιγραφές εφέραν επιμελή χάραξη όσον αφορά τους τίτλους των προσώπων και τη μεταξύ τους ιεράρχηση και ακολουθούσαν το πρωτόκολλο της αυτοκρατορικής γραμματείας.

Παραδείγματα επιγραφών, που αφορούσαν την ανοικοδόμηση ή την ανακαίνιση τειχών, πύργων ή πυλών φρουρίου, έχουμε από την Κωνσταντινούπολη, την Άγκυρα, τη Νίκαια, την Αντιόχεια και τη Θεσσαλονίκη. Δείγματα επιγραφών σε μεταλλικά αντικείμενα αποτελούσαν οι επιγραφές του βασιλικού στέμματος της Ουγγαρίας (Μιχαήλ ἐν Χριστῷ πιστός βασιλεύς Ῥωμαίων ὁ Δούκας, Κωνσταντῖνος βασιλεύς Ῥωμαίων ὁ Πορφυρογέννητος).

Κατηγορίες βυζαντινών επιγραφών

Οι βυζαντινές επιγραφές ήταν ως επί το πλείστον κτητορικές και επιτάφιες. Οι κτητορικές μας πληροφορούσαν για την ίδρυση ή την ανακαίνιση ναών, μονών, κοινωφελών ιδρυμάτων και γεφυρών. Επειδή τις περισσότερες φορές ο κτήτορας, που μνημονευόταν στις επιγραφές, ασκούσε κάποιο κρατικό λειτούργημα ή άνηκε στην εκκλησιαστική τάξη, η συμβολή των επιγραφών αυτών στην προσωπογραφία της επαρχιακής διοίκησης, πολιτικής και εκκλησιαστικής ήταν ιδιαίτερα αξιόλογη.

Οι επιτάφιες επιγραφές ήταν συνήθως ολιγόστιχες και διαιώνιζαν τα ονόματα, τα επαγγέλματα και τα αξιώματα των νεκρών και επέτρεπαν την παρακολούθηση της εξάπλωσης του χριστιανισμού μεταξύ των διαφόρων εθνοτήτων και κοινωνικών στρωμάτων της αυτοκρατορίας. Οι επιτάφιες επιγραφές μπορεί να περιορίζονταν στο όνομα του νεκρού, πολλές φορές όμως περιελάμβαναν και άλλα στοιχεία όπως το όνομα εκείνου που φρόντισε για την ταφή ή το μνημείο, πληροφορίες για το νεκρό (επάγγελμα, καριέρα, ηλικία,) ή και τον τρόπο του θανάτου του (σε επιτάφιες επιγραφές δημόσιου χαρακτήρα για επιφανείς νεκρούς αλλά και σε πολυάριθμες ιδιωτικές), λόγια χαιρετισμού και οδύνης, απειλές εναντίον εκείνων που θα παραβιάσουν τον τάφο (κυρίως σε επιτάφιες επιγραφές της αυτοκρατορικής εποχής).

Γενικά λόγω της θέσης της θρησκείας στη ζωή των Βυζαντινών, οι επιγραφές μπορεί να αποτελούσαν μαρτυρίες για τα προνόμια που χορήγησε το κράτος στην Εκκλησία και για την ασυλία των ναών. Στα χρόνια που δεν υπήρχε ένα σταθερό δόγμα, διασώθηκαν και κάποιες επιγραφές αιρετικών. Επίσης σε κάποιες επιτάφιες επιγραφές συναντάμε και μικρά αποσπάσματα από ψαλμούς ή λειτουργικά κείμενα, που έδιναν πληροφορίες για την εξέλιξη της χριστιανικής λειτουργίας.

