Σύνδεση

Σύνδεση

Η σημερινή εικόνα του ερειπωμένου κάστρου του Βαν

του Ben Sheppard, Ιστορικού

μετάφραση: Γιάννης Χρονόπουλος

Τα μυστηριώδη μνημεία

Ελάχιστα επεισόδια της Ιστορίας είναι τόσο σκοτεινά και μυστήρια όσο το αρχαίο βασίλειο των Ουράρτου. Το αποκαλούμενο βασίλειο του Βαν άνθισε κατά τον ένατο αιώνα π.Χ. στην περιοχή ανάμεσα στις λίμνες του Βαν, Ούρμια και Σεβάν, που αντιστοιχεί με την αρχαία Αρμενία, και που στις μέρες μας ενσωματώνει μέρη της Ανατολικής Τουρκίας, του Ιράν και της σύγχρονης Αρμενικής δημοκρατίας. Μετά την καταστροφή του βασιλείου, η εξαφάνισή του ήταν τόσο πλήρης ώστε δεν υπήρχε καμιά ξεκάθαρη καταγραφή της ύπαρξης της αυτοκρατορίας των Ουράρτου, ακόμη και στα κλασικά έργα όπως οι Ιστορίες του Ηρόδοτου και λίγες μόνο, αραιές αναφορές στη Βίβλο.

Τα εκτεταμένα ερείπια του Βαν, με τις μυστήριες επιγραφές, στην ακτή της μεγάλης λίμνης, αποκωδικοποιήθηκαν από τον Moses Khorenatsi, τον Αρμένιο χρονικογράφο του 5ου αιώνα, μέσα στο έργο του για τη θρυλική Ασσύρια βασίλισσα Σεμίραμις, μια ιστορία, πιθανώς σταχυολογημένη από τις τοπικές παραδόσεις. Η πρώτη καταγεγραμμένη απόπειρα μελέτης αυτών των ερειπίων έγινε από τον Γερμανό μελετητή Friedrich Eduard Schulz το 1827, που είχε σταλθεί από τον Γαλλικό-Ασιατικό Σύλλογο. Ο Schulz έφτιαξε αντίγραφα επιγραφών και τα έστειλε πίσω στο Παρίσι. Δυστυχώς, ο Schulz και η ομάδα του δέχθηκαν επίθεση από ληστές το 1829 και σκοτώθηκε. Τα αντίγραφα αυτά δεν δημοσιεύτηκαν μέχρι το 1840 στο Παρίσι, όπου παρουσιάστηκαν ως διάφορες επιγραφές στην αρχαία Περσική και Ασσυριακή σφηνοειδή γραφή, όχι πλήρως αποκωδικοπιημένες, ενώ οι υπόλοιπες επιγραφές ήταν σε μια άγνωστη γλώσσα.

Στα μέσα του 19ου αιώνα, η αρχαία Μεσοποταμία είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον στην Ευρώπη, και οι δραστηριότητες των Austen Henry Layard και Paul-Emile Botta είχαν αιχμαλωτίσει τη φαντασία του κοινού με την ανακάλυψη της Ασσυρίας και της Βαβυλώνας. Η μεγάλη ανάγκη να μεταφραστούν οι ασσυριακές επιγραφές έφεραν στην επιφάνεια το όνομα «Ουράρτου», αν και αυτό δεν ήταν συνδεδεμένο με το βασίλειο του Βαν.

Το κάστρο του Βαν υπέφερε από τις λεηλασίες των κυνηγών θυσαυρών, και τεχνουργημάτων, ειδικά χάλκινων, που άρχισαν να εμφανίζονται στην αγορά αρχαιοτήτων. Αυτά τα ευρήματα αγοράζονταν άπληστα από το Βρετανικό Μουσείο και το Μουσείο Ερμιτάζ στην Πετρούπολη, αλλά είχαν λανθασμένα αποδοθεί στους Ασσύριους ή τη Σασσανιδική Περσία. Ο Layard έστειλε τον προστατευόμενό του Hormuzd Rassam να διεξάγει ανασκαφές στο Βαν, και στο παρακείμενο Toprakkale, στα τέλη της δεκαετίας του 1870 και στις αρχές της δεκαετίας του 1880. Στο Βαν οι κυνηγοί θυσαυρών είχαν δουλέψει αποτελεσματικά, αν και στο Toprakkale, ο Rassam και οι άλλοι κατάφεραν να φέρουν κάποια ευρήματα πίσω. Δυστυχώς πολλά από αυτά τα τεχνουργήματα τοποθετήθηκαν σε αποθήκες ή παρουσιάζονταν στις ενότητες για την Ασσυρία στα μουσεία. Ο Boris Petrovsky, ο μεγαλύτερος μελετητής του πολιτισμού των Ουράρτου, παρατήρησε πικρόχολα ότι αρκετή από την αρχαιολογική έρευνα για το βασίλειο του Βαν θα έπρεπε να γίνει στα υπόγεια του Βρετανικού Μουσείου.

Η συνεισφορά των Σοβιετικών αρχαιολόγων στα μετέπειτα χρόνια δεν πρέπει να ξεχασθεί. Οι ιδεολογικές προσεγγίσεών τους, η εξαντλητική και μεθοδική προσέγγισή τους ήταν ένα ευπρόσδεκτο αντίδοτο στις δραστηριότητες των κυνηγών θυσαυρών και των ενθουσιωδών ερασιτεχνών. Αυτές οι ανασκαφές παρήγαγαν θεαματικά αποτελέσματα σε τοποθεσίες όπως οι Kamir Blur and Erebuni, που προήγαγαν ιδιαίτερα την κατανόησή μας για τους Ουράρτου.

Η αποκρυπτογράφηση της γλώσσας των Ουράρτου ήταν μια διαδικασία τόσο αργή και δύσκολη όσο και η ανακάλυψη των μνημείων των Ουράρτου. Δεν υπήρχε μια πέτρα της Ροζέτας ή ένας αντίστοιχος Michael Ventris για την αποκωδικοποίηση της γλώσσας των Ουράρτου. Ο Edward Hincks έκανε τα πρώτα βήματα σε αυτή τη μελέτη και ταυτοποίησε τα ονόματα αρκετών βασιλέων των Urartu και λέξεων όπως «πόλη». Τα αντίγραφα του Layard επιγραφών στο Βαν, που φτιάχτηκαν το 1850, βοήθησαν τον AH Sayce να σημειώσει μεγαλύτερη πρόοδο το 1882, ταυτοποιώντας το όνομα «της γης των Biaini» και έτσι συνδέοντας το με τις φράσεις των Ουράρτου που αναφέρονταν στα Ασσυριακά Χρονικά.

Ωστόσο, ο Sayce απέρριψε κάθε σύνδεση με οποιαδήποτε Χουριτική γλώσσα, θέση που αμφισβητήθηκε από μεταγενέστερους μελετητές. Η αποκωδικοποίηση της γλώσσας των Ουράρτου επίσης εμποδίστηκε από ένα μικρό αριθμό επιγραφών, που συγκρινόταν με την Ασσυριακή. Περαιτέρω συνεισφορές σε αυτή τη μεγάλη προσπάθεια έγιναν από μελετητές από διάφορα έθνη, έτσι ώστε στα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου αιώνα η ιστορία του βασιλείου του Βαν άρχιζε να έρχεται στο φως, μετά από δυόμιση χιλιετίες και πλέον στο σκοτάδι.

Άλλη μία όψη του κάστρου του Βαν, από τους πρόποδες του λόφου

Η προέλευση και τα θεμέλια του βασιλείου του Βαν

Το σκηνικό μέσα από το οποίο αναδύθηκε το βασίλειο των Ουράρτου είναι σκοτεινό και αραιά καταγεγραμμένο. Οι περισσότερες γενικεύσεις που μπορούν να γίνουν είναι από τις μη ακριβής επιστήμες υλικού πολιτισμού και γλωσσολογικές ενδείξεις. Από τον 9ο αιώνα η πανίσχυρη Χιττιτική αυτοκρατορία, η οποία εκτεινόταν από την Ανατολία ως το Αιγαίο και τη Συρία, άλλα ήταν πλέον μια ανάμνηση, αν και ο Χιττιτικός πολιτισμός επιβίωσε σε πολλά διάδοχα κράτη, γείτονες των Ουράρτου, που παρήγαγαν περιφερειακές εκδοχές της χιττιτικής γλυπτικής και χρησιμοποιούσαν τα χιττιτικά ιερογλυφικά. Αυτά τα βασίλεια ήταν πολεμοχαρή και φιλόδοξα. Στα νοτιοανατολικά εκτεινόταν η ισχυρή Ασσυριακή αυτοκρατορία, η κύρια στρατιωτική δύναμη της Μέσης Ανατολής.

Από την ορεινή ενδοχώρα των Ουράρτου γύρω από τη λίμνη Βαν, αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι επρόκειτο για μακρόχρονη εγκατάσταση πληθυσμών, των οποίων ο υλικός πολιτισμός, όπως στη μεταλλουργία, ειδικά στον χρυσό, επέδειξαν κάποιο επίπεδο εκλέπτυνσης. Αυτός ο πληθυσμός ομιλούσε μία Χουρριτική διάλεκτο, ενός λαού που κατοικούσε στην περιοχή για πολλούς αιώνες.

Προγενέστερες ανακαλύψεις σε ασσυριακές πηγές έχουν φέρει στην επιφάνεια πληροφορίες για την γη των Ουράρτου. Ο Ασσύριος βασιλιάς Σαλμανέσερ Α' (1280-1261 π.Χ.) διεξήγαγε μία εκστρατεία για να καθυποτάξει τη γη αυτών που αποκαλούνταν Ουράρτου, μια ορεινή περιοχή στην Ασσυρία. Εκείνη την περίοδο, φαίνεται ότι ο πληθυσμός ήταν διαιρημένος σε διάφορα βασίλεια. Ο Ασσύριος βασιλιάς Τακούλτι-Νινούρτα Α' σε επιγραφές καταγράφει μια εξέγερση 43 βασιλιάδων στη γη των Ναΐρι, η οποία καταπνίγηκε. Η πρώτη αναφορά για τους Ουράρτου υπάρχει επίσης στις ασσυριακές πηγές. Σε αυτό το στάδιο, οι κάτοικοι αυτής της ορεινής περιοχής θεωρούσαν την Ασσυρία ως έναν επιθετικό και αυταρχικό γείτονα, αλλά το σίγουρο είναι ότι ο ασσυριακός πολιτισμός επηρέασε βαθύτατα τους Ουράρτου. Υιοθέτησαν την ίδια σφηνοειδή γραφή με την οποία γέμισαν με επιγραφές τα μνημεία τους, παράλληλα με την παλαιά ιερογλυφική γραφή (αν και δεν εξαφανίστηκε τελείως). Η σημαντικότερη εξέλιξη ήταν ότι οι Ουράρτου υιοθέτησαν ασσυριακές στρατιωτικές πρακτικές και εξοπλισμό, έτσι ώστε οι μεταγενέστεροι στρατοί τους να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν τα κωνικού τύπου ασσυριακά κράνη, που αντικατέστησαν το χουρριτικό στυλ των κυλινδρικών, με λοφίο, κράνη. Δηλαδή, η ασσυριακή επιθετικότητα πιθανότατα ώθησε αυτόν τον ορεισίβιο λαό να ενωθεί, αλλά και αποτέλεσε αφορμή για έμπνευση στον δικό τους πολιτισμό.

Στη βασιλεία του Σαλμανεσέρ Γ' (858-825 π.Χ.) υπάρχουν σε ασσυριακά αρχεία υπαινιγμοί για πολιτικές ανακατατάξεις στους Ουράρτου. Είναι καταγεγραμμένοι σε μπρούτζινες ανάγλυφες πλάκες, που κάποτε συγκροτούσαν μέρος των μνημειωδών Πυλών του Μπαλαουάτ. Τα κύρια μέρη τους βρίσκονται τώρα στο Βρετανικό Μουσείο. Τα μπρούτζινα ανάγλυφα παρέχουν την πρώτη οπτική απεικόνιση πολεμιστών Urartu, δείχνοντά τους να φορούν τα χουρριτικά κράνη με λοφίο. Επίσης ονομάζεται ο κύριος ανταγωνιστής του Σαλμανεσέρ, o Άραμου των Ουράρτου, των οποίων η βασιλική πόλη του Αράσκου λεηλατήθηκε και πυρπολήθηκε από ασσυριακές στρατιωτικές δύναμεις. Ξανά, οι Πύλες του Μπαλαουάτ λένε την ιστορία των ασσυριακών στρατευμάτων που κατακτούσαν τα πάντα στο διάβα τους, αλλά μέσα από αυτά τα στοιχεία είναι ξεκάθαρο ότι οι Ουράρτου ήταν υπό τη δικαιοδοσία ενός, μοναδικού βασιλιά, αν και δεν είναι ξεκάθαρο πόσο ιχυρή ήταν η εξουσία του πάνω στο βασίλειο ή στη συνομοσπονδία.

Αν και τα περιθώρια υπερβολής είναι μεγάλα, είναι φανερό ότι οι Ασσύριοι κατάφεραν ένα ακόμη συντριπτικό πλήγμα στο νεοσύστατο βασίλειο. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η κατάσταση αυτή άρχιζε να αλλάζει το 834 π.Χ. Ο ηλικιώμενος πλέον Σαλμανέσερ Γ', περιστοιχισμένος από εσωτερικές δυσκολίες, ήταν ανήμπορος να ηγηθεί μιας εκστρατείας, έτσι έστειλε τον στρατηγό του Νταγιάν Ασσούρ να επιτεθεί στους Ουράρτου. Η πηγή αναφέρει ότι ένας νέος βασιλιάς, ο Σαρντούρι Α΄ των Ουράρτου, έσπευσε να συγκρουστεί με τον ασσυριακό στρατό. Το αποτέλεσμα της μάχης δεν έχει καταγραφεί, αλλά το βασίλειο του Σαρντούρι Α' προανήγγειλε μια νέα εποχή των Ουράρτου, και για πρώτη φορά το βασίλειο του Ουράρτου βασιλιά πιστοποιείται σε επιγραφές μέσα στην επικράτεια των Ουράρτου. Ο Σαρντούρι έβαλε τη σφραγίδα του στη νέα εποχή των Ουράρτου με την ίδρυση μιας νέας οχυρωμένης πρωτεύουσας στο Βαν (Τούσπα), τα υπόλοιπα της οποίας ορθώνονται ως σήμερα, επικαθήμενα σε ένα βράχο που δεσπόζει πάνω από την κατεστραμμένη πόλη του αρχαίου Βαν. Σε αυτόν τον βράχο, υπάρχει μια επιγραφή, πάνω στην οποία ο Σαρντούρι καταγράφει τις πράξεις του, περιγράφοντας τον εαυτό του ως «Σαρντούρι, γιος του Λουτίπρι, ο μεγαλοπρεπής βασιλιάς». Απ' αυτά συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι Ουράρτου ήταν τώρα ένα ενωμένο βασίλειο με επεκτατικές φιλοδοξίες, παρόμοιες με αυτές της Ασσυρίας. Αξιοσημείωτο είναι ότι η επιγραφή δεν είναι μόνο σε μίμηση των ασσυριακών βασιλικών επιγραφών, αλλά επίσης είναι γραμμένη στην ασσυριακή γλώσσα. Δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίζουμε αν ο Σαρντούρι ήταν συγγενής με τον Αράμου, ή αν ήταν ο ιδρυτής μιας νέας δυναστείας.

Δύο φιγούρες από ελεφαντοστό, που απεικονίζουν μυθικά πλάσματα

Μένουα, ο Μέγας Κατακτητής και Ανοικοδομητής

Παρά τα επιτεύγματά του, ο Σαρντούρι πιθανώς κυβέρνησε με μετριοπάθεια, σε μια περιόδο όπου εντεινόταν η ασσυριακή αδυναμία. Δεν υπήρχε τίποτα που να εγγυάται ότι δεν έσβησε η κυριαρχία του όταν άλλαξε ο πολιτικός άνεμος. Οι διάδοχοι του Σαρντούρι πρόσθεσαν σε αυτόν τον πυρήνα και ανέπτυξαν το βασίλειο του Βαν σε επίπεδα υψηλά. Τον Σαρντούρι διαδέχτηκε ο γιος του Ισπουίνι, αλλά ήταν η περίοδος της βασιλείας του εγγονού του Μένουα, κατά τη διάρκεια της οποίας οι Ουράρτου έφτασαν στην περίοδο της μέγιστης επέκτασης. Το όνομα του Μενούα μπορεί να βρεθεί σε μεγάλο αριθμό επιγραφών που καταγράφουν αυτή την εξέλιξη. Αποδείξεις των κατακτήσεων του Μένουα και των οικοδομημάτων του μπορούν να βρεθούν ανατολικά, μέχρι και το Καλατγκάρ, κάτω από τη λίμνη Ουρμία στο ανατολικό σημερινό Ιράν. Στα δυτικά, ο Μένουα άφησε μια επιγραφή με το όνομά του σ' ένα ορεινό φρούριο στο Παλού, κοντά στην πόλη Ελαζίγκ, στην περιοχή της σύγχρονης Μαλάτειας, περίπου 400 χιλιόμετρα δυτικά του Βαν. Υπό τον Μένουα, η ισχύς των Ουράρτου έφτασε βόρεια μέχρι το Μπουσμπουλάκ, όχι όμως και μέχρι τη λίμνη Σέβαν. Παράλληλα, ο Μένουα έδωσε το όνομά του σε περισσότερα κτίρια από οποιοσδήποτε άλλος βασιλιάς του Ουράρτου.

Το αποκαλούμενο «Χρονικό του Χωρχόρ», που έχει χαρακθεί πάνω σε πέτρα στο κάστρο του Βαν, καταγράφει ότι ο γιος του Μένουα, ο Αργκίστι Α', επέκτεινε το βασίλειο βόρεια στη λίμνη Σέβαν, όπου η κυριαρχία των Ουράρτου εδραιώθηκε με την κατασκευή των οχυρωμένων πόλεων του Ερέμπουνι και αργότερα, του Αργκισστιχινίλι. Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι τα αρχεία που καταγράφουν τα λάφυρα δεν περιέχουν μόνο πλούτη σε μέταλλα και ζώα αλλά επίσης χιλιάδες ανθρώπους. Χωρίς αμφιβολία, συμπλήρωσαν τον αραιό πληθυσμό του βασιλείου για την κατασκευή των μεγάλων κατασκευαστικών προγραμμάτων.

Η περίοδος της τοπικής κυριαρχίας των Ουράρτου βασιζόταν σε ασταθή θεμέλια. Η ορεινή φύση της ενδοχώρας των Ουράρτου υποδεικνύει έναν χαμηλό σε πυκνότητα πληθυσμό, συγκρινόμενη με τις επίπεδες εκτάσεις της ασσυριακής επικράτειας στο σημερινό βόρειο Ιράκ, οι οποίες ήταν πολύ μεγαλύτερες και πλούσιες από γεωργικής άποψης. Οι Ουράρτου επίσης αποτελούνταν από μικρότερες περιοχές που είχαν ενωθεί για την αντιμετώπιση των συνεχών επιθέσεων των Ασσυρίων. Οι πηγές είναι επίσης πολύ αραιές και δεν μας λένε αν αυτή η διαδικασία ενοποίησης ήταν συναινετική ή είχε επιβληθεί με τη βία. Ωστόσο, ήταν φανερό ότι η ασσυριακή επιθετικότητα είχε φυτεύσει ανεπιστρεπτί έναν σπόρο και ήταν οι εξελίξεις μέσα στην Ασσυρία που επέτρεψαν σε αυτόν τον σπόρο να βλαστήσει.

Προς το τέλος του βασιλείου του Ασσύριου βασιλιά Σαλμανεσέρ Γ', οι γιοι του άρχισαν να φιλονικούν και να πολεμούν πάνω στην κληρονομιά του παλαιού βασιλιά. Οι διαμάχες αυτές προκάλεσαν την έλευση μιας περιόδου με αδύναμους βασιλείς, φιλόδοξους κυβερνήτες και μια πανίσχυρη χήρα: τη βασίλισσα Σαμμουραμμάτ (Σεμίραμις στην κλασική βιβλιογραφία). Τελικά, ο Τίγκλαθ Πίλεσερ Γ' (745-727 π.Χ.) άρπαξε τον θρόνο μετά από μία εξέγερση στο Καλού και έγινε αδιαφιλονίκητος ηγέτης. Από αυτό το σημείο και έπειτα, οι μέρες της ευημερίας των Ουράρτου ήταν μετρημένες, αν και το βασίλειο διάρκησε για ενάμιση αιώνα ακόμη πριν την τελική εξαφάνισή του.

Υπό μία έννοια, οι κάτοικοι των περιοχών των Ουράρτου και των Μπιανίλι δεν ήταν οι μόνοι που ενοποιήθηκαν για να αντιμετωπίσουν τέσσερις αιώνες επιδρομών: οι Αραμίτες της Δαμασκού ήταν το επίκεντρο μιας βραχύβιας συμμαχίας στον Λεβάντα ενάντια στην Ασσυρία.

Ωστόσο, στην περίπτωση των Ουράρτου αυτή η διαδικασία οδήγησε στην κυριαρχία μιας δυναστείας και την ανάπτυξη ενός βασιλείου με διακριτή ταυτότητα. Αυτό αντανακλάται στην ανάπτυξη μιας καλλιτεχνικής τεχνοτροπίας που αμέσως είναι αναγνωρίσιμη ως Ουράρτου. Προφανώς ήταν η ανακτορική τέχνη της κυρίαρχης δυναστείας και περιείχε ασσυριακά στοιχεία αλλά και στοιχεία της πολιτειακής οργάνωσης των Ουράρτου.

Ωστόσο, κάποια εκπληκτικά τεχνουργήματα έχουν επιβιώσει όπως ένα σύνολο από μπρούτζινα αγαλματίδια θεοτήτων, λεόντων, αλλά κυρίως μυθικών πλασμάτων που συνδυάζουν τα σώματα ταύρων, λεόντως και αετών με την ανθρώπινη μορφή. Αυτά τα κομμάτια ήταν κάποτε μέρος ενός ενιαίου θρόνου, που μάλλον είχε ανακαλυφθεί από κυνηγούς θυσαυρών στο Τόπρα-καλλέ, και τώρα είναι διασκορπισμένα σε συλλογές στο Παρίσι, το Λονδίνο, την Αγία Πετρούπολη και τη Νέα Υόρκη. Όσον αφορά την μνημειακή τέχνη των Ουράρτου, τίποτα σχεδόν δεν έχει επιβιώσει, με την εξαίρεση του θεού Τέισεμπα, που βρίσκεται τώρα στο Μουσείοτου Βαν, αλλά ήδη γνωρίζαμε ότι υπήρχε από τα ασσυριακά αρχεία.

Ο συγκεντρωτικός χαρακτήρας της εξουσίας των βασιλέων του Βαν είχε επίσης επίπτωση στο τοπίο των Ουράρτου. Οι κληρονόμοι των Σαρντούρι είχαν μηχανικούς εξειδικευμένους στα υδραυλικά συστήματα και ήταν υπεύθυνοι για την κατασκευή ενός σημαντικού αριθμού αρδευτικών καναλιών. Η περηφάνια για αυτά τα έργα είναι έκδηλη, όπως φαίνεται καταγεγραμμένη από τους βασιλείς των Ουράρτου σε αυτές τις επιγραφές. Το κανάλι Σαράμ-Σου, που χρονολογείται από την βασιλεία του Μένουα, ξεκινάει από την Κοιλάδα Χοσάπ ως τη λίμνη Βαν, μια απόσταση 60 χιλιομέτρων, και είναι σε λειτουργία ως τις μέρες μας, μετά από δυόμιση χιλιάδες και πλέον χρόνια.

Αγαλματίδιο που αναπαριστά Σφίγγα, ένα έξοχο παράδειγμα της μεταλλουργίας των Ουράρτου


Η ασσυριακή αναβίωση

Με την έλευση της βασιλείας του Τίγκλαθ Πίλεσερ Γ' το 745 π.Χ. επιτεύχθηκε η αναβίωση των τυχών της Ασσυρίας εις βάρος των Ουράρτου. Στην αρχή της βασιλείας του, ο Τίγκλαθ Πίλεσερ καταγράφει ότι νίκησε τους Ουράρτου και τους συμμάχους του στη μάχη του Απράντ το 743 π.Χ. και το 735 ηγήθηκε μιας εκστρατείας εναντίον της πρωτεύουσας στην Τούσπα, όπου οι Ασσύριοι κατέστρεψαν τα περίχωρα αλλά απέτυχαν να εκπορθήσουν το φρούριο πάνω στον βράχο.

Ο Σαρντούρι Β' είχε κυριαρχήσει στο ζενίθ αλλά και στην παρακμή του βασιλείου, αλλά το πως κατέρρευσε το βασίλειο αυτό είναι άγνωστο. Ο γιος του Ρούσα Α' τον διαδέχτηκε μέσα σε σκοτεινότερες μέρες. Μετά από μερικά ήσυχα χρόνια, η ασσυριακή απειλή επέστρεψε στη μορφή του Σαργκόν Β'. Τα ασσυριακά αρχεία δείχνουν μια εκτεταμένη κατασκοπευτική δραστηριότητα, με την οποία ο Σαργκόν συγκέντρωνε πληροφορίες για τους εχθρούς του, ειδικότερα τους Ουράρτου. Το 714 π.Χ. τα σχέδια ήταν καταστρωμένα και ένας τεράστιος ασσυριακός στρατός βάδισε από το Καλού, με αντικειμενικό σκοπό την αποκατάσταση του ασσυριακού κύρους πέρα από τα βόρεια σύνορά του. Είμαστε τυχεροί καθώς έχουν φτάσει σε μας λεπτομερή αρχεία αυτής της εκστρατείας, που τώρα βρίσκονται στον Λούβρο, στα οποία ο Σαργκόν όχι μόνο δεν καταγράφει τις μάχες και τις κακουχίες του στρατού του αλλά επίσης δίνει και μια από τις λεπτομερέστερες περιγραφές των ίδιων των Ουράρτου. Οι στρατιές του Σαργκόν νίκησαν τις δυνάμεις του Ρούσα στο όρος Ουάς (σημερινό όρος Σαχάντ). Οι εισβολείς διέσχισαν τη γη των Ουράρτου και περικύκλωσαν τη λίμνη Βαν, καταστρέφοντας χωριά, αμπέλια, περιβόλια και αρδευτικά συστήματα.

Δεν υπάρχουν καταγεγραμμένες αποδείξεις ότι το Βαν δέχτηκε επίθεση, αλλά η τελευταία κίνηση του Σαργκόν ήταν ίσως ακόμη πιο σκληρή: μαζί με την ερήμωση της επικράτειας του Μουσασίρ, στενού συμμάχου των Ουράρτου, κατέστρεψε και τον ναό του Χάλντι, τη κύρια θεότητα των Ουράρτου. Στην αναφορά του Σαργκόν, οι Ασσύριοι ισχυρίζονται ότι όταν ο Ρούσα έμαθε σχετικά με την καταστροφή του ναού και τη «μεταφορά του θεού Χάλντι» στην Ασσυρία, αυτοκτόνησε, αν και δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί αυτή η πληροφορία. Παραδόξως, αυτό που δεν αποκαλύπτουν τα ασσυριακά αρχεία είναι ο απίστευτος πλούτος των Ουράρτου και των συμμάχων τους.

Το βασίλειο του Βαν είχε ταπεινωθεί αλλά ήταν ακόμη μια υπολογίσιμη δύναμη. Ο νέος βασιλιάς, Αργκίστι Β', κατέβαλλε επίπονες προσπάθειες για να αποκαταστήσει το κύρος του βασιλείου του, κυριαρχώντας σε αμφιταλαντευόμενους κυβερνήτες και απείθαρχους υποτελείς. Επίσης, η βασιλεία του Αργκίστι έδειξε ότι οι Ουράρτου ήταν ακόμη ικανοί να κατασκευάζουν φρούρια και μνημεία. Μερικοί μελετητές των Ουράρτου έχουν διερωτηθεί αν η ασσυριακή εκδοχή των γεγονότων είναι η αληθινή, και ότι οι Ουράρτου προέβαλλαν σθεναρότερη αντίσταση στην εισβολή τους.

Η ορεινή φύση του εδάφους του βασιλείου σήμαινε ότι οι Ουράρτου μπορούσαν να υποχωρήσουν σε ορεινά φρούρια και μετέφεραν τα κοπάδια τους σε άγνωστες στους Ασσύριους κοιλάδες. Ο επισκέπτης σ' αυτή την περιοχή μένει έκθαμβος καθώς, αν ανέβει σε ένα ύψωμα μπορεί κυριολεκτικά να δει μακριά σε μια ακτίνα δακάδων χιλιομέτρων, και ένας εισβάλλων στρατός θα προέλαυνε δύσκολα απαρατήρητος. Τα ασσυριακά αρχεία συχνά αναφέρουν ότι υποχρέωσαν τους Ουράρτου να κλειστούν σε φρούρια, το οποίο ίσως να σημαίνει ότι από τη στιγμή που οι Ουράρτου κλείνονταν μέσα σ' ένα φρούριο, λίγα πράγματα υπήρχαν που μπορούσαν να κάνουν. Οι ασσυριακές τεχνικές πολιορκίας, ίσως αποδείχθηκαν άριστες στην Παλαιστίνη, αλλά ήταν εντελώς ακατάλληλες στα βουνά των Ουράρτου.

Άλλη μία Σφίγγα, δείγμα της ποιότητας του πολιτισμού των Ουράρτου

Το τέλος των Ουράρτου

Η ασσυριακή εισβολή ήταν αναμφίβολα καταστρεπτική, αλλά οι βασιλιάδες στο Τούσπα είχαν κατορθώσει να διατηρήσουν την εξουσία του στην επικράτεια των Ουράρτου. Στο αντίθετο τέλος του βασιλείου, ένας πολύ πιο επικίνδυνος εχθρός άρχισε να παίρνε μορφή: η εποχιακή μετακίνηση νομαδικών λαών.

Από τα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. οι λαοί των στεπών, βόρεια της Μαύρης Θάλασσας άρχισαν να μετακινούνται. Ιστορίες τέτοιων μεταναστεύσεων ακόμη λέγονταν στην κλασική περίοδο, καθώς ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Σκύθες, υπό την πίεση των Μασσαγετών, μετακινήθηκαν νότια, και έπεσαν πάνω σ' έναν λαό, τους Κιμμερίους, καταδιώκοντάς τους μέχρι την Μικρά Ασία.

Η αναξιοπιστία του Ηρόδοτου είναι πασίγνωστη (σημ. μεταφραστή: ωστόσο, οι σύγχρονες αρχαιολογικές ανακαλύψεις και ιστορικές μελέτες έχουν επιβεβαιώσει αρκετά από τα στοιχεία της Ιστορίας του Ηρόδοτου), αλλά μέρος της ιστορίας υποστηρίζεται από τα γεγονότα. Οι Κιμμέριοι επιτέθηκαν πρώτα στους Ουράρτου. Ο Ρούσα Α΄ υποχρεώθηκε να δώσει προσοχή στις αμυντικές οχυρώσεις των βορείων συνόρων, και τα ασσυριακά αρχεία αναφέρονται σε μια ήττα των Ουράρτου από τους Κιμμέριους κατά τη βασιλεία του Ρούσα. Μέχρι τον 7ο αιώνα π.Χ. οι Κιμμέριοι πρέπει να είχαν εγκατασταθεί πλήρως στη λίμνη Βαν και υπάρχουν αρχαιολογικές αποδείξεις ότι οι Ουράρτου προσέλαβαν Σκύθες μισθοφόρους.

Η Ασσυρία υπέστη επίσης επιθέσεις από αυτούς τους νομαδικούς λαούς, και παρομοίως προσέλαβαν και αυτοί Σκύθες πολεμιστές. Σε αυτή την περίοδο αστάθειας, οι σχέσεις με την Ασσυρία θερμάνθηκαν, και ο Ρούσα Β' έστειλε απεσταλμένους να συγχαρούν τον βασιλιά Ασουρμπανιπάλ για τη νίκη του επί των Μήδων το 654 π.Χ. Το βασιλείο του Βαν ήταν ακόμη ακέραιο, αν και η τελευταία φάση της ιστορίας των Ουράρτου είναι κάπως σκοτεινή σε μας. Ο Ρούσα Β΄ και ο γιος του Σαρντούρι Γ' έκτισαν μια δεύτερη εντυπωσιακή πρωτεύουσα κοντά στον βράχο του Βαν, στον λόφο του Τοπρακκάλε, που ονομάστηκε Ρουσαχινιλί. Επίσης, τον 7ο αιώνα π.Χ. ιδρύθηκε η καλά οχυρωμένη πόλη του Τεϊσεμπαϊνί στα δυτικά της λίμνης Ούμια, στη βορειοανατολική άκρη του βασιλείου των Ουράρτου. Μετά από αυτό το χρονικό σημείο, έχουμε αναφορές σε ονόματα πέντε διαδοχικών βασιλέων, αλλά όχι στα επιτεύγματά τους, αν υπήρχαν κάποια. Αυτό που είναι ξεκάθαρο είναι ότι μια περίοδος αναταραχής έφτασε στην κορύφωσή της, μια αναταραχή που θα άλλαζε τον υπάρχοντα πολιτικό χάρτη.

Η Ασσυρία ήταν η πρώτη που έπεσε. Αυτή η αυτοκρατορία, μισητή σε όλους τους εχθρούς της, συνετρίβη από μία συμμαχία Βαβυλωνίων και Μήδων. Ο Ηρόδοτος προσθέτει ότι η άφιξη ενός σκυθικού στρατού ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας που συνέβαλε στην πτώση της Νινευή, της τελευταίας ασσυριακής πρωτεύουσας, το 612 π.Χ.

Η πτώση του βασιλείου του Βαν τυλίγεται από το σκοτάδι. Μάλλον, οι Ουράρτου υπέκυψαν γύρω στα 585-590 π.Χ., αν και δεν υπάρχει γραπτή μαρτυρία και αυτά τα συμπεράσματα είναι υπό συζήτηση. Αν και το τέλος των Ουράρτου είναι μυστηριώδες, έχουμε κάποες μαρτυρίες για την πτώση τους. Ο Boris Piotrovsky τέθηκε επικεφαλής των ανασκαφών στην πόλη του Τεϊσεμπαϊνί, το σύγχρονο Καρμί Μπλούρ στην Αρμενία. Εδώ έχουμε τα υπόλοιπα μιας πόλης που είχε πολιορκηθεί, και οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι είχε καταστραφεί από μία μεγάλη πυρκαγιά κατά τη διάρκεια μιας νυκτερινής επίθεσης. Μαζί με αρκετούς θησαυρούς και καθημερινής χρήσης αντικείμενα, έχουμε τα υπόλοιπα πολλών Ουράρτου, νέων και ηλικιωμένων, που είχαν καταφύγει στο κάστρο όταν η πόλη δέχθηκε επίθεση.

Εντοιχισμένα στα τείχε είναι πολλές κεφαλές βελών σκυθικής τεχνοτροπίας, που υποδεικνύουν την ταυτότητα των επιτιθέμενων. Αν και το Τεϊσεμπαϊνί ήταν στην άκρη του βασιλείου, η επίθεση αυτή αποτελεί ένδειξη ότι η πρωτεύουσα Ρουσαχινίλι έπεσε μετά από πολιορκία την ίδια περίπου περίοδο, αν και η πόλη αυτή είναι λιγότερο καλά διατηρημένη. Σε αυτό το σημείο, οι Ουράρτου εξαφανίζονται από την ιστορία, και δυστυχώς δεν είμαστε σίγουροι ποιος επέφερε το τελικό χτύπημα. Κάποιοι θησαυροί τους βρέθηκαν σε τάφους Σκυθών στον Καύκασο, χωρίς αμφιβολία λάφυρα, και υπάρχει ένδειξη ότι το κενό εξουσίας πληρώθηκε από την αναδυόμενη Μηδική αυτοκρατορία. Προς το παρόν, φαίνεται ξεκάθαρο ότι αυτοίοι δύο λαοί έπαιξαν ρόλο στην καταστροφή των Ουράρτου.

Σε αυτό το σημείο, ένας νέος λαός εμφανίζεται στις πηγές, οι Αρμένιοι. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ήρθαν από τη Φρυγία στα δυτικά αλλά όποια και αν είναι η αλήθεια, το βέβαιο είναι ότι έγιναν κυρίαρχοι, δίνοντας το όνομά τους στην περιοχή. Όσον αφορά στους Ουράρτου, αν και τα επιτεύγματά τους και η ταυτότητά τους ξεχάστηκαν γρήγορα, οι λαοί αυτοί παρέμειναν εκεί όπου ζούσαν πριν και τα μνημεία τους έμεναν ακίνητα, έτσι ώστε ούτε οι μετέπειτα ντόπιοι να μπορούν να πουν ποιος τα έκτισε.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1) Boris B. Piotrovsky – Urartu: The Kingdom of Van and Its Art (1967)
2) Boris B. Piotrovsky – The Ancient Civilization of Urartu (1969)
3) Paul E. Zimansky, Ecology and Empire: The Structure of the Urartian State. (1985)
4) An Urartian Ozymandias – article by Paul Zimansky,
5) Altan Çilingiroğlu – The Kingdom of Van - Urartu
6) David Marshall Lang & Charles Burney – The Peoples of the Hills: Ancient Ararat and the Caucasus (1971)
7) H. W. F. Saggs – The Might That Was Assyria (1984)


Τα Cookies μας επιτρέπουν να σας προσφέρουμε μια καλύτερη και ασφαλέστερη εμπειρία κατά τη χρήση του δικτυακού μας τόπου. Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Historical Quest αποδέχεστε τη χρήση Cookies. Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε διαβάστε τους Όρους Χρήσης & Απορρήτου.