Σύνδεση

Σύνδεση

της Ελευθερίας Κανελλάκη, ιστορικού


Νεαροί Σπαρτιάτες και Σπαρτιάτισσες γυμνάζονται από κοινού

Η αγωγή στην αρχαία Σπάρτη ήταν μέρος της Λυκούργειας νομοθεσίας, είχε πρωτότυπο χαρακτήρα και αποτελούσε βασική προυπόθεση για να γίνει κάποιος πολίτης. Ο πρωτότυπος χαρακτήρας της οφείλεται στο γεγονός ότι ήταν δημόσια υπόθεση σε αντίθεση με την Αθήνα, όπου ήταν ιδιωτική. Επιπρόσθετα στην αρχαία Αθήνα το περιεχόμενο της αγωγής εναπόκειντο στην επιλογή των γονέων οι οποίοι φρόντιζαν και για την πληρωμή των διδασκάλων, ενώ στη Σπάρτη η πολιτεία καθόριζε το περιεχόμενό της.

Η αγωγή είχε πολιτικό χαρακτήρα με την έννοια ότι η επιτυχία ή η αποτυχία και η συμμετοχή ή μη καθόριζε το αν κάποιος θα γινόταν πολίτης της Σπάρτης ή όχι, αντίστοιχα. Η οικογένεια αναλάμβανε τα έξοδα της αγωγής αλλά η πόλη έθετε τους στόχους αφού από νωρίς η Σπάρτη είχε καταλάβει την εξέχουσα σημασία της στη διαμόρφωση του χαρακτήρα των πολιτών. Σκοπός ήταν η δημιουργία καλών οπλιτών οι οποίοι στη συνέχεια θα επάνδρωναν το σπαρτιατικό στρατό. Για το λόγο αυτό, η σπαρτιατική αγωγή έχει κατηγορηθεί ως μονομερής, επειδή αναδείκνυε τις πολεμικές ιδιότητες και κυρίως την ανδρεία στον πόλεμο σε «βάρος» των υπολοίπων. Η πόλη φρόντιζε και για την εκλογή αρχόντων οι οποίοι επιτηρούσαν την αγωγή και επικεφαλείς των αρχόντων αυτών ήταν οι έφοροι.

Ο κοινωνικός χαρακτήρας της αγωγής έγκειται στο γεγονός ότι συμμετείχαν εκτός από τα αγόρια και τα κορίτσια σε αντίθεση με την Αθήνα όπου η εκπαίδευση αφορούσε μόνο τα αγόρια. Επίσης στη σπαρτιατική αγωγή δε γινόταν διάκριση σε πλούσιους και φτωχούς. Ο οικονομικός δηλαδή χαρακτήρας της αγωγής, βρίσκεται στο γεγονός ότι η οικονομική δυσχέρεια μιας οικογένειας δεν αποτελούσε τροχοπέδη για τη συμμετοχή στην αγωγή. Κι αυτό γιατί μια πλούσια οικογένεια μπορούσε να πληρώσει για την αγωγή ενός φτωχότερου παιδιού το οποίο στη συνέχεια ήταν δυνατό να πλαισιώσει βοηθητικά το δικό της παιδί ως «τρόφιμος» ή «μόθακας». Έτσι οι «μόθακες» μπορούσαν να γίνουν «όμοιοι» και να αποκτήσουν αξιώματα όπως ο Βρασίδας, ο Λύσανδρος και άλλοι, οι οποίοι ήταν «μόθακες» που κατάφεραν να αποκτήσουν υψηλά αξιώματα.

Όσον αφορά την κοινωνική πυραμίδα στη Σπάρτη, οι «όμοιοι» ήταν οι γνήσιοι πολίτες της Σπάρτης.Για να είναι κάποιος «όμοιος» έπρεπε και οι δύο γονείς του να είναι Σπαρτιάτες, να έχει συμμετάσχει και να έχει περάσει με επιτυχία όλα τα στάδια της αγωγής, να υπακούει στους νόμους της πόλης, να συμμετέχει στην οπλιτική φάλαγγα και στα συσσίτια. Για όλα τα παραπάνω απαιτείται πλούτος, συνήθως προερχόμενος από τη γαιοκτησία. Οι «μόθακες» αποτελούσαν μη γνήσια τέκνα Σπαρτιατών. Ήταν δηλαδή παιδιά από γυναίκες ειλώτων ή παιδιά απόρων Σπαρτιατών που δεν είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Εάν πάλι κάποιος «όμοιος» έχανε τα πολιτικά του δικαιώματα λόγω αδυναμίας τήρησης των οικονομικών του υποχρεώσεων στα συσσίτια και την οπλιτική φάλαγγα τότε γινόταν «υπομείονας». Άλλη κατηγορία αποτελούσαν οι είλωτες, ένας ύπο εξάρτηση αγροτικός πληθυσμός που δούλευε στη γη των πλούσιων «ομοίων» και είχαν σχετικές ελευθερίες αφού ήταν δεσμευμένοι μόνο απέναντι στο κομμάτι γης το οποίο καλλιεργούσαν και όχι απέναντι στον ιδιοκτήτη του.

Προτομή αρχαίου Λακεδαιμόνα πολεμιστή που πθανώς εικονίζει τον Λεωνίδα Α'

Η σπαρτιατική αγωγή αφορούσε τα παιδιά των ομοίων και κάποιες φορές μόθακες.Ξεκινά από την ηλικία των επτά χρόνων και ολοκληρώνεται στα δεκαοχτώ. Από αυτή την ηλικία και μετά οι άνδρες μπορούν να συμμετέχουν στον πόλεμο και στην εκκλησία του δήμου. Από τα τριάντα και μετά μπορούν να εκλεγούν σε σημαντικές αρχές. Η αγωγή περιελάμβανε τρεις κύκλους ηλικιακά: από επτά έως δώδεκα ετών τους «παίδες», από δώδεκα έως δεκατέσσερα τα «μιράκια» και από δεκατέσσερα έως δεκαοχτώ τους «εφήβους», σύμφωνα με τον Ξενοφώντα.

Μετά τη γέννηση ενός βρέφους, αυτό προσκομιζόταν στις λέσχες όπου οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, οι φυλέτες έλεγχαν την αρτιμέλειά του. Έχει προηγηθεί η αναγνώριση του παιδιού και η εισαγωγή στην οικογένειά του. Εάν οι φυλέτες κρίνουν ότι το παιδί είναι αρτιμελές και γερό, το επιστρέφουν στη μητέρα του η οποία το κρατά μέχρι τα επτά του χρόνια και το μεγαλώνει σκληραγωγώντας το για να είναι προετοιμασμένο για τις μετέπειτα δοκιμασίες των κύκλων της αγωγής.

Εάν από την άλλη οι φυλέτες έκριναν ότι το βρέφος ήταν δύσμορφο ή καχεκτικό το έστελναν στους «Αποθέτες», έναν τόπο κοντά στον Ταϋγετο. Ωστόσο δεν είναι ξεκάθαρο το τί γινόταν εάν δε στελνόταν στους Αποθέτες. Σύμφωνα με το Σ. Καργάκο «τα μη εύμορφα και εύσχημα (βρέφη) παραδίδονταν στους περίοικους». Οι περίοικοι ζούσαν σε χωριά σε όλη τη Λακωνία και τη Μεσσηνία, είχαν καλές σχέσεις με τους Σπαρτιάτες και ήταν εντυπωσιακά αλληλέγγυοι μεταξύ τους. Δεν διαταράχθηκαν ποτέ οι σχέσεις τους με τους Σπαρτιάτες γιατί απολάμβαναν αυτονομία και ασφάλεια απ' αυτούς και ένιωθαν περήφανοι όντας μέλη του ισχυρότερου κράτους της Ελλάδας. Σύμφωνα πάλι με άλλες απόψεις, τα μη αρτιμελή παιδιά μπορούσαν να μεγαλώσουν μέσα στη Σπάρτη χωρίς όμως προορισμό να γίνουν «όμοιοι» και χωρίς δικαίωμα κλήρου. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο βασιλιάς Αγησίλαος ο οποίος αν και μη εύμορφος σωματικά, είναι ο διασημότερος βασιλίας της Σπάρτης.

Στο σημείο αυτό, οφείλουμε να διευκρινίσουμε το μύθο περί της απόρριψης των δύσμορφων βρεφών στον Καιάδα. Από αρχαιολογικές ανασκαφές που έχουν γίνει στο σημείο από το Θέμελη και άλλους, έχουν βρεθεί οστά ατόμων ηλικίας από είκοσι με εικοσιπέντε χρονών μέχρι και σαράντα, πράγμα που καταρρίπτει το μύθο για τη θανάτωση των δύσμορφων παιδιών. Τα άτομα αυτά ήταν πιθανώς αιχμάλωτοι πολέμου ή άτομα που έπρεπε να τιμωρηθούν πάρα πολύ σκληρά σύμφωνα με τον Παυσανία. Ο «μύθος» αυτός φαίνεται πως ξεκίνησε από τον Πλούταρχο. Στη συνέχεια ασπάστηκε την άποψη αυτή ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και έτσι έγινε ευρύτερα γνωστός αυτός ο «μύθος». Στη Γαλλία ωστόσο είναι διαδεδομένη η αντίθετη και αποδεδειγμένη πλέον ως ορθή άποψη.

Όταν τα παιδιά έφταναν το έβδομο έτος της ηλικίας τους, η πόλη αναλάμβανε την αγωγή τους. Τα χώριζε σε ομάδες οι οποίες ονομάζονταν «βούες» και ο αρχηγός «βουαγός». Ο αρχηγός κατά πάσα πιθανότητα εκλεγόταν από την πολιτεία με κριτήριο την ανδρεία, τη μαχητικότητα και τη σύνεσή του και ήταν αρκετά αυστηρός απέναντι στα παιδιά της «βούας» για να αυξάνουν την αντοχή τους. Σύμφωνα επίσης με τον Σ. Καργάκο, ο βουαγός ελεγχόταν και από τους γεροντότερους σε ηλικία για να μην κάνει κατάχρηση της εξουσίας του.

Οι βασικότερες δοκιμασίες των κύκλων της αγωγής ήταν η κλοπή, η παιδεραστεία και η κρυπτεία. Η κλοπή δεν εξεταζόταν ως προς το ίδιο το αντικείμενο της κλοπής , αλλά ως πράξη. Αυτό που είχε ιδιαίτερη σημασία ήταν να μπορεί κανείς να κλέβει διάφορα αντικείμενα χωρίς να συλληφθεί. Εάν γινόταν αντιληπτός μαστιγωνόταν εξαιτίας της αδεξιότητας και της απροσεξίας του. Η δοκιμασία αυτή είχε ως στόχο την ανάπτυξη των ικανοτήτων των νέων, της συντροφικότητας, της οργάνωσης, της παρατηρητικότητας, της οξύνοιας, της μεθοδικότητας, χαρακτηριστικά τα οποία ήταν πάρα πολύ μεγάλης σημασίας στον πόλεμο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιμονής, της υπομονής και της αντοχής που αποκτούσαν οι Σπαρτιάτες μέσω της δοκιμασίας αυτής αποτελεί το παράδειγμα ενός Σπαρτιατόπουλου.Το παιδί αυτό είχε κλέψει ένα αλεπουδάκι και προκειμένου να μη φανερώσει την κλοπή προτίμησε να υπομείνει τον πόνο από το αλεπουδάκι που το γρατζουνούσε με τα νύχια του, μέσα από το χιτώνα που φορούσε όπου και το είχε κρύψει.

Δεύτερη βασική δοκιμασία της αγωγής ήταν η παιδεραστεία. Η παιδεραστεία ωστόσο όχι με τη σημερινή έννοια. Ήταν η σχέση ενός ώριμου άνδρα, ενήλικου με έναν νεαρό. Ο κάθε νέος όφειλε να αποκτήσει τέτοια σχέση. Ο νέος ονομαζόταν ερώμενος και ο μεγαλύτερος άνδρας εραστής. Ο εραστής συνόδευε τον ερώμενο στην αγορά μέχρι να γίνει τριάντα χρονών. Τα ίδια ίσχυαν και για τις γυναίκες που συμμετείχαν στην αγωγή. Ποικίλες μαρτυρίες όπως του Ξενοφώντα, του Αιλιανού, του Μάξιμου Τυρίου κ.λ.π. αλλά και συγχρόνων φιλολόγων και μελετητών, αποδεικνύουν ότι η σχέση εραστή – ερώμενου ήταν καθαρά σε πλατωνικό επίπεδο. Οι ερωτικές σχέσεις είχαν όρια, η διείσδυση απαγορευόταν και εννοείται πως οι σχέσεις αυτές δε μπορούσαν να οδηγήσουν στη θηλυπρέπεια κανενός από τους δύο άνδρες. Είναι επίσης γεγονός, πως αν γινόταν κάτι τέτοιο τότε η ελάχιστη ποινή ήταν η πλήρης ατιμία, δηλαδή η πλήρης στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων τους, κάτι που ίσχυε και στην Αθήνα. Στη Σπάρτη ωστόσο η ομοφυλοφιλία τιμωρούνταν και αυστηρότερα, με εξορία ή ακόμα και με θάνατο.

Η σχέση επομένως εραστή και ερωμένου βασιζόταν στη συνέπεια και στην ευθύνη. Ο εραστής επέλεγε με τη σύμφωνη γνώμη του τον ερώμενο και τα μεταξύ τους δώρα απαγορεύονταν καθώς θεωρούνταν ότι εισήγαγαν την πορνεία. Η σχέση αυτή είχε ως στόχο τη διαπαιδαγώγηση ενός νεώτερου, από έναν ωριμότερο άνδρα, μεγαλύτερο σε ηλικία. Ήταν μια σχέση δασκάλου-μαθητή κατά μία έννοια. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι η παιδεραστεία με αυτή τη μορφή έχει τις ρίζες της στην αριστοκρατική εκπαίδευση και αποτελεί τη διατήρηση μιας ιδιωτικής μορφής εκπαίδευσης στο πλαίσιο ενός δημοσίου συστήματος. Ωστόσο δε μπορούμε να αποκλείσουμε περιπτώσεις ομοφυλοφιλικών σχέσεων είτε στην Αθήνα είτε στη Σπάρτη, αλλά οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι τέτοια γεγονότα αποτελούσαν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα και δεν ήταν αποδεκτά αλλά τιμωρούνταν με βαρύτατες ποινές.

Τρίτο και εξίσου σημαντικό στάδιο της σπαρτιατικής αγωγής, ήταν η κρυπτεία. Ο νέος έφευγε από την πόλη, απογυμνωνόταν από τα όπλα του και έπρεπε αφού επιζήσει για κάποιο χρονικό διάστημα στη φύση να επιστρέψει. Η κρυπτεία συνήθως συνδεόταν με το φόνο ζώου, όπως για παράδειγμα στους Μακεδόνες. Στα σύγχρονα ωστόσο χρόνια η κρυπτεία έχει συνδεθεί με το φόνο ειλώτων χωρίς αυτό να ισχύει απόλυτα και σε όλη την ιστορία της Σπάρτης. Τον 6ο και τον 5ο αιώνα π.Χ. δεν υπάρχουν αναφορές για φόνο ειλώτων αλλά υπάρχουν κάποιες τον τέταρτο. Ανάγεται επομένως το συμπέρασμα ότι η κρυπτεία ίσως αρχικά δεν είχε σχέση με το φόνο ειλώτων. Όμως τον 4ο αιώνα π.Χ. η Σπάρτη είχε χάσει την ηγεμονία και τη Μεσσηνία και παρόλ' αυτά προκύπτει το εντυπωσιακό γεγονός της μη εξέγερσης των ομοίων που είχαν περιπέσει στην κατηγορία των ειλώτων. Άρα ίσως την εποχή αυτή η κρυπτεία να πήρε τη μορφή αυτή, του φόνου των ειλώτων για να απαλλαγούν οι λίγοι όμοιοι Σπαρτιάτες από τους δυσαρεστημένους είλωτες πρώην ομοίους.Σύμφωνα με κάποιες απόψεις η κρυπτεία ως φόνος ειλώτων αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση ενός αντιπάλου και στο φόνο για πρώτη φορά πριν ακόμα από τη συμμετοχή στον πόλεμο. Σε κάθε περίπτωση ήταν οπωσδήποτε μια διαδικασία η οποία είχε σκοπό την ενίσχυση της αντοχής, του θάρρους, της ανδρείας και ήταν προπαρασκευή για τη συμμετοχή στον πόλεμο.

Αρχαίοι Σπαρτιάτες πολεμιστές, τμήμα διακόσμησης αγγείου

Όσον αφορά την αγωγή των γυναικών, συμμετείχαν όπως προαναφέρθηκε εξίσου στην εκπαίδευση και συγκεκριμένα, στο δρόμο, το ακόντιο, το δίσκο, την πάλη καθώς επίσης και σε ομαδικές ασκήσεις και σε ομαδικά αγωνίσματα, πράγμα που αποδεικνύει την εξέχουσα θέση της γυναίκας στην κοινωνία της Σπάρτης. Κι αυτό φυσικά γιατί η Σπαρτιάτισσα έπρεπε να είναι γυμνασμένη ώστε να γεννήσει γερά και υγιή τέκνα που θα γίνονταν δυνατοί και άξιοι πολεμιστές.

Σημαντικό επίσης στοιχείο της αγωγής των Σπαρτιατών με την ευρύτερη έννοια, ήταν το «λακωνίζειν», επειδή μάθαιναν να είναι σύντομοι και περιεκτικοί στις απαντήσεις τους. Ξακουστή ήταν επίσης και η σπαρτιατική ειρωνεία. Στο πλαίσιο της αγωγής περιλαμβανόταν επιπρόσθετα η υγιής διατροφή με βασικό φαγητό το μέλανα ζωμό. Γνωστοί ήταν επίσης οι Σπαρτιάτες όχι μόνο για τα πολεμικά κατορθώματα και την πολεμικά προσδιορισμένη ζωή τους αλλά και για την ανάπτυξή τους σε καλλιτεχνικούς τομείς όπως ο χορός, η μουσική και η όρχηση.

Συνοψίζοντας, γίνεται φανερό ότι η σπαρτιατική αγωγή αποτελούσε μία σύνθετη διαδικασία μέσω της οποίας οι Σπαρτιάτες κοινωνικοποιούνταν και συνδέονταν μεταξύ τους με ισχυρότατους δεσμούς. Δεν παύει ωστόσο να υπάρχει και το στοιχείο της διάκρισης ,με την έννοια της επιτυχίας ή της αποτυχίας στην εκπαίδευση. Όσο δηλαδή κοινοτικός και αν ήταν ο χαρακτήρας της εκπαίδευση, το κάθε παιδί ατομικά θα διακρινόταν από τα υπόλοιπα καθώς μπορούσε αφού επιτύχει σε όλες τις δοκιμασίες της αγωγής να γίνει «όμοιος». Πρωτότυπα επίσης και εντυπωσιακά χαρακτηριστικά αποτελούν ο δημόσιος χαρακτήρας της παιδείας, πράγμα που δεν είχε καθιερωθεί στην Αθήνα παρά το υψηλό επίπεδο του πολιτισμού και το δημοκρατικό πολίτευμα, καθώς και η εξίσου συμμετοχή των γυναικών στη σπαρτιατική αγωγή. Απ' όλα αυτά τα χαρακτηριστικά και τις πρωτοτυπίες γίνεται φανερό το πώς οι Σπαρτιάτες απέκτησαν τέτοια φήμη στον πόλεμο αφού από τη γέννησή τους ακόμα προορίζονταν γι αυτό το σκοπό. Όλη η αγωγή ήταν προσανατολισμένη στη δημιουργία καλών οπλιτών, πολεμιστών με σύνεση, αντοχή, ανδρεία, δύναμη και θάρρος αλλά παράλληλα και με μία αισθητική καλλιέργεια, αν και δευτερεούσης σημασίας. Και όπως τελικά αποδείχθηκε με το πέρασμα των αιώνων η σπαρτιατική αγωγή ήταν σίγουρα επιτυχής και ως προς τους στόχους και ως προς τα αποτελέσματά της αφού η ανδρεία των Σπαρτιατών και η αντοχή τους στις κακουχίες τους έκαναν να αποκτήσουν το κλέος και την υστεροφημία που όλοι οι αρχαίοι Έλληνες επιζητούσαν και να θαυμάζονται μέχρι και τις μέρες μας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

• Επίτομη Ιστορία της αρχαίας Ελλάδας ,Claude Mosse, Annie Schnapp-Gourbeillon, Εκδόσεις Παπαδήμας, Αθήνα 2012

• Ιστορία της Αρχαίας Σπάρτης τόμοι Α και Β, Σαράντος Ι. Καργάκος,εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2006


Τα Cookies μας επιτρέπουν να σας προσφέρουμε μια καλύτερη και ασφαλέστερη εμπειρία κατά τη χρήση του δικτυακού μας τόπου. Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Historical Quest αποδέχεστε τη χρήση Cookies. Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε διαβάστε τους Όρους Χρήσης & Απορρήτου.