Τόσο από την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα όσο και από το Βυζάντιο διασώθηκαν χαράγματα (τα λεγόμενα graffiti), που μας μετέφεραν τον παλμό της ζωής. Σώθηκαν είτε σε μεμονωμένα αντικείμενα είτε σε τοίχους αρχαίων μνημείων είτε σε σύγχρονα οικοδομήματα των μικρασιατικών πόλεων. Τα πολιτικά πάθη και οι μεταστροφές του λαϊκού φρονήματος είχαν αφήσει τα ίχνη τους σε πολλά χαράγματα στα οποία ήταν έκδηλη η συμπάθεια του χαράκτη για το δήμο της προτίμησής του, των Πράσινων ή των Βένετων : Νικᾶ ἡ τύχη Πρασίνων, ὀρθοδόξων Πρασίνων. Νικᾶ ἡ τύχη Εὐτοκίου καί Βενετών.

Τέλος μεγάλη σημασία έχουν τα χαράγματα στους κίονες του Παρθενώνα, τα οποία ανέρχονται σε 232. Το «λίθινο χρονικό», όπως χαρακτηρίστηκαν αυτές οι 232 επιγραφές χαραγμένες στα μάρμαρα του Παρθενώνα φώτισαν την εκκλησιαστική ιστορία της Αθήνας και απέδειξαν περίτρανα την αδιάσπαστη και συνεχή διατήρηση του ελληνικού στοιχείου.

Νόμισμα με την παράσταση του Μ. Κωνσταντίνου και του λαβάρου. Κατασκευάστηκε στη Κων/λη το 337 μ.Χ.

Νομίσματα

Τα νομίσματα φώτιζαν το δημόσιο βίο ως νομισματική μονάδα και ως εικονογραφημένο αντικείμενο για την παρακολούθηση των πολιτικών, πνευματικών, θρησκευτικών, ιδεολογικών και καλλιτεχνικών ροπών της κάθε εποχής. Τα βυζαντινά νομίσματα ήταν χρυσά, αργυρά και χάλκινα κέρματα. Κάποια από τα νομίσματα ήταν το χρυσό σημίσιο, ο χρυσός σόλιδος, το αργυρό εξάγραμμο, το χρυσό τρημίσιο, το αργυρό μιλιαρήσιο, το χρυσό υπέρπυρο. Στα χρόνια του πρώιμου Βυζαντίου, ο χρυσός solidus, ή σόλδιο, ήταν το νόμισμα που χρησιμοποιούταν για την κάλυψη των διοικητικών και στρατιωτικών αναγκών του κράτους. Η περιεκτικότητα σε χρυσό του solidus aureus (χρύσινος, νόμισμα, υπέρπυρον) ανερχόταν σε 4, 48 γραμμάρια και παρέμεινε αμετάβλητη από τη νομισματική σταθεροποίηση του Κωνσταντίνου μέχρι τη βασιλεία του Νικηφόρου Γ΄ Βοτανειάτη, όπου παρατηρήθηκε η πρώτη μείωση. Από το τελευταίο τέταρτο του ΙΑ' αιώνα συνεχίστηκε η μείωση της περιεκτικότητας σε χρυσό των νομισμάτων. Η αγοραστική αξία του χρυσού ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη σημερινή και η σχέση χρυσού και αργύρου ήταν 1:12.

Επάνω στα νομίσματα χαράσσονταν είτε οι μορφές των ηγεμόνων υποτυπωδώς ως προς τα ατομικά χαρακτηριστικά και επαρκώς ως προς το γενικό περίγραμμα για την εξακρίβωση των πολιτειακών καταστάσεων και των δυναστικών σχέσεων, είτε διάφορα σύμβολα της εθνικής θρησκείας αρχικά και της χριστιανικής μετέπειτα (Νίκη, ηλιακό άρμα, προσωποποίηση της Ρώμης ή της Κωνσταντινούπολης, ο Χριστός, η Θεοτόκος, ο Σταυρός, άγιοι), που απηχούσαν τις ισχύουσες θρησκευτικές αντιλήψεις. Αυτές οι παραστάσεις αποτελούσαν σημαντική πηγή πληροφοριών για την ιστορία της τέχνης.

Χάλκινο Βυζαντινό νόμισμα, Ιουστινιανός A΄, 539-540μ.Χ.

Επιγραφές νομισμάτων

Η γλώσσα των επιγραφών των πρώιμων βυζαντινών νομισμάτων ήταν η γλώσσα της βυζαντινής διοίκησης, δηλαδή η λατινική. Οι λατινικές επιγραφές των νομισμάτων εξελληνίζονταν με αργούς ρυθμούς. Διαιώνιζαν αρχαία πολιτικά συνθήματα (Gloria Romanorum, Victoria Augustorum, Concordia Romanorum, Virtus Augusti), που αντανακλούσαν τις επερχόμενες μεταβολές στον τίτλο του ηγεμόνα. Σε επίπεδο περιεχομένου, οι επιγραφές επιστρατεύτηκαν για να εκφράσουν την αυτοκρατορική ιδεολογία του Βυζαντίου. Ο παλαιότερος τίτλος ήταν Perpetuus Augustus. Ο τύπος δεσπότης εμφανίστηκε σε χάλκινο νόμισμα επί Λέοντος Γ΄. Ο τύπος βασιλεύς έκανε την εμφάνισή του επί Λέοντος Δ΄. Κατά τη μονοκρατορία της Ειρήνης συναντάμε και τον τίτλο πιστός βασιλεύς. Η πρώτη ελληνική επιγραφή εν τούτω νίκα απαντά σε χάλκινο κέρμα του Ηρακλείου, νόμισμα ευρείας κυκλοφορίας και απηχεί πιθανόν τον χαρακτήρα που έλαβε η σταυροφορία κατά τη διάρκεια των περσικών εκστρατειών του αυτοκράτορα.

Λατινικές επιγραφές κοσμικού χαρακτήρα

α. Ο τύπος «Dominus Noster Perpetuus Augustus» (Κύριέ μας,..., Αιώνιε, Σεβαστέ)

Αυτός ο χαρακτηρισμός αποδιδόταν στους αυτοκράτορες του πρώιμου Βυζαντίου και αποτυπώθηκε στα χρυσά νομίσματα. Αρχικά το «dominus» συνδεόταν με την παραδοχή του αυτοκράτορα ως Θεού και είχε ως ελληνικό ισοδύναμο τον τίτλο "Δεσπότης".

β. Ο τύπος «Victoria Augustorum» (=Η Νίκη των Αυγούστων)

Ο τύπος αυτός έκανε την εμφάνισή του σε οπισθότυπους νομισμάτων. Άλλες επιγραφές με τις οποίες συνδιαλεγόταν το «Victoria Augustorum» ήταν το «Gloria Romanorum» (από τα χρόνια του Ιουστίνου του Α΄) και το «Salus et Gloria Romanorum» (από χρυσό μετάλλιο του Ιουστινιανού του Α΄).

γ. Consul (=ύπατος)

Ο τίτλος αποδιδόταν στην ύστερη ρωμαϊκή εποχή και αποτελούσε μία από τις υψηλότερες τιμές. Ο τίτλος αυτός αποδιδόταν και στον αυτοκράτορα, αν και δεν συνεπαγόταν περαιτέρω πολιτική δύναμη. Εξακολούθησε να υφίσταται και κατά τη βυζαντινή περίοδο, κατά την οποία χρησιμοποιήθηκε τον 7ο και 8ο αιώνα. Τον 9ο αιώνα εξαφανίστηκε οριστικά.

Ελληνικές επιγραφές με κοσμικό χαρακτήρα

α. Βασιλεύς

Από τη βασιλεία του Ηρακλείου και μετά εντατικοποιήθηκε η προσπάθεια εξελληνισμού της αυτοκρατορίας. Οι τίτλοι «Imperator», «Caesar», «Augustus» τέθηκαν στο περιθώριο και αρχίζαν να βρίσκονται σε χρήση οι ελληνικοί ισοδύναμοι. Από τότε, ο τίτλος «βασιλεύς», αρχίσε να χρησιμοποιείται ιδιαίτερα στην επίσημη τιτλοφορία. Ενσωματώθηκε στον επίσημο αυτοκρατορικό τίτλο πιθανότατα μετά την επιστροφή του Ηρακλείου από τον Περσικό πόλεμο του 629. O οπισθότυπος χάλκινου νομίσματος του Λέοντος Δ΄, έφερε την επιγραφή, Ba, και πιθανότατα αυτή η συλλαβή να σήμαινε «βασιλεύς».

β. Αυτοκράτωρ

Εξαιτίας της ευρύτερης χρήσης του τίτλου «βασιλεύς», το «αυτοκράτωρ» έμεινε τον 8ο αιώνα στο περιθώριο και σπάνιζε ακόμα και στις επίσημες προσφωνήσεις. Σπάνιος ήταν και ο τίτλος στα νομίσματα. Από τον 9ο αιώνα στον τίτλο του βυζαντινού μονάρχη προσετέθη και ο όρος «αυτοκράτωρ», ο οποίος χρησιμοποιούνταν παράλληλα με τον τίτλο του βασιλέως.

γ. Δεσπότης

Το «δεσπότης», ελληνικό ισοδύναμο του «dominus», δεν είχε την ίδια σημασία με το «βασιλεύς». Αρχικά υφίστατο ως επίθετο ένδειξης σεβασμού και γρήγορα έγινε από μόνος του ένας αυτόνομος τίτλος. Ίσως ο τίτλος επικράτησε για να δηλώσει το διάδοχο στο θρόνο, όσο ο κυρίως βασιλεύς ήταν ακόμα στη ζωή. Συχνά χρησιμοποιούταν ο τίτλος σε νομίσματα παράλληλα με τον τίτλο «βασιλεύς».

Χρυσό Βυζαντινό νόμισμα, Κωνσταντίνος Θ΄Μονομάχος, 1042-1055 μ.Χ.

Συμπεράσματα

Η μελέτη των βυζαντινών νομισμάτων αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί σημαντικό πεδίο πολύπλευρης έρευνας και αξιόπιστο τρόπο προσέγγισης της μακρόχρονης βυζαντινής ιστορίας. Σημαντική ήταν η συμβολή των νομισμάτων στη μελέτη των συναφών με τη θρησκεία θεμάτων. Το πρόβλημα της πορείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου προς το Χριστιανισμό φωτίστηκε από τις αυθεντικές μαρτυρίες των συμβόλων που χαράσσονταν στα νομίσματα ενώ στα νομίσματα των εικονομάχων αυτοκρατόρων εξαίρεται το σύμβολο του Σταυρού και εξοβελίζονται οι παραστάσεις ιερών προσώπων. Ιδιαίτερα χρήσιμα αποδεικνύονται τα νομίσματα για τη μελέτη των εθνολογικών μεταβολών, τη μετακίνηση πληθυσμών και την εξακρίβωση εμπορικών σχέσεων ή επικοινωνίας ανάμεσα στο κέντρο και τις επαρχίες. Για την εξαγωγή όμως ορθών συμπερασμάτων απαιτείται μεγάλος αριθμός ευρημάτων και δυνατότητα παρακολούθησης της οικιστικής παράδοσης της περιοχής. Ιστορικοί, αρχαιολόγοι και ιστορικοί της τέχνης χρησιμοποιούν τη μαρτυρία των νομισμάτων για να επιλύσουν θέματα της αρμοδιότητας τους, να επιβεβαιώσουν ιστορικά γεγονότα, να χρονολογήσουν ανασκαφικά στρώματα και οικοδομικές φάσεις και να σκιαγραφήσουν την προσωπικότητα του αυτοκράτορα.

Σήμερα η ενασχόληση με προβλήματα χρονολογικής ταξινόμησης των βυζαντινών νομισμάτων και η ταύτιση σπάνιων τύπων έχει περιοριστεί σημαντικά. Οι τελευταίες προϋποθέσεις υφίστανται κατά τις ανασκαφές μεγάλων αστικών κέντρων, στις οποίες ο αριθμός των ευρισκόμενων νομισμάτων ανέρχεται σε χιλιάδες και οι οικισμοί έχουν χρονική διάρκεια πολλών αιώνων. Για παράδειγμα στις ανασκαφές της Αθήνας, της Κορίνθου και της Αντιόχειας βρέθηκαν πολλά νομίσματα διαφόρων εποχών. Στην Αντιόχεια αριθμούνται 14.000 από το τέλος του Δ΄ π.Χ. μέχρι του ΙΓ΄ αιώνα. Στην Κόρινθο βρέθηκαν 18.000 από το 491-1180. Θησαυροί βυζαντινών νομισμάτων βρέθηκαν και στη βόρεια και κεντρική Ευρώπη, κυρίως κοντά σε μεγάλες οδικές αρτηρίες, στις οποίες μετακινούνταν οι μισθοφόροι του βυζαντινού στρατού, που επέστρεφαν στις πατρίδες τους. Οι συστηματικές ανασκαφές σε σημαντικά αστικά κέντρα της άλλοτε βυζαντινής αυτοκρατορίας, η διαρκής ανεύρεση νομισματικών "θησαυρών" και μεμονωμένων νομισματικών ευρημάτων, αποτέλεσμα της σύγχρονης οικιστικής ανάπτυξης των περιοχών, ο συστηματικός εμπλουτισμός των μουσειακών νομισματικών συλλογών και το ενδιαφέρον των συλλεκτών για το βυζαντινό νόμισμα έχουν φέρει στο φως μια εξαιρετικά μεγάλη ποικιλία νομισματικών τύπων.

Ταυτόχρονα, η υποδειγματική δημοσίευση των νομισματικών συλλογών της Bibliothèque Nationale στο Παρίσι και του Dumbarton Oaks στην Ουάσινγκτον, το Corpus που έχει καταρτίσει ο αυστριακός Hahn για την περίοδο 497-7173, η μονογραφία του Michael Hendy για τη νομισματική ιστορία της περιόδου 1081-1261 και η προσπάθεια του Simon Bendali για την παλαιολόγεια περίοδο, έχουν συμβάλει ιδιαίτερα στην ταξινόμηση και χρονολογική κατάταξη των νομισματικών εκδόσεων των διαφόρων αυτοκρατόρων. Για τη διαφώτιση των νομισματικών τύπων της παλαιολόγειας περιόδου συνέβαλε επίσης ο T. Bertele, ενώ για την ερμηνεία της ονοματολογίας των νομισμάτων (ολοκότινον, βασιλικόν, πολιτικόν, τραχύ κ.λ.π.) ο V. Laurent.

Ο κατάλογος των ερευνητών, αρχαιολόγων, ιστορικών και νομισματολόγων, οι οποίοι συνέβαλαν, με τις επί μέρους μελέτες τους, στον τομέα αυτό της βυζαντινής νομισματικής είναι εξαιρετικά μεγάλος. Πολλές και ουσιαστικές είναι επίσης οι μελέτες που αναλύουν τις εκάστοτε τάσεις στη διακίνηση του βυζαντινού νομίσματος, που θίγουν θέματα εικονογραφίας, που διαπραγματεύονται νομισματικές μεταρρυθμίσεις, ζητήματα μετρολογίας και φάσεις υποτίμησης. Ωστόσο, οι γνώσεις μας για την οργάνωση της παραγωγής του χρήματος στο Βυζάντιο είναι ελάχιστες και αποσπασματικές.

 

Βιβλιογραφία:

1) Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, Α΄ 324-610, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1996

2) ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ, Εκδόσεις Δομή Α.Ε., Αθήνα

3) Tamara Talbot Rice, Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα, 2006


Τα Cookies μας επιτρέπουν να σας προσφέρουμε μια καλύτερη και ασφαλέστερη εμπειρία κατά τη χρήση του δικτυακού μας τόπου. Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Historical Quest αποδέχεστε τη χρήση Cookies. Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε διαβάστε τους Όρους Χρήσης & Απορρήτου.