Σύνδεση

Σύνδεση

H υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ (7 Φεβρουαρίου 1992)

Στις 7 Φεβρουαρίου συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από την υπογραφή της συνθήκης του Μάαστριχτ, επίσημα γνωστή ως Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η συνθήκη χαιρετίστηκε ως η επίσημη έναρξη της περιόδου για περισσότερη εμβάθυνση στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και πρελούδιο για την διεύρυνση προς την Ανατολή. Σήμερα, αποτελεί ένα παράδειγμα του πώς η Ευρώπη μπορεί να βρει αναπτυξιακές λύσεις σε μια στιγμή που η κρίση και η κατάρρευση την απειλούν.

 Πρόδρομοι της ευρωπαϊκής ιδέας

Η ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης γεννήθηκε από τα απομεινάρια των δύο παγκοσμίων πολέμων, όταν μεγάλοι οραματιστές, απηυδισμένοι από την ανώφελη ανθρωποσφαγή, προώθησαν την συνεργασία και τη συναδέλφωση ως ιδέες που θα απάλειφαν τον ανταγωνισμό και τις διαφορές και θα οδηγούσαν σε μια εποχή ευημερίας και ανάπτυξης.

Το 1923, ο αυστριακός κόμης Κουτενχόβε Καλέργη (Coudenhove Kalergi) ίδρυσε το Παν-ευρωπαϊκό Κίνημα και προσπάθησε να προσελκύσει πολλούς πολιτικούς άνδρες στο όραμα της «Πανευρώπης», μια πολιτική-πολιτισμική ένωση όλων των λαών της ηπείρου. Οι διακηρύξεις του βρήκαν ευήκοα ώτα στο πρόσωπο του Γάλλου πρωθυπουργού Αριστίντ Μπριάν (Aristide Briand) στον οποίο ανήκει η επίσημη πρώτη ομιλία για μια «Ενωμένη Ευρώπη των Εθνών» το 1929 ενώπιον της ολομέλειας της Κοινωνίας των Εθνών. Αργότερα συνέγραψε και εξέδοσε ένα «Μνημόνιο περί της Οργανώσεως ενός καθεστώτος Ευρωπαϊκής Ομοσπονδιακής Ενώσεως». Ήταν μια εποχή πολιτικού ρομαντισμού και αισιοδοξίας για ένα καλύτερο μέλλον που όμως δεν έμελε να πραγματοποιηθεί άμεσα. Ο ενθουσιασμός όμως αυτών των πρώιμων πολτικών φιλοσόφων συνετρίβη κάτω από το σοκ της οικονομικής κρίσης του 1929 και την συνακόλουθη άνοδο του εθνικισμού στην Ευρώπη, που παραμέρισε τις ευγενείς ιδέες και έδοσε τον λόγο στα πάντσερ δέκα χρόνια αργότερα.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος επιβεβαίωσε με τον πλέον επώδυνο τρόπο στη συνείδηση των πολιτών της Ευρώπης το αδιέξοδο του εθνικισμού και του πολέμου ως μέσο επίλυσης πολιτικών διαφορών. Οι θάνατοι, οι καταστροφές, οι ξεριζωμοί προσφύγων και το τσαλάκωμα της αξιοπρέπειας των λαών, δημιούργησαν την πεποίθεση ότι τα εθνοτικά ζητήματα στην Ευρωπαϊκή ήπειρο δεν λύνονταν με διαχωριστικές γραμμές ενώ μια ειρηνική συνεννόηση στη βάση των κοινών δεσμών και του αμοιβαίου σεβασμού είναι προτιμώτερη από την προσφυγή στα όπλα. Τα συναισθήματα αυτά επιτάθηκαν ακόμα περισσότερο με την ιδιότυπη «κατοχή»της Ευρώπης. Με το τέλος του πολέμου, περί τα δέκα εκατομμύρια στρατιώτες, Ρώσοι και Αμερικανοί στάθμευαν στο ευρωπαϊκό έδαφος περιμένοντας (sic) το ξέσπασμα ενός δεύτερου γύρου καταστροφικών συγκρούσεων. Η συναίσθηση του διαρκούς κινδύνου μιας νέας καταστροφής, διάχυτη στη συνείδηση των Ευρωπαίων καθόλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, αλλά πιο έντονη στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, θα ενισχύσει το αντιπολεμικό συναίσθημα και θα προωθήσει την ιδέα της ευρωπαϊκής συνεργίας.

Άποψη του Μάαστριχτ

Από τις «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» στις «Ευρωπαϊκές Κοινότητες»

Ήδη το 1946 ο Ουίνστον Τσώρτσιλ κάλεσε τους Ευρωπαίους ηγέτες να ιδρύσουν τις «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης». Το 1948 ιδρύθηκε ο «Ευρωπαϊκός Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας» για να συντονίσει την αποτελεσματική διαχείρηση του σχεδίου Μάρσαλ στην Ευρώπη. Το 1950 ο Γάλλος Υπουργός Εξωτερικών Ρ. Σουμάν έθεσε τις βάσεις για την συνεκμετάλευση της παραγωγής Άνθρακα και Χάλυβα Γαλλίας και Γερμανίας σε μια Κοινή Αγορά, που θα οδηγούσε σταδιακά στην ενοποίηση της Ευρώπης δια του εκδημοκρατισμού. Η διακήρυξη του «Σχεδίου Σουμάν» εορτάζεται ως σήμερα ως «Ημέρα της Ευρώπης» (9/5/1950). Όντως, οι μεγάλες ανάγκες στα πρώτα δύσκολα χρόνια της ανασυγκρότησης αύξησαν τη διάθεση για συνεργασία, που επιτεύχθηκε με τον πιο επιτυχημένο τρόπο με την ίδρυση της «Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα» (ΕΚΑΧ) το 1952, ως χώρου ελεύθερης και αδασμολόγητης διακίνησης των δύο συστατικών για την ανάπτυξη της βιομηχανίας μεταξύ της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας και των κρατών της ΜΠΕ-ΝΕ-ΛΟΥΞ (Βέλγιο-Ολλανδία-Λουξεμβούργο). Αυτά τα έξι κράτη θα αποτελέσουν στο εξής και την κινητήρια δύναμη της Ευρώπης πρωτοστατώντας σε κάθε πρωτοβουλία ολοκλήρωσης. Το 1957, δια της Συνθήκης της Ρώμης ιδρύονται η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) και Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (EURATOM). Στο εξής οι δύο νέοι οργανισμοί θα συναποτελούν μαζί με την ΕΚΑΧ τις «Ευρωπαϊκές Κοινότητες».

Στα χρόνια που ακολούθησαν τα μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αυξήθηκαν από έξι σε δώδεκα (η Ελλάδα εισήλθε το 1981) και έκαναν σημαντικά βήματα προς την ενοποίηση και την ενορχήστρωση των θεσμών τους κατά τις αρχές της πολιτικής ελευθερίας, της δημοκρατίας και της αξιοπρέπειας. Ωστόσο, στη δεκαετία του '80 ο ρυθμός των αλλαγών έδειχνε να αναχαιτίζεται. Η οικονομική ύφεση, που αρχίζει να πλήτει τον Δυτικό Κόσμο ως συνέπεια των αραβοϊσραηλινών διενέξεων, του πολέμου στον Περσικό και της τιμής του πετρελαίου, σύντομα μετατρέπεται σε πολιτική. Ο ευρωσκεπτικισμός, όπου κυριαρχεί η Βρεττανίδα πρωθυπουργός Μ. Θάτσερ, κερδίζει έδαφος, ενώ η πτώση του τείχους του Βερολίνου και η προοπτική επανένωσης των δύο Γερμανιών, προκαλούν πτώση των δεικτών των Χρηματιστηρίων και ανασφάλεια για το μέλλον. Σύντομα, η ανατολική Ευρώπη γνωρίζει ένα ντόμινο πολιτικών ανατροπών με την αποκαθήλωση των κομμουνιστικών κυβερνήσεων και την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, που θα κορυφωθεί με την αποδόμηση της άλλοτε κραταιάς Σοβιετικής Ενώσεως το 1991.

Αναμνηστική φωτογραφία των Ευρωπαίων ηγετών που υπέγραψαν τη Συνθήκη του Μάαστριχτ

Ο δρόμος προς το Μάαστριχτ

Αποτελεί ευτύχημα, που σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές η Ευρώπη βρισκόταν υπό την καθοδήγηση ισχυρών και ικανών ηγετών όπως ο Καγκελάριος Χέλμουτ Κολ, ο Πρόεδρος Μιτεράν και ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζακ Ντελόρ. Οι άνδρες αυτοί έθεσαν σε εφαρμογή μια σειρά από μέτρα που θα απορροφούσαν τους κραδασμούς των κατακλυσμικών αλλαγών στο άμεσο μέλλον και θα μετέτρεπαν τον κίνδυνο εσωτερικής κατάρρευσης και διεθνούς αστάθειας σε προοπτική ανάπτυξης και προόδου. Ειδικά ο Ζακ Ντελόρ υπήρξε ο αρχιτέκτονας της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης. Η Πράξη τροποποιούσε τις ευρωπαϊκές συνθήκες και προλείανε το έδαφος για την ισόρροπη ανάπτυξη των χωρών μελών και την περαιτέρω δέσμευσή τους στο όραμα της Ενωμένης Ευρώπης. Αυτό το επετύγχανε με την ενίσχυση της εξουσίας των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, την θέσπιση του ευρωπαϊκού Συμβουλίου, την απελευθέρωση της κοινής αγοράς και τον συντονισμό της νομισματικής πολιτικής των κρατών προς τον σκοπό μιας μελλοντικής νομισματικής ένωσης. Ιδιαίτερα σημαντικό ήταν ότι μερίμνησε για την αντιμετώπιση της οικονομίας κάθε κράτους-μέλους ανάλογα με τις δυνατότητές του ώστε να διατηρηθεί ένας ενιαίος οικονομικός βηματισμός και να μην παρασυρθούν οι ασθενείς οικονομίες από τις ισχυρότερες. Ο Ντελόρ θεωρούσε ότι η κοινωνική άνθιση είναι απόρροια της οικονομικής ευημερίας και για τον λόγο αυτό ενίσχυσε τις ασθενέστερες χώρες με μια σειρά οικονομικών παροχών (πακέτα) (αγροτικός τομέας, περιφερειακή ανάπτυξη, κοινωνικό ταμείο κτλ). Στους επικριτές του ο Γάλλος πολιτικός απαντούσε: «Η Ιστορία ανοίγει το βήμα της και εμείς οφείλουμε να ακολουθήσουμε...»

Την ίδια στιγμή, η Γερμανία επανενωνόταν σε ένα ενιαίο κράτος, αναλαμβάνοντας ένα τιτάνιο έργο σε επίπεδο οικονομικής αποκατάστασης και κοινωνικής επανένταξης του πληθυσμού της, ενώ στις άλλες χώρες –κυρίως στη Γαλλία- άρχισε πάλι να καλλιεργείται ο φόβος για την αναβίωση της γερμανικής ισχύος. Ο Ντελόρ εκμεταλεύτηκε άριστα τους φόβους και τις προσδοκίες των Ευρωπαίων προτείνοντας μια γενναία λύση προς τα εμπρός: την περαιτέρω ενοποίηση της Ευρώπης και των σκοπών της. Έτσι, στο διάστημα από τις 9 ως τις 11 Φεβρουαρίου του 1992 σε κοινή συνεδρίαση των Ευρωπαίων εταίρων υπογράφηκε στην Ολλανδική πόλη του Μάαστριχτ η ομώνυμη συνθήκη που τροποποιούσε και επέκτεινε τις αρχές της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης και των Συνθηκών του Παρισιού και της Ρώμης.

Ανατολικογερμανοί και Δυτικογερμανοί ανεβασμένοι στο Τείχος του Βερολίνου μόλις ανακοινώθηκε η ελεύθερη προσπέλαση των συνόρων στις 9 Νοεμβρίου 1989

Η Συνθήκη της «Ευρωπαϊκής Ένωσης» και η σημασία της

Η Συνθήκη αποτέλεσε άλμα πολιτικής ενοποίησης και οικονομικής ολοκλήρωσης. Οι τρείς ευρωπαϊκές κοινότητες (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ και EURATOM) συνενώθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) που αποκτούσε πλέον μεγαλύτερη ισχύ και ουσία. Συστάθηκε η Οικονομική Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) η οποία στόχευε στην εναρμόνιση των οικονομιών των κρατών-μελών με πυρήνα και εγγυητή το γερμανικό μάρκο προς τον σκοπό της ενοποίησης υπό κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα έως το 1999. Σημαντικότατη εξέλιξη υπήρξε η σύσταση ευρωπαϊκής ιθαγένειας που κατοχύρωνε την ταυτότητα Ευρωπαίου πολίτη στους υπηκόους των κρατών-μελών, ενώ ενίσχυε σημαντικά τις αρμοδιότητες του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Σε θεσμικό επίπεδο προέβλεπε την διαμόρφωση Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) με την ενίσχυση της Δυτικο-Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), οργανισμό που η αξία του είχε ατονίσει μετά από αγγλοαμερικανικές πιέσεις. Στην τελευταία εντάχθηκε η Ελλάδα ως πλήρες μέλος και η Τουρκία ως συνδεδεμένο. Έτσι, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα άρχιζε πλέον να λαμβάνει μορφή, εμπνεόμενο από τις αρχές των αρχικών οραματιστών του και εδραζόμενο σε τρείς «πυλώνες»: την Οικονομική Νομισματική Ένωση, την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Ασφάλεια και την Συνεργασία στους τομείς της Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (ΣΔΕΥ).

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ αποτέλεσε σταθμό στην εξέλιξη της ευρωπαϊκής συνεργασίας και αξιοπρόσεκτο παράδειγμα διαχείρησης κρίσεων σε επίπεδο εθνικό και κοινοτικό. Σαν κείμενο επικρίθηκε ότι έδινε έμφαση σε τεχνικά και οικονομικά ζητήματα. Γεγονός αποτελεί ότι συνέβαλε αποφασιστικά στην ολοκλήρωση των διεργασιών προς ένα σαφή πολιτικό στόχο και επιζητούσε να περιορίσει την αοριστία της υπερβολικής γραφειοκρατίας που απειλούσε την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με εκφυλισμό και διάλυση εν μέσω πολιτικής και οικονομικής κρίσης. Άλλωστε, το 1992 ολόκληρη η ανατολική Ευρώπη βρισκόταν σε αναβρασμό, με πολιτικές ανακατατάξεις να λαμβάνουν χώρα σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη, την πρώην ΕΣΣΔ στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου και στην Γιουγκοσλαβία ο εμφύλιος να έχει ξεσπάσει ήδη. Η Γαλλία φοβόταν μια αναβίωση του γερμανικού εθνικισμού και επιθυμούσε να την χαλιναγωγήσει εγκαίρως. Το απρόβλεπτο της κατάστασης στο εσωτερικό της όμως αναγνώριζε και η Γερμανία, που στα πλαίσια της ενοποίησης διέβλεπε τον εφιάλτη της ενσωμάτωσης 16 εκατομμυρίων συμπατριωτών της παντελώς ανεκπαίδευτων στις πρακτικές της ελεύθερης αγοράς και μιας οικονομίας με πολύ χαμηλούς δείκτες ανάπτυξης και ακατάλληλα μέσα παραγωγής. Έτσι, οι Γερμανοί δέχθηκαν να θυσιάσουν το νόμισμά τους με αντάλλαγμα την δημιουργία μιας κοινής αγοράς στην οποία τα γερμανικά προϊόντα θα είχαν κυρίαρχη θέση και θα επιτύγχαναν μεγαλύτερες πωλήσεις. Το κέρδος για τους Γερμανούς θα ήταν ακριβώς ότι η Κοινή Αγορά θα απορροφούσε το κόστος ενσωμάτωσης της ανατολικογερμανικής οικονομίας.

Οι αντιρρήσεις ασφαλώς υπήρχαν και εκφράστηκαν με τη μορφή του απορριπτικού δημοψηφίσματος στη Δανία και την άρνηση της Βρεττανίας να μετάσχει στο νέο νόμισμα. Οι βρεττανικές αντιδράσεις ωστόσο ήταν και παραμένουν αναμενόμενες κάθε φορά που καλούνται να εκχωρήσουν μέρος της κυριαρχίας τους.

Στην Ελλάδα η συνθήκη του Μάαστριχ αποτέλεσε έναν σταθεροποιητικό παράγοντα στην ταραγμένη πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας στην είσοδο της δεκαετίας του 1990. Η πολιτική αστάθεια αποτυπώνεται στην αδυναμία σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης το 1989, γεγονός που οδήγησε σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις και τρείς υπηρεσιακούς πρωθυπουργούς ( τον Τζανή Τζανετάκη, τον Γεώργιο Γρίβα και τον Ξενοφώντα Ζολώτα) σε διάστημα δέκα μηνών. Η ευθυγράμμιση με ένα αυστηρό δημοσιονομικό πρόγραμμα προκειμένου να επιτευχθεί η ένταξη σε μια πολιτικο-οικονομική ένωση, έδωσε στη χώρα την απαραίτητη στοχοθέτηση που ο πολιτικός κόσμος είχε αποτύχει να της προσφέρει. Με συνέπεια αλλά και θυσίες και αντιδράσεις, η Ελλάδα θα βαδίσει στο δρόμο της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης κατορθώνοντας να ενταχθεί τελικά και στην ΟΝΕ το 2000.


Η υπογραφή της συνθήκης του Μάαστριχτ σήμανε την αρχή της καθιέρωσης ενός ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος, του γνωστού μας Ευρώ

Επίλογος

Η συνθήκη του Μάαστριχτ ήταν το αποτέλεσμα μιας πορείας με μεγάλο παρελθόν, που φτάνει μέχρι τους οραματιστές των αρχών του 20ού αιώνα. Είναι ιδιαίτερα σημαντική όχι μόνο διότι αποτελεί αποτέλεσμα άριστου σχεδιασμού και συστηματικής προσπάθειας για την επίτευξη πολιτικών στόχων αλλά κυρίως διότι σαν σχέδιο αποτελεί υπόδειγμα επιθετικής αντιμετώπισης μιας κατάστασης κρίσεως.

Την πολιτικά και οικονομικά ανήσυχη δεκαετία του 1980 διαδέχθηκε μια χιονοστιβάδα πολιτικών εξελίξεων που θα άλλαζαν για πάντα το τοπίο του μεταπολεμικού κόσμου. Η κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ, η διάλυση της ΕΣΣΔ, η άρση του σιδηρού παραπετάσματος και η ενοποίηση της Γερμανίας και ο βίαιος εμφύλιος των Γιουγκοσλαβικών εθνών στην «αυλή» της Ευρώπης, είναι στοιχεία που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν ακόμα και μια πολεμική σύγκρουση στην Ευρώπη ή στην «καλύτερη» περίπτωση, να την βυθίσουν σε παρατεταμένη ύφεση.

Ο Πρόεδρος Κέννεντυ είχε πει:

Στο κινεζικό λεξιλόγιο η λέξη «Κρίση» παριστάνεται από δύο ιδεογράμματα: το ένα σημαίνει «κίνδυνος» και το άλλο «ευκαιρία».

Η ηγεσία της Ευρώπης τότε στάθηκε με θάρρος και ανέλαβε σημαντικές πρωτοβουλίες με σκοπό όχι μόνο την επιβίωση των θεσμών αβρόχοις ποσί αλλά περισσότερο την μετεξέλιξη και επικράτηση αυτών σε μια νέα ολοκλήρωση κατάλληλη να σταθεί σε έναν κόσμο που άλλαζε για πάντα. Στα επόμενα χρόνια, τα γειτονικά-πρώην σοσιαλιστικά κράτη της Ανατολικής Ευρώπης θα λάβουν παράδειγμα από την Ευρώπη των 12 και σταδιακά θα ευθυγραμμιστούν πλήρως με τις πολιτικές και οικονομικές αρχές της Ευρώπης του Μάαστριχτ. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ δίκαια ονομάστηκε «η Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Σήμερα η Ευρώπη βιώνει μια άλλη επώδυνη αλλαγή, ενώπιον της οποίας η φυσική ηγεσία της αποδεικνύεται ανεπαρκής, κοντόφθαλμη και υποταγμένη στα συμφέροντα των ισχυρών οικονομικών κέντρων. Το πρόβλημα μιας οικονομικής κρίσης έχει ξεδιπλωθεί πλέον επαρκώς και δεν είναι πρόβλημα πιστωτικής ισχύος αλλά κυρίως πολιτικής επάρκειας. Η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερο από ποτέ εμπνευσμένους ηγέτες.

Βιβλιογραφία:


1) Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΣΤ΄, «Σύγχρονος Ελληνισμός από το 1941 ως το τέλος του αιώνα», Εκδοτική Αθηνών, ΑΘΗΝΑ 1978

2) Παπαρρηγόπουλου Κ.: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους στην κοινή νεοελληνική γλώσσα, τόμος 26 (1967-2004), εκδόσεις National Geographic Society, 2009-2010

3) Ευάνθη Χατζηβασιλείου, Εισαγωγή στην Ιστορία του Μεταπολεμικού Κόσμου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2001

4) Κωνσταντίνου Α.Στεφάνου, Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, τ. Α΄, Γενικά και Θεσμικά Χαρακτηριστικά μετά τη Νίκαια, 6η έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα 2002

5) Europa, gateway to the European union: http://europa.eu/abc/treaties/index_en.htm

6) CIVITAS: Institute for the Study of Civil Society http://www.civitas.org.uk/eufacts/FSTREAT/TR3.htm

7) Historiasiglo20.org: The History of the European Union-The European Citizenship http://www.historiasiglo20.org/europe/index.htm


Τα Cookies μας επιτρέπουν να σας προσφέρουμε μια καλύτερη και ασφαλέστερη εμπειρία κατά τη χρήση του δικτυακού μας τόπου. Συνεχίζοντας την περιήγηση στο Historical Quest αποδέχεστε τη χρήση Cookies. Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε διαβάστε τους Όρους Χρήσης & Απορρήτου